ΣτΕ 2272/2022 [Νόμιμος καθορισμός αιγιαλού]
Περίληψη
– Εφόσον ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν καθορισθεί κατά το παρελθόν εσφαλμένως, κατά την άποψή του, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα, πλην της περιπτώσεως μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων, η Διοίκηση οφείλει καταρχήν να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη σφάλματος κατά τον αρχικό καθορισμό. Κατ’ ακολουθία, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αιτήσεως επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, η οποία συνοδεύεται από σχετικά συγκεκριμένα στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιοδήποτε λύγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή έχουν εκτελεστό χαρακτήρα.
Η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της αιτήσεως επανακαθορισμού των αιτούντων προσβάλλεται παραδεκτώς, διότι, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, εφόσον η αίτηση συνοδευόταν από συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη σφάλματος κατά τον αρχικό καθορισμό. Ως συμπροσβαλλόμενη πρέπει να θεωρηθεί η – εκδοθείσα μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως- έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού- παραλίας και παλαιού αιγιαλού, με την οποία απερρίφθη ρητώς η αίτηση.
Η πάροδος του τριμήνου αποτελεί όρο για τη συντέλεση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενεργείας και επομένως αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή της ακυρωτικής διαδικασίας εξυπηρετεί δικονομική λειτουργία καθώς οριοθετεί, με κανόνα γενικής, καταρχήν, εφαρμογής, το χρονικό σημείο από το οποίο η αδράνεια της διοικήσεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προστασίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α’ του Συντ. Αντιθέτως, η, εγγυώμενη τη δικαστική προστασία, γενική τρίμηνη προθεσμία συναγωγής της παραλείψεως, έχουσα, κατά τα ανωτέρω, δικονομικό χαρακτήρα, δεν οριοθετεί την κατά χρόνο αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου, το οποίο ουδόλως στερείται της αρμοδιότητας να εκδώσει τη διοικητική πράξη, μεταγενεστέρως, εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα και με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ή τις τυχόν ειδικές διατάξεις που διέπουν την κατά χρόνο αρμοδιότητά του. Με τα δεδομένα αυτά, δεν κωλύεται η Επιτροπή καθορισμού των ορίων αιγιαλού-παραλίας και παλαιού αιγιαλού να αποφανθεί επί της αιτήσεως επανακαθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού και μετά την πάροδο της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των αιτούντων.
Δεν προβάλλονται δε συγκεκριμένοι και ειδικοί ισχυρισμοί προς στοιχειοθέτηση της παραβιάσεως της αρχής του ευλόγου χρόνου δράσης της Διοίκησης, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης. Εξάλλου, εφόσον ο ως άνω λόγος ακυρώσεως έχει την έννοια ότι έχει συντελεστεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως των αιτούντων, η εξέταση του έχει καταστεί πλέον αλυσιτελής, μετά την έκδοση της απορριπτικής της αιτήσεως εκθέσεως της Επιτροπής, η οποία θεωρείται συ μπροσ βαλλόμενη και παρέχεται κατ’ αυτής δικαστική προστασία.