Επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ. στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων
I. Εισαγωγή
Η σωρευτική επιβολή κυρώσεων (ποινικών και διοικητικών) στο πεδίο των περιβαλλοντικών παραβάσεων έχει δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα πρόκληση στα εθνικά διοικητικά δικαστήρια. Αρκετά συχνά, δεδομένου ότι, στην χώρα μας, κατά κανόνα οι ποινικές διαδικασίες περατώνονται αμετάκλητα πριν από τις αντίστοιχες διοικητικές, ο διοικητικός δικαστής έρχεται αντιμέτωπος με την ad hoc επίλυση του εξής ζητήματος: μέχρι που μπορεί να φτάσει η διασφάλιση του τεκμηρίου αθωότητας[1] που ακολουθεί τον διοικούμενο, όταν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση (ή αντίστοιχο βούλευμα) για την αυτή παράβαση που επισύρει ταυτόχρονα περιβαλλοντικό πρόστιμο, επιβαλλόμενο κατά δέσμια αρμοδιότητα; Η απάντηση δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε και μονοδιάστατη.
II. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ.
Καταρχάς, η ανάγκη, μεταξύ άλλων, για πληρέστερη προστασία του τεκμηρίου αθωότητας[2] προκάλεσε τη ψήφιση της νέας διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.)[3]. Με τη διάταξη αυτή ορίστηκε πλέον ρητώς – καθότι προηγουμένως δεν υπήρχε ανάλογη ρύθμιση – η δέσμευση του διοικητικού δικαστή από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή από το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα[4]. Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης αυτής στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων από τα διοικητικά δικαστήρια έχει συγκεκριμένες προϋποθέσεις[5]:
Α) Αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα
Πρώτα απ’ όλα, απαιτείται, σύμφωνα με την ρητή γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής, αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή αντίστοιχο βούλευμα. Σε καμία, πάντως, περίπτωση δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή η θέση υπόθεσης στο αρχείο με σχετική εισαγγελική παραγγελία. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕφΠειρ 751/2025 «δεν παράγεται δέσμευση, ελλείψει σχετικής νομοθετικής πρόβλεψης, από την θέση υπόθεσης στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη, αφού η ανωτέρω διαδικασία δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ανάλογης με τις αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ή τα αμετάκλητα βουλεύματα δικαστικής διαγνωστικής διαδικασίας»[6].
1) Δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου αναφορικά με τη βάση της αιτιολογίας της αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης του ποινικού δικαστηρίου (λόγω αμφιβολιών κατηγορουμένου ή άνευ αυτών).
Η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση δεσμεύει το ίδιο τον διοικητικό δικαστή είτε ελήφθη λόγω αμφιβολιών του κατηγορουμένου/ διοικούμενου είτε άνευ αυτών. Τα ανωτέρω συμπορεύονται με την αυτόνομη ερμηνεία του ΕΔΔΑ για την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος[7], δέχθηκε ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που έπεται τελικής[8] αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο, δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών[9]. Στο σημείο, όμως, αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η δέσμευση αυτή δεν στερεί τον διοικητικό δικαστή από την έρευνα, κατ’ ουσίαν, της ένδικης υπόθεσης[10], βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (άρθρα 144 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική (άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας)[11].
2) Δεν υπάρχει δέσμευση από αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα περί παύσης ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής
Κατ’ εξαίρεση των ανωτέρω, η αμετάκλητη ποινική απόφαση ή βούλευμα που παύει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος δε δεσμεύει καθόλου τα διοικητικά δικαστήρια. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση/βούλευμα βασίζεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης, συνεπεία της παραγραφής, και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος[12]. Παρόλα αυτά, όμως, ενόψει της αιτιολογικής βάσης μιας τέτοιας απόφασης/βουλεύματος, μπορεί, όπως έχει κριθεί, ενίοτε, να ανακύψει ζήτημα συνεκτίμησής της/του από το διοικητικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη ή μη της περιβαλλοντικής παράβασης[13].
