ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ: ΕΛΠΙΔΑ Ή ΕΦΙΑΛΤΗΣ; (Μάιος 2008)
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
Η υποβάθμιση και η καταστροφή του περιβάλλοντος, τόσο σε τοπική όσο και σε πλανητική κλίμακα, προκαλεί τα τελευταία χρόνια σημαντική ανησυχία, αφού εκφράζονται φόβοι ότι μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην όξυνση των ήδη υπαρχουσών διακρατικών ή ενδοκρατικών συγκρούσεων. Το πιο σοβαρό πρόβλημα είναι η κλιματική αλλαγή, ως αποτέλεσμα της σταδιακής υπερθέρμανσης του πλανήτη («φαινόμενο του θερμοκηπίου»), η οποία μπορεί να προκαλέσει μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και μακροπρόθεσμες ανακατατάξεις στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος (ως αποτέλεσμα της αλλαγής κλίματος σε συγκεκριμένες περιοχές). Εκφράζονται φόβοι για εκτεταμένες (μόνιμες) πλημμύρες σε παράκτιες περιοχές και για εξαφάνιση νησιωτικών κρατών στον Ειρηνικό και στον Ινδικό ωκεανό.
Για δεύτερη φορά (ως πρώτη φορά θεωρούμε την ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας), ο άνθρωπος παίζει τον μαθητευόμενο μάγο. Η επιστημονική πρόοδος και οι τεχνολογικές και οικονομικές δραστηριότητες της ανθρώπινης φυλής απειλούν όχι μόνο την οικολογική ισορροπία του πλανήτη, αλλά και τη μελλοντική εξέλιξη, και την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με το ενεργειακό πρόβλημα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από μεμονωμένα κράτη, όσο ισχυρά κι αν είναι αυτά.
Σήμερα, οι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από σταθερά αυξανόμενη αλληλεξάρτηση, απαιτώντας κοινές λύσεις σε κοινά προβλήματα. Για πρώτη φορά καλείται η ανθρωπότητα να δράσει ως οργανωμένο σύνολο για την αντιμετώπιση μιας σειράς σοβαρών απειλών για την ύπαρξή της. Οι ως τώρα αντιδράσεις είναι δυστυχώς απογοητευτικές. Εύχεται κανείς να μην επιτραπεί στα μικροπολιτικά συμφέροντα σε διάφορες χώρες να εμποδίσουν την πλήρη συνειδητοποίηση αυτής της νέας πραγματικότητας και την έγκαιρη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού και του ενεργειακού προβλήματος.
Μακροπρόθεσμα, θεωρούμε ότι η καλύτερη λύση θα ήταν η μείωση των ενεργειακών αναγκών με την εξοικονόμηση ενέργειας, με τη χρήση λιγότερο ενεργοβόρων τεχνολογιών και με την επέκταση της χρήσης ήπιων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (και η αρχή θα πρέπει να γίνει στις ανεπτυγμένες χώρες). Δυστυχώς όμως μια τέτοια λύση δεν είναι εφικτή σήμερα, αφού η τεχνολογική ανάπτυξη των εναλλακτικών πηγών ενέργειας δεν επιτρέπει την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε κάποια άλλη βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη λύση, κυρίως μέσω του βέλτιστου συνδυασμού πηγών ενέργειας.