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, το οποίο δεν αμφισβητείται περαιτέρω από τους αιτούντες, η συμπροσβαλλόμενη έκθεση της Επιτροπής στηρίζεται στη διαχρονική εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων στοιχείων, βάσει φωτοερμηνειών, κατά τη διάρκεια πολλών ετών, από την Υδρογραφική Υπηρεσία και το ΓΕΝ) και είναι αιτιολογημένη ως προς τα κρίσιμα κατά νόμο στοιχεία για τον καθορισμό ορίων, ήτοι ως προς τον αμμώδη χαρακτήρα της ζώνης του παλαιού αιγιαλού, όπως αυτός σχηματίστηκε από φερτή από τα κύματα άμμο, και ως προς την ανυπαρξία δικαιωμάτων νομής ή κατοχής κατά τη χρονική περίοδο πριν το 1884, εξαιρούμενων όσων διαπιστώθηκαν κατά τον αρχικό καθορισμό όσων προέκυψαν από παράνομες καταπατήσεις ιδιωτών. Είναι δε νόμιμη η χρήση από την Επιτροπή τεκμηρίων, βάσει της κοινής πείρας και γνωστών σε όλους επιστημονικών δεδομένων και κατά παραπομπή στις αντίστοιχες κρίσεις της Υδρογραφικής Υπηρεσίας, όσον αφορά στη διαπίστωση υπάρξεως παλαιού αιγιαλού βάσει του μονίμως διαμορφωθέντος αμμώδους χαρακτήρα του εδάφους. Ούτε, άλλωστε, είναι αναγκαία η τεκμηρίωση του αμμώδους χαρακτήρα της εκτάσεως, ειδικώς βάσει γεωλογικής μελέτης και μόνο, ή βάσει αυτοψίας του ΓΕΝ, εφόσον, μάλιστα, η απαρίθμηση στο νόμο των επιστημονικών και τεχνικών δεδομένων, στα οποία η Επιτροπή δύναται να στηρίξει την κρίση της, είναι ενδεικτική, ενώ διενεργήθηκε αυτοψία στην επίμαχη περιοχή από μέλη της Επιτροπής. Εξάλλου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την από τον Φεβρουάριο 2003 Μελέτη του ΙΓΜΕ, όπως αποτυπώθηκε στον χώρο με το από τον Ιανουάριο 2004 τοπογραφικό σχέδιο ιδιώτη Τοπογράφου Μηχανικού και έκρινε ότι η ανωτέρω αιτιολογία δεν κλονίζεται από τις εν λόγω προσκομισθείσες εκ μέρους των αιτούντων μελέτες, οι οποίες, κατά την Επιτροπή, παρουσιάζουν ελλείψεις και πλημμέλειες, η δε αιτιολογία αυτή δεν αμφισβητείται περαιτέρω από τους αιτούντες. Περαιτέρω, με νόμιμη αιτιολογία, η οποία επίσης δεν αμφισβητείται περαιτέρω, δέχθηκε η Επιτροπή με την συμπροσβαλλόμενη έκθεση ότι δεν αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια, ούτε η νομιμότητα των δικαιωμάτων νομής ή κατοχής επί του παλαιού αιγιαλού που επικαλούνται οι αιτούντες ούτε η αναγωγή τους στον χρόνο πριν το 1884, κυρίως ενόψει του ότι τα εν λόγω συμβόλαια, κατά την κρίση της Επιτροπής, δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα και δεν καταδεικνύουν γεωχωρικά τη θέση των ακινήτων που περιγράφονται σε αυτά.
Οι αιτούντες προβάλλουν ότι τα ακίνητά τους είναι όμορα συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, η οποία εξαιρέθηκε από τον υπάρχοντα αιγιαλό. Ισχυρίζονται ότι η Διοίκηση ουδόλως απαντά για ποιο λόγο εξαιρέθηκε μόνο η ως άνω ιδιοκτησία από τον παλαιό αιγιαλό και γιατί οι ιδιοκτησίες των αιτούντων δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης αντιμετώπισης. Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται, κατά τους αιτούντες, η συνταγματική αρχή της ισότιμης μεταχείρισης ομοειδών περιπτώσεων. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, πέραν του ότι η εν λόγω εξαίρεση δεν εξετάστηκε από τη Διοίκηση στο πλαίσιο απαντήσεως επί του ένδικου αιτήματος επανακαθορισμού αλλά σε προγενέστερο στάδιο, καθώς και του ότι στην συμπροσβαλλόμενη έκθεση της Επιτροπής περιέχεται, πάντως, ειδική αιτιολογία σχετικά με την εξαίρεση της όμορης ιδιοκτησίας, η εφαρμογή των οικείων διατάξεων του ν. 2971/2001 δεν εμποδίζεται από την τυχόν παράλειψη της Διοίκησης να εξετάσει το καθεστώς άλλων ιδιοκτησιών, ευρισκομένων εντός της ίδιας ή γειτονικής έκτασης. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ο καθορισμός ορίων αιγιαλού όσον αφορά την όμορη ιδιοκτησία δεν δύναται να ελεγχθεί ακυρωτικά στην παρούσα δίκη.
Πρόεδρος: Π. Καρλή
Εισηγητής: Δ. Πυργάκης
Το πλήρες κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί αμέσως μετά την καθαρογραφή του από το Δικαστήριο.