Β) πλήρης ταυτότητα υποκειμένων και πραγματικών περιστατικών
1) ταυτότητα προσώπων
Είναι αναγκαίο το πρόσωπο σε βάρος του οποίου καταλογίστηκε το περιβαλλοντικό πρόστιμο να ταυτίζεται με το πρόσωπο κατά του οποίου κινήθηκε η ποινική διαδικασία, που ολοκληρώθηκε με την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο, έχει κριθεί ότι το διοικητικό δικαστήριο δε δεσμεύεται στις εξής περιπτώσεις: α) όταν το περιβαλλοντικό πρόστιμο επιβλήθηκε σε βάρος νομικού προσώπου (εταιρείας), η δε ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου αυτού[14]. Μάλιστα, όταν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή, δεν υφίσταται πλέον έννομο συμφέρον για την προβολή λόγου περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας από το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου δεν στράφηκε καν η ποινική διαδικασία[15]. Ωστόσο, δύναται να ληφθεί υπόψη η αθωωτική αυτή απόφαση κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου, προκειμένου να καταλήξει αιτιολογημένα στο ίδιο ή σε διαφορετικό συμπέρασμα[16] και β) όταν το περιβαλλοντικό πρόστιμο αφορά ΟΤΑ α΄ βαθμού, ενώ η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του Δημάρχου ή Αντιδημάρχου του[17].
2) ταυτότητα πραγματικών περιστατικών
Απαιτείται όμοια παράβαση της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που επιβλήθηκε στο ίδιο πρόσωπο η αντίστοιχη περιβαλλοντική κύρωση. Δηλαδή, η αθώωση του ίδιου προσώπου πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την τέλεση ή μη της εκάστοτε επίμαχης, όμοιας παράβασης (ποινικής και διοικητικής). Ενδιαφέρουσα, είναι η απόφαση του ΔΕφΠατρ 253/2025 που αφορούσε πρόστιμο για την παράβαση της εναπόθεσης απορριμμάτων σε μη λειτουργούντα Χ.Α.Δ.Α., συγκεκριμένα για την απόθεση οικιακών απορριμμάτων σε πρώην Χ.Α.Δ.Α. στη θέση «Πολυπόταμος» στο Δ.Δ. Φλόκα του Δήμου της Αρχαίας Ολυμπίας. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η αθωωτική κρίση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης για την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός με εκείνη, για την οποία επιβλήθηκε η αντίστοιχη διοικητική, ήταν δεσμευτική, κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ., έστω και αν έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών. Και τούτο, διότι στην ανωτέρω κρίση του κατέληξε το ποινικό δικαστήριο, ύστερα από συνολική και ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (εξέταση μαρτύρων – απολογία κατηγορουμένου) και αξιολογώντας μάλιστα στοιχεία τα οποία ταυτίζονταν με τα ευρισκόμενα στον αντίστοιχο διοικητικό φάκελο[18]. Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι και η απόφαση του ΔΕφΑθ 3604/2024. Καταρχάς, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση παραδεκτώς προσκομίσθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη και πρέπει να ληφθεί υπόψη, ενόψει του οψιγενούς χαρακτήρα της, αφού δεν είχε καθαρογραφεί πριν από τη συζήτηση της προσφυγής. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε πρόστιμο για διενέργεια παράνομης εξόρυξης και απόληψης αδρανών υλικών από αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος. Για την ίδια, όμως, παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, ο εκκαλών είχε αθωωθεί με αμετάκλητη ποινική απόφαση, που λήφθηκε, μετά από ουσιαστική εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, και με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν προϋπόθεση και της ένδικης διοικητικής παράβασης και, ως εκ τούτων, κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δέσμευε το δικαστήριο[19].
Επίσης, για την ταύτιση των πραγματικών περιστατικών μεταξύ των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) κρίσιμος, όπως έχει κριθεί, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αυτοψία για την επιβολή του περιβαλλοντικού προστίμου, ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε να ταυτίζεται με τον χρόνο τέλεσης της αντίστοιχης ποινικής παράβασης[20].
Πάντως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, όταν η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση αφορά πλείονες διαφορετικές παραβάσεις, που βασίζονται σε διακριτές ενέργειες και παραλείψεις του παραβάτη σε σχέση με την καταλογισθείσα σε βάρος του περιβαλλοντική κύρωση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη ποινική απόφαση αφορούσε: α) την άσκηση δραστηριότητας χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση, β) την παράλειψη παράδοσης των αποβλήτων σε αδειοδοτημένο φορέα διαχείρισης ή σε εγκεκριμένο εναλλακτικό σύστημα και γ) την ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος δια της εναπόθεσης αποβλήτων σε ακίνητο, η δε διοικητική κύρωση επιβλήθηκε μόνο για την παράβαση της παράλειψης λήψης αποτελεσματικών μέτρων προστασίας της ιδιοκτησίας του διοικούμενου απ’ την εναπόθεση αποβλήτων σε αυτήν εκ μέρους τρίτων, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε μεταξύ των αποφάσεων αυτών η ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση[21].
