ΣτΕ 3246/2017 [Παράνομη ανάκληση πράξης χαρακτηρισμού]
Περίληψη
-Η πράξη του δασάρχη περί χαρακτηρισμού εκτάσεως ως δασικής μετά την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο είναι δεσμευτική για τον δασάρχη, ο οποίος δεν δικαιούται πλέον να επανέλθει στην υπόθεση και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει την απόφασή του. Πράξη ανάκλησης της εν λόγοι πράξης χαρακτηρισμού εκδίδεται μεν αναρμοδίως ή καθ‘ υπέρβαση εξουσίας πλην το ελάττωμα αυτό, το οποίο είναι διάφορο από τη νόσφιση εξουσίας ή την κατά κλάδον αναρμοδιότητα, οι οποίες συνεπάγονται το ανυπόστατο διοικητικής πράξης, δεν καθιστά την εν λόγω ανακλητική απόφαση ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη και προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως εντός εξηκονθήμερης προθεσμίας που εκκινεί από την γνώση της πράξης αυτής. Τούτο δε ισχύει ακόμη και εάν η ανακλητική απόφαση εκδοθεί ή γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερομένους μετά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της ανακαλούμενης πράξης χαρακτηρισμού, διότι το κρίσιμο εν προκειμένω είναι η εξουσία του δασάρχη να επανελθεί επί πράξεως χαρακτηρισμού, η οποία ορίζεται και παύει από την αποστολή της πράξης αυτής στον ενδιαφερόμενο, ανεξάρτητα εάν και πότε έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας, στοιχείο κρίσιμο για την ανάπτυξη των εννόμων συνεπειών της πράξης ως προς τους τρίτους. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω ανακλητική απόφαση δεν ανακληθεί με τη σειρά της ή δεν ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως διοικητικής προσφυγής ή αίτησης ακυρώσεως, παράγει πλήρως τα έννομα αποτελέσματά της.
-Με την έφεση προβάλλονται λόγοι, με τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής καθ’ ό μέρος προβαίνει σε χαρακτηρισμό εκτάσεων ως δασικών και οι συναφείς κρίσεις της εκκαλουμένης. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, πέραν του ότι δεν συνοδεύονται από αντίστοιχους ισχυρισμούς παραδεκτού κατά το άρθρο 12 του ν. 3900/2010. δεν αναφέρονται σε ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή οικονομικού δικαίου, που μπορεί να έχει γενικότερη εφαρμογή, αλλά συνάπτονται αποκλειστικά με την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης και με την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως.
Πρόεδρος: Κ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, όπως συμπληρώθηκε με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η εξαφάνιση της 285/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως των ήδη εκκαλούντων κατά της 39/2010 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή προσφυγή της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Θεσσαλίας κατά της 15/2009 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Μαγνησίας. Με την εν λόγω απόφαση έγιναν δεκτές αντιρρήσεις των εκκαλούντων κατά της 1167/8.12.2005 πράξης του Δασάρχη Σκοπέλου περί χαρακτηρισμού εκτάσεων στη νησίδα “Τσουνγκριά” περιφέρειας Δήμου Σκιάθου.
3. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών. Περαιτέρω, ως έλλειψη νομολογίας ή ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (πρβλ. ΣτΕ 1381/2017, 346/2017 2706/2016, 3933/2012 κ.ά.). Η ανωτέρω ρύθμιση ενόψει του περιεχομένου της και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) (βλ. ΣτΕ 1547/2012 7μ. κ.ά.).
4. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 998/1979 (Α΄ 289) ορίζονται τα εξής: “Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία διά την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινος ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου … Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου …”. Εξ άλλου, στον ίδιο νόμο προβλέπεται η χαρτογράφηση των δασών και των δασικών εκτάσεων και η σύνταξη δασικού χάρτη, ο οποίος, μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 12), καθώς και η τήρηση γενικού δασολογίου στην Κεντρική Δασική Υπηρεσία και τοπικού δασολογίου σε κάθε Δασαρχείο, όπου καταχωρίζονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που αποτυπώνονται στους δασικούς χάρτες (άρθρο 13). Περαιτέρω, στο άρθρο 14 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής: “1. Εάν δεν έχει καταρτισθεί εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει το δάσος ή η δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ’ αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις … δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη … Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρο 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη … αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα”.
5. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 998/1979 (Α΄ 289) θεσπίζουν ειδική ενδικοφανή διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για την Διοίκηση όσο και για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες. Από τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας των δασών (άρθρ. 24 παρ. 1, 117 παρ. 3), συνάγονται τα ακόλουθα: Η διαδικασία χαρακτηρισμού κινείται είτε αυτεπαγγέλτως από τον αρμόδιο δασάρχη είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου ιδιώτη είτε ύστερα από παραπομπή του ζητήματος από δημόσια αρχή. Σε κάθε όμως περίπτωση ο δασάρχης υποχρεούται να ακολουθήσει τη διαδικασία του νόμου και δεν έχει την ευχέρεια να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα. Ο δασάρχης οφείλει, δηλαδή, να εκδώσει προσηκόντως αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια του νόμου, περαιτέρω δε υποχρεούται να κοινοποιήσει την απόφασή του στον ιδιώτη ή τη δημόσια αρχή που υπέβαλε τη σχετική αίτηση και να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο νόμο. Η απόφαση του δασάρχη από την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο ιδιώτη ή τον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης είναι δεσμευτική για το δασάρχη. Δεν δικαιούται πλέον ο δασάρχης να επανέλθει στην υπόθεση και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει, ακόμη και για τυπικούς λόγους, την απόφασή του, η οποία στο εξής υπόκειται σε ακύρωση ή μεταρρύθμιση μόνο από τις αρμόδιες επιτροπές κατά τη θεσπιζόμενη από το νόμο ενδικοφανή διαδικασία. Οι έννομες, όμως, συνέπειες της πιο πάνω απόφασης ως προς τους τρίτους αναπτύσσονται, σε σχέση με το χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη, μόνο εφόσον και αφότου τηρηθούν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας, οπότε γίνεται ευρύτερα γνωστή η απόφαση του δασάρχη και καθίσταται δυνατή η αμφισβήτησή της από τον οικείο νομάρχη και τους τρίτους ενώπιον των αρμόδιων επιτροπών (ΣτΕ 2756/1994, 1038, 1040-1041, 1147-1148/1988 Ολομ). Τούτο δε για την αποτελεσματικότερη προστασία του δάσους, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, ο νομάρχης ή κάθε τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον δύναται, πάντως, αν έλαβε γνώση της απόφασης του δασάρχη, να φροντίσει ο ίδιος, μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση, να αποστείλει την απόφαση στο δήμο ή την κοινότητα, για τις δικές τους ενέργειες και να φροντίσει για τις δημοσιεύσεις στον τύπο ώστε ακολούθως να ασκηθούν αντιρρήσεις κατά της απόφασης ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την τελευταία κατά νόμο δημοσίευση. Εξάλλου, κάθε ενδιαφερόμενος που έχει έννομο συμφέρον δύναται να προσβάλει την απόφαση του δασάρχη στην πρωτοβάθμια επιτροπή και πριν από την τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων δημοσιότητας, αν η απόφαση αυτή του είναι γνωστή, η προθεσμία δε προσβολής της απόφασης είναι δύο μήνες από την τυχόν κοινοποίηση ή την γνώση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πριν από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας η απόφαση του δασάρχη δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, ενώπιον της οποίας ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του χαρακτήρα της έκτασης. Τρίτοι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν στη δημόσια αυτή αρχή, ενώπιον της οποίας τυχόν επικαλούνται την απόφαση του δασάρχη, τα οικεία αποδεικτικά στοιχεία της τοιχοκόλλησης και δημοσίευσης (βεβαίωση δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, φύλλα εφημερίδων), μπορούν δε και οι ίδιοι να επισπεύσουν, σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί, τις διατυπώσεις δημοσιότητας. Τέλος, αν ανατραπεί η απόφαση του δασάρχη από την πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια επιτροπή, ανακαλείται υποχρεωτικώς η διοικητική πράξη άλλης δημόσιας αρχής, η οποία στηρίχθηκε στην απόφαση του δασάρχη που ακυρώθηκε ή τροποποιήθηκε. Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες θεσπίστηκαν λόγω της ανάγκης να υποβληθεί η κρίση του δασάρχη στον ουσιαστικό έλεγχο επιτροπών που, λόγω της συγκρότησής τους, παρέχουν τα εχέγγυα επιστημονικώς ορθής και αδιάβλητης κρίσης, ενώπιον των επιτροπών αυτών προσβάλλονται, κατά την καθιερούμενη ενδικοφανή διαδικασία, μόνο οι αρμοδίως εκδιδόμενες πράξεις του δασάρχη, που αποφαίνονται για το χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής ή μη, και όχι οι πράξεις του με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται προηγούμενες σχετικές πράξεις του. Τέτοιες πράξεις, που εκδίδονται καθ’ υπέρβαση εξουσίας, υπόκεινται μόνον σε αίτηση θεραπείας ή ιεραρχική προσφυγή, διότι δεν υφίσταται στάδιο ουσιαστικού ελέγχου των ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση των ως άνω επιτροπών (βλ. ΣτΕ 2730/2011, 3739/2007, 2756/1994 Ολομ).