Λόγω της ανάγκης μείωσης των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα και την αναμενόμενη σημαντική αύξηση της ζήτησης και της κατανάλωσης ενέργειας στις αναπτυσσόμενες χώρες (με κύρια παραδείγματα την Ινδία και την Κίνα), και τις αρνητικές συνέπειες της υπερεξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου, αυξάνεται εσχάτως η «δημοτικότητα» της πυρηνικής ενέργειας ως συμπληρωματικής λύσης για την κάλυψη των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, στα τέλη του 2007, υπήρχαν σε ολόκληρο τον κόσμο 444 αντιδραστήρες ισχύος σε λειτουργία -και 41 υπό κατασκευή ή υπό παραγγελία-, οι οποίοι κάλυπταν περίπου το 16% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Βέβαια, ο έμφυτος φόβος του ανθρώπου γι’ αυτή την αόρατη καταστροφική δύναμη, τη ραδιενέργεια (φόβος που ενισχύθηκε από το Τσερνομπίλ και άλλα ατυχήματα, καθώς και από τη χρήση πυρηνικών όπλων στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι), βαρύνει κατά της πυρηνικής επιλογής. Τα δυο σημαντικότερα προβλήματα είναι η πιθανότητα ατυχημάτων και η συσσώρευση των πυρηνικών αποβλήτων (για τα οποία δεν έχει βρεθεί κάποια απόλυτα ασφαλής μέθοδος αδρανοποίησης). Ένα τρίτο σημαντικό πρόβλημα, που συνδέεται έμμεσα με την πυρηνική ενέργεια, είναι οι πιθανές στρατιωτικές χρήσεις. Αν και η χρήση ειρηνικών πυρηνικών εγκαταστάσεων δεν είναι η καλύτερη (από πλευράς χρόνου και οικονομικού κόστους) μέθοδος για την κατασκευή πυρηνικών όπλων, ωστόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τον σκοπό αυτό.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της πυρηνικής ενέργειας είναι ότι δεν μολύνει άμεσα το περιβάλλον (σε αντίθεση με την παραγωγή ενέργειας από την καύση ορυκτών καυσίμων), ενώ το κόστος παραγωγής ενέργειας φαίνεται ότι είναι «λογικό» (ιδιαίτερα αν προσμετρηθεί ο φόρος ορυκτών καυσίμων), χωρίς σε αυτό να συμπεριλαμβάνεται και η αδρανοποίηση των πυρηνικών εργοστασίων που τίθενται εκτός λειτουργίας μετά το πέρας ορισμένου χρόνου (για νέου τύπου αντιδραστήρες πιθανόν θα είναι εφικτή η παράταση ζωής από 40 σε 60 χρόνια, και ίσως σε 80).
Εξετάζοντας τα υπέρ και τα κατά της πυρηνικής επιλογής, ο πιο σημαντικός παράγοντας (στο πλαίσιο αυτό) είναι βέβαια η ασφάλεια των πυρηνικών εργοστασίων. Οι ειδικοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η σημερινή γενιά αντιδραστήρων ισχύος (που βασίζονται σε «παθητικά» συστήματα ασφάλειας) είναι πολύ πιο ασφαλείς από τους παλαιότερους. Αλλά η πιθανότητα ατυχήματος, αν και εξαιρετικά χαμηλή, θα συνεχίσει να υπάρχει λόγω ανθρωπίνων λαθών ή φυσικών καταστροφών (π.χ. ισχυρών σεισμών).
Και η Ελλάδα πώς επηρεάζεται; Η ελληνική κοινή γνώμη συνεχίζει να απορρίπτει την πυρηνική ενέργεια και ο γράφων ομολογεί την -ενδεχομένως αδικαιολόγητη ή υπερβολική- ανακούφισή του που η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να διαχειριστεί ένα τόσο σημαντικό ζήτημα κινούμενη μεταξύ της «Σκύλλας του συνδικαλισμού ελληνικού τύπου» και της «Χάρυβδης της ανυπαρξίας κουλτούρας ασφαλείας» σε αυτή τη χώρα. Όμως αυξανόμενος αριθμός χωρών στην περιοχή μας (Αλβανία, Τουρκία, ενδεχομένως η Αίγυπτος και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής) προωθούν τη χρήση πυρηνικής ενέργειας, προστιθέμενες στις υπάρχουσες (Βουλγαρία, Σλοβενία, Αρμενία, Ουκρανία). Σαφώς και δεν μπορούμε να τις εμποδίσουμε. Ο προβληματισμός ωστόσο περί «κουλτούρας ασφαλείας» και ύπαρξης του αναγκαίου εξειδικευμένου προσωπικού είναι ακόμα πιο έντονος για ορισμένες από τις χώρες αυτές.
Οι πιθανές συνέπειες της πυρηνικής επιλογής, η εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή που θα πλήξει έντονα την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, τα γεωπολιτικά και τα γεωοικονομικά παίγνια στον χώρο της ενέργειας με υψηλό δυνητικό όφελος αλλά και κόστος (blackout και ενεργειακών εκβιασμών συμπεριλαμβανομένων): μια παρτίδα σκάκι για έμπειρους παίκτες.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» στις 6 Μαΐου 2008, σ. Α11.