III. Περιπτώσεις αμετάκλητης ποινικής αθώωσης μη δεσμευτικής
Α) Η ποινική αθώωση λόγω διαπίστωσης της μη συνδρομής στο πρόσωπο του παραβάτη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου. Τα περιβαλλοντικά πρόστιμα επιβάλλονται, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του διοικούμενου, με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της εκάστοτε παράβασης και, ως εκ τούτου, δεν προϋποθέτουν καν την απόδειξη υπαιτιότητας. Επομένως, δεν ασκεί καμία επιρροή τυχόν αθώωσή του από τα ποινικά δικαστήρια για τα εκεί αναφερόμενα αδικήματα, τα οποία προϋποθέτουν την απόδειξη ύπαρξης δόλου στο πρόσωπό του. Εξάλλου, στις αθωωτικές αυτές ποινικές αποφάσεις δεν αξιολογούνται πάντοτε οι συνθήκες τέλεσης της παραβίασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, που καταγράφονται κατά κανόνα στην αυτοψία των αρμοδίων διοικητικών οργάνων και αποτελούν προϋπόθεση της επιβολής της περιβαλλοντικής κύρωσης[22].
Β) Η ποινική αθώωση βασίζεται στη μη επέλευση ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Τα περιβαλλοντικά πρόστιμα έχουν τεθεί για την αντιμετώπιση της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, χωρίς, όμως, να απαιτείται για τη διαπίστωσή τους να έχει ήδη επέλθει βλάβη σε αυτό, καθώς σκοπός τους είναι η αποτροπή της πιθανότητας ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος με τη λήψη όλων των αναγκαίων προς τούτο προληπτικών μέτρων[23]. Επομένως, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος ανήκει μεν στην αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος, όμως, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπίστωση τέλεσης των αντίστοιχων περιβαλλοντικών προστίμων [24].
ΙV. Συμπερασματικές κρίσεις
Από την επισκόπηση της πρόσφατης νομολογίας προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ. ερμηνεύεται κατά κανόνα στενά από τα διοικητικά δικαστήρια. Ο ενδονομολογιακός διάλογος[25] μεταξύ των ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, που έχει ξεκινήσει με αφορμή την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, βρίσκεται υπό διαρκή εξέλιξη. Η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των δικαιοδοσιών (εν προκειμένω ποινικών και διοικητικών), όπως μέχρι στιγμής οριοθετείται μέσω της διάταξης αυτής από τον εθνικό νομοθέτη, απαιτεί από τον διοικητικό δικαστή, πρωτίστως, τον σεβασμό του διατακτικού της ποινικής αθώωσης. Ωστόσο, στο πεδίο των περιβαλλοντικών προστίμων, η τήρηση της εφαρμογής των δύο βασικών, διακριτών μεταξύ τους, αρχών της περιβαλλοντικής προστασίας, ήτοι της πρόληψης και της προφύλαξης, που στοχεύουν στην αποφυγή δημιουργίας μη αναστρέψιμων, βλαπτικών για το περιβάλλον καταστάσεων, είναι επιτακτική. Συνεπώς, αποτελεί πρόκληση για τον εθνικό διοικητικό δικαστή η διαφύλαξη των αρχών αυτών, κατά την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
[1] Το τεκμήριο αθωότητας, που διατυπώθηκε καταρχάς στο άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το έτος 1789, επιβάλλει όπως «κάθε άνθρωπος τεκμαίρεται αθώος μέχρις ότου κηρυχθεί ένοχος». Επίσης, προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ. 1 της οικουμενικής Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (1948), στο άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997) και στο άρθρο 40 παρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που κυρώθηκε με το ν.2101/1992). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατοχυρώθηκε στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), καθώς και στο άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[2] Το τεκμήριο αθωότητας σκοπεί στον σεβασμό της αθώωσης ως στοιχείο της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, Π. Βογιατζής «Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας από την ποινική στη διοικητική δίκη: ζητήματα ασυμβατότητας μεταξύ του ΕΔΔΑ και του Συμβουλίου της Επικρατείας» Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου (ΘΠΔΔ), 6/2015, σελ. 533 – 548.