6. Επειδή, από την εκκαλουμένη προκύπτουν τα εξής: Το πρώτο των εκκαλούντων Ίδρυμα ζήτησε από τον Δασάρχη Σκοπέλου, με την από 17.11.1987 αίτησή του, η οποία συνοδευόταν από τοπογραφικό διάγραμμα, να οριοθετήσει τις δασικές από τις μη δασικές εκτάσεις την νησίδας “Τσουνγκριά”. Ο Δασάρχης Σκοπέλου εξέδωσε το υπ’ αριθ. 2462/26.11.1987 έγγραφο, με τον τίτλο «απλό πληροφοριακό έγγραφο», με το οποίο γνώρισε στο ως άνω Ίδρυμα ότι, κατόπιν αυτοψίας, ελέγχου του τοπογραφικού διαγράμματος και βάσει των σημειώσεων της Υπηρεσίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δασικές εκτάσεις της νησίδας “Τσουνγκριά” ανέρχονται σε 727 στρέμματα και οι μη δασικές εκτάσεις σε 408 σε σύνολο 1135 στρεμμάτων. Το έγγραφο αυτό απευθύνθηκε στο αιτούν Ίδρυμα και κοινοποιήθηκε στην Οικονομική Εφορία Σκοπέλου. Στη συνέχεια, ο Δασάρχης Σκοπέλου ανακάλεσε το ανωτέρω έγγραφο με την υπ’ αριθ. 876/9.5.1988 πράξη του, με την αιτιολογία ότι, όπως προέκυψε από νέα επιτόπια εξέταση, στις μη δασικές εκτάσεις (408 στρ.) συμπεριλήφθηκαν και εκτάσεις που κατέστησαν δασικές. Οι εκκαλούντες προχώρησαν, στις 13.5.1992, στη δημοσίευση του 2462/1987 εγγράφου του Δασάρχη Σκοπέλου στις εφημερίδες «Καθημερινή» και «Θεσσαλία», ενώ το έγγραφο αυτό εκτέθηκε στο δημοτικό κατάστημα Σκιάθου από 16.4.1992 έως 18.5.1992. Ακολούθως, οι εκκαλούντες, με την από 3.8.1992 αίτησή τους, ζήτησαν από τη Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, τη χορήγηση βεβαίωσης περί της καταθέσεως αντιρρήσεων κατά του 2462/1987 εγγράφου του Δασάρχη Σκοπέλου. Η Διοίκηση απάντησε ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση βεβαίωσης, διότι το έγγραφο αυτό έχει ανακληθεί από το έτος 1988, ενώ η δημοσίευση, κατά τα ανωτέρω, το έτος 1992 μη υπαρκτού εγγράφου ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρει και ότι για να λυθεί το θέμα του χαρακτηρισμού των εκτάσεων αυτών οριστικά θα έπρεπε οι ενδιαφερόμενοι να ακολουθήσουν τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979. Κατόπιν τούτων, το έτος 2005, η δεύτερη των εκκαλούντων με την από 21.9.2005 αίτησή της, ζήτησε τον χαρακτηρισμό των εκτάσεων. Ο Δασάρχης Σκοπέλου χαρακτήρισε, με την 1167/8.12.2005 πράξη του, από την, κριθείσα αρχικώς ως μη δασική, έκταση των 408 στρεμμάτων: το τμήμα I εμβαδού 167.645 τ.μ. και το τμήμα II 159.730 τ.μ. αυτής ως μη δασικά και τα υπόλοιπα τμήματα 80.601 τ.μ. ως δάσος. Κατά της πράξης αυτής ασκήθηκαν αντιρρήσεις τόσο από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Μαγνησίας όσο και από τους εκκαλούντες. Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη ότι το 2462/1987 «πληροφοριακό έγγραφο» κοινοποιήθηκε στους εκκαλούντες και στη συνέχεια τηρήθηκαν από αυτούς οι διατυπώσεις δημοσιότητας που απαιτεί το άρθρο 14 ν. 998/1979 καθώς και ότι δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτού αντιρρήσεις από τη Διοίκηση εντός προθεσμίας δυο μηνών από τη δημοσίευσή του, έκρινε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλό πληροφοριακό έγγραφο, αλλά είναι απόφαση που επιλύει δασική αμφισβήτηση και μετά την κοινοποίησή της στους αιτούντες δεν υπέκειτο σε ανάκληση. Επομένως, δεν ήταν νόμιμη η ανάκληση του εγγράφου αυτού και ο Δασάρχης δεν μπορούσε να επανέλθει με νέα πράξη χαρακτηρισμού για το ίδιο θέμα. Για το λόγο δε αυτόν με την 15/4.11.2009 απόφασή της ακύρωσε την 1167/2005 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη. Κατά της απόφασης αυτής της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής η Γενική Γραμματέας Περιφέρειας Θεσσαλία άσκησε προσφυγή ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Λάρισας, με την οποία υποστήριξε ότι το 2462/1987 απλό πληροφοριακό έγγραφο του Δασάρχη ουδέποτε κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε στη Διοίκηση προκειμένου να λάβει γνώση και να ασκήσει εμπροθέσμως αντιρρήσεις κατ’ αυτού. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν ολοκληρώθηκαν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας που τάσσει το άρθρο 14 ν. 998/1979, το έγγραφο αυτό δεν είχε καταστεί οριστικό και αμετάκλητο ως προς τη Διοίκηση και, επομένως, νομίμως ανακλήθηκε και περαιτέρω, νομίμως ο Δασάρχης προέβη στον εκ νέου χαρακτηρισμό των εκτάσεων της νησίδας με την 1167/2005 πράξη του. Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή, με την 30/20.12.2010 απόφασή της, δέχθηκε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, ότι, δηλαδή, νομίμως εκδόθηκε η 1167/2005 πράξη χαρακτηρισμού καθώς και, επί της ουσίας, τους λόγους που είχαν προβληθεί με τις αντιρρήσεις της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Θεσσαλίας ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, ακύρωσε την 15/2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής και προέβη στον χαρακτηρισμό των εκτάσεων. Κατά της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής οι εκκαλούντες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Λάρισσας. Με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι το υπ’ αριθ. 2462/1987 έγγραφο του Δασάρχη Σκοπέλου, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στο ήδη εκκαλούν Ίδρυμα ότι από τα 1135 στρέμματα της ανωτέρω νήσου τα 727 στρέμματα είναι δασικές εκτάσεις και τα υπόλοιπα 408 μη δασικές, εκδοθέν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 998/1979, συνιστούσε πράξη χαρακτηρισμού. Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι για την πράξη αυτή τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, όμως μετά την αποστολή της στο φερόμενο ως κύριο της έκτασης Ίδρυμα, η εν λόγω πράξη ήταν δεσμευτική για τον Δασάρχη, ο οποίος δεν είχε πλέον την εξουσία να επανέλθει επί της υποθέσεως, η δε πράξη του αυτή ήταν δυνατόν να ακυρωθεί ή τροποποιηθεί μόνο από τις Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων. Συνεπώς, η ανάκληση από τον Δασάρχη της 2462/1987 πράξης χαρακτηρισμού δεν ήταν νόμιμη, διότι έγινε καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Εφόσον, όμως, η ανακλητική αυτή πράξη δεν προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως από τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι τεκμαίρεται ότι έλαβαν γνώση αυτής το έτος 1992 όταν ζήτησαν τη χορήγηση βεβαίωσης και η Διοίκηση απάντησε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσουν εκ νέου τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979, παρήγαγε όλα τα έννομα αποτελέσματά της και νομίμως ο Δασάρχης Σκοπέλου εξέδωσε την 1167/2005 νέα πράξη χαρακτηρισμού των ίδιων εκτάσεων, όπως έκρινε και η Δευτεροβάθμια Επιτροπή με την 39/2010 απόφασή της, έστω και με άλλη αιτιολογία. Με την εκκαλουμένη κρίθηκε περαιτέρω ότι η κρίση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ότι από την έκταση των 407.977,21 τ.μ. στη νήσο Τσουνγκριά, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως μη δασική με το ως άνω 2462/26.11.1987 έγγραφο του Δασάρχη Σκοπέλου, έκταση 97.363 τ.μ. είναι δάσος, έκταση 18.408 τ.μ. είναι δασική, έκταση 78.253,49 τ.μ. είναι δάσος και έκταση 16.759 τ.μ. είναι μη δασική έκταση (έλος, υγρότοπος), αιτιολογείται επαρκώς, δεδομένου ότι τόσο στο σώμα της απόφασης όσο και στις εκθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε, αναφέρονται το είδος της δασικής βλάστησης (πεύκα, σχίνα αγριελιές, κλπ), το ποσοστό κάλυψης (50%), η μορφολογία του εδάφους (μέτρια κλίση, βράχος), η ευρύτερη περιοχή, αλλά και εμμέσως η έλλειψη καλλιέργειας. Τέλος, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι τμήμα της έκτασης υπάγεται στις εκτάσεις του άρθρου 12 παρ. 1 ν. 3208/2003, οι οποίες εξαιρούνται της δασικής νομοθεσίας κατ’ άρθρο 21 παρ. 8 του ίδιου νόμου, διότι αποτελεί μέρος ευρύτερης έκτασης που είχε μεταβιβασθεί με νόμιμους τίτλους προ της ισχύος του Αστικού Κώδικα και εμφανίζει αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες έτους 1945. Τούτο δε, διότι, αφενός μεν δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα στο αρμόδιο Δασαρχείο για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 12 ν. 3208/2003 ώστε η περίπτωση να κριθεί ενδεχομένως στη συνέχεια από τις Επιτροπές, αφετέρου δε ναι μεν στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 εμφανίζεται ως μη δασική ακολούθως, όμως, προκύπτει ότι απέκτησε δασικό χαρακτήρα.