[3] Όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 με έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 στην ΕτΚ, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού). Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016 και την σχετική με τον νόμο αυτό έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής προκύπτει ότι η παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 προς τον σκοπό της εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (7ο ΠΠ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987, Α΄ 89), όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Δηλαδή, ως δικαιολογητική βάση της νέας διάταξης προβάλλεται το ne bis in idem (όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) και το τεκμήριο αθωότητας (κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), ήτοι οι δύο αυτές εγγυήσεις της ΕΣΔΑ, οι οποίες, βέβαια, διακρίνονται μεταξύ τους. Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, έχει διαμορφώσει την αυτόνομη κατά την ΕΣΔΑ έννοια του τεκμηρίου αθωότητας, επεκτείνοντας την εφαρμογή του και μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, στην περίπτωση που αυτή καταλήγει στην παύση της δίωξης ή στην αθώωση. Ενίοτε, ωστόσο, δημιουργείται σύγχυση μεταξύ τεκμηρίου αθωότητας, όταν αυτό εφαρμόζεται μετά το πέρας της ποινικής δίκης, και της αρχής ne bis in idem. Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem προϋποθέτει προεχόντως την ύπαρξη δύο διαδικασιών ποινικού χαρακτήρα κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ενώ δεν ισχύει όταν η μία από τις δυο διαδικασίες δεν είναι ποινική ή, πάντως, δεν ισχύει στην έκταση που η μία από τις δύο διαδικασίες δεν είναι ποινική βάσει των κριτηρίων Engel. Εξάλλου, για να έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem πρέπει να έχει ολοκληρωθεί αμετάκλητα μία από τις δύο ποινικές διαδικασίες, τούτο δε ανεξαρτήτως της έκβασης αυτής (καταδίκη ή αθώωση). Αντιθέτως, το τεκμήριο αθωότητας καλείται σε εφαρμογή μόνον εφ’ όσον έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Περαιτέρω, πέραν του αμετακλήτου της προηγηθείσης ποινικής αθωωτικής απόφασης, απαιτείται και η ύπαρξη συνάφειας, ήτοι ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ ποινικής και επακολουθούσης μη ποινικής δίκης (ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, ΕΔΔΑ 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκ. 25-28). Βλ. εισήγηση της Ε. Νίκα με θέμα «Το τεκμήριο της αθωότητας μετά την αθώωση – Η επεκτατική εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης» σε σεμινάριο της ΕΣΔΙ «Οι σχέσεις ποινικής πολιτικής διοικητικής δίκης» , διαθέσιμη στην ιστοσελίδα: https://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2018/nika.pdf, τελευταία επίσκεψη 3.11.2025.
[4] Το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όριζε, πριν την ανωτέρω αντικατάστασή του, ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη», όχι όμως και από τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, ρύθμιση η οποία είχε κριθεί ως συνάδουσα προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 1741/2015 Ολομ.).
[5] Η νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδ. β΄) του Κ.Δ.Δ. δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού), καθότι, κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί/συζητηθεί πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος της (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 458-9/2018 7μ., 803/2024, κ.α.).
[6] Βλ. αναλυτικά σκ. 4 της ΔΕφΠειρ 751/2025.
[7] Βλ. την με αρ. προσφ. 35522/04 σκ. 38-40.
[8] Ως «τελική» απόφαση για την ελληνική έννομη τάξη έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (Μαγγαφίνης κατά Ελλάδος). Βλ. ο.π. εισήγηση της Ε. Νίκα.
[9] Το ΕΔΔΑ, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε ότι κατά κατά την αρχή «in dubio pro reo», που συνιστά μια ιδιαίτερη έκφανση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καμία ποιοτική διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και της αθώωσης μετά από τη διαπίστωση πέραν πάσης αμφιβολίας της αθώωσης του κατηγορούμενου, καθώς οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται βάσει των αιτιολογιών που κάθε φορά εκφέρει ο ποινικός δικαστής.
[10] Βλ. πρόσφατες αποφάσεις: ΔΕφΘεσ 524/2025 σκ. 4 και ΔΕφΑθ 3604/2024 σκ. 2.
[11] Η κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης από το διοικητικό δικαστή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η διατύπωση της απόφασής του δεν εξέρχεται των ορίων του διοικητικού δικαίου και της διοικητικής δίκης (πρβλ. ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 35522/04, σκέψη 40) (πρβλ. ΣτΕ 803/2024 σκ. 4 κ.ά.).
[12] Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1904/2019 και ΔΠΚομ 709/2022, ΔΠΤρπ 28-30/2022.
[13] Βλ. ΔΠΧαν 419/2023 σκ. 8, ΔΠΚομ. 709/2022 σκ. 10, ΔΠΤρπ 30/2022 σκ. 10-12, πρβλ. ΣτΕ1700/2020 και ΕΔΔΑ απόφαση 13.9.2007, 27521/04, Moullet κατά Γαλλίας.
[14] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 962/2024 σκ. 6 με τις περαιτέρω παραπομπές και ΔΕφΑθ 2080/2025 σκ.40, 1514-15/2025, πρβλ. ΕΔΔΑ της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. & Σ. Μεταφορική ΕΠΕ κλπ. κατά Ελλάδος, 29829/2005. Επίσης, είναι αυτονόητο ότι, στην περίπτωση αυτή, δε δύναται να επικαλεστεί διάδικος αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι το πρόσωπο που φερόταν ως διαχειριστής εταιρείας δεν ήταν πράγματι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. ad hoc ΔΕφΚομ 129/2025 σκ.19).
[15] Πρβλ. ΣτΕ 427/2025, 1899/2022, 1832/2020.
[16] Βλ. ΔΠΑλξ. 176/2025 σκ. 7. Στην απόφαση αυτή, το δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενο αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου (αφορούσα τον νόμιμο εκπρόσωπο της προσφεύγουσας εταιρείας και όχι την ίδια), και συγκεκριμένα το γεγονός ότι κατά την ποινική διαδικασία δεν αποδείχθηκε η συνδρομή όλων των στοιχείων που κατά νόμο στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στην προσφεύγουσα εταιρεία παράβασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (εν προκειμένω τα άρθρα 11 και 30 του ν.1650/1986), κατέληξε στην κρίση ότι η αντικειμενική ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών ανέτρεπε την αιτιολογική βάση της ένδικης διοικητικής κύρωσης. Επίσης, ενδιαφέρουσα η ΔΠΛαρ 127/2025 σκ. 17.
[17] Βλ. ενδεικτικά ΔΠΚορ 139/2024 και ΔΠΤρκ 25/2024.
[18] Βλ. αναλυτικά σκ. 8 της ΔΕφΠατρ 253/2025.
[19] Βλ. αναλυτικά σκ. 7 της ΔΕφΑθ 3604/2024.
[20] Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1726/2022 σκ. 11.
[21] Βλ. αναλυτικά ΔΠΑθ 11477/2023. Επίσης, για την έννοια της έτερης παράβασης της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, βλ. ενδεικτικά ΔΕφΠειρ 1512/2024 σκ.14. και 1351/2023 σκ. 11.
[22] Βλ. ΣτΕ 1256/2022 σκ.5 και 4050/2015 σκ. 14, βλ. ΔΕφΤρπ 6/2025 σκ. 8, ΔΕφΠατρ 401/2023 σκ. 8, ΔΠΑθ 2447/2025 σκ. 9.
[23] Βλ. ενδεικτικά ΔΕφΑθ 342/2023 σκ. 13, 2207/2021 σκ. 20, ΔΕφΘεσσ 485/2018 σκ.13, ΔΠΑθ 2724/2025 σκ. 4, ΔΠΛιβ 498/2025 σκ.7 και ΔΠΒολ 65/2024 σκ. 9.
[24] Βλ. ΔΠΑθ 6500/2025 σκ. 12 και 13 και 14875/2023 σκ. 8.
[25] Βλ. μελέτη Γεωργίου Αποστολάκη, Αρεοπαγίτη, «Τεκμήριο αθωότητας και Αστικές Διαφορές. Ένας ενδονομολογιακός διάλογος», διαθέσιμη στην ιστοσελίδα: https://www.lawspot.gr/nomika-nea/tekmirio-athootitas-kai-astikes-diafores-enas-endo-nomologiakos-dialogos/, τελευταία επίσκεψη 3.11.2025.