7. Επειδή, με την έφεση προβάλλεται ότι είναι αντιφατική η κρίση της εκκαλουμένης, ότι μολονότι η ανάκληση του ως άνω εγγράφου από τον ίδιο Δασάρχη δεν ήταν νόμιμη, διότι επιχειρήθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, η ανακλητική απόφαση περιβάλλεται με τεκμήριο νομιμότητας. Εξάλλου, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι η απόφαση του Δασάρχη, με την οποία ανακλήθηκε η πράξη χαρακτηρισμού δεν παρήγαγε τα έννομα αποτελέσματά της ούτε μετά τη γνωστοποίησή της στους εκκαλούντες το έτος 1992, διότι η ανακληθείσα πράξη χαρακτηρισμού είχε ήδη τελεσιδικήσει με την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η εν λόγω ανακλητική απόφαση εκδοθείσα μετά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της πράξης χαρακτηρισμού ήταν ανυπόστατη, ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση καθηκόντων, εφόσον πλέον η ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης ανήκε στις Επιτροπές. Συνεπώς, κατά τους εκκαλούντες, το υπ’ αριθ. 2462/26.11.1987 έγγραφο του Δασάρχη Σκοπέλου παρέμεινε σε ισχύ και, ως εκ τούτου, μη νομίμως ο Δασάρχης Σκοπέλου εξέδωσε την 1167/8.12.2005 νέα πράξη χαρακτηρισμού. Με υπόμνημα που κατατέθηκε πριν από τη συζήτηση προβάλλεται ότι επί του ζητήματος εάν η εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση εξουσίας διοικητική πράξη περιβάλλεται το τεκμήριο της νομιμότητας και εάν είναι υποστατή πράξη ανάκλησης πράξης χαρακτηρισμού που έχει τελεσιδικήσει, δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου.
8. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2756/1994 Ολομ., 2730/2011), η προβλεπόμενη στις ως άνω διατάξεις πράξη του δασάρχη περί χαρακτηρισμού εκτάσεως ως δασικής μετά την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο είναι δεσμευτική για τον δασάρχη, ο οποίος δεν δικαιούται πλέον να επανέλθει στην υπόθεση και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει την απόφασή του. Πράξη ανάκλησης της εν λόγω πράξης χαρακτηρισμού εκδίδεται μεν αναρμοδίως (βλ. ΣτΕ 2756/1994 Ολομ.) ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας (ΣτΕ 2730/2011), πλην το ελάττωμα αυτό, το οποίο είναι διάφορο από τη νόσφιση εξουσίας ή την κατά κλάδον αναρμοδιότητα, οι οποίες συνεπάγονται το ανυπόστατο διοικητικής πράξης, δεν καθιστά την εν λόγω ανακλητική απόφαση ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη και προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως εντός εξηκονθήμερης προθεσμίας που εκκινεί από την γνώση της πράξης αυτής (βλ. ΣτΕ 2836/1991, 2560/1990). Τούτο δε ισχύει ακόμη και εάν η ανακλητική απόφαση εκδοθεί ή γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους μετά την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της ανακαλούμενης πράξης χαρακτηρισμού, διότι, κατά τα κριθέντα με τις ανωτέρω αποφάσεις, το κρίσιμο εν προκειμένω είναι η εξουσία του δασάρχη να επανέλθει επί πράξεως χαρακτηρισμού, η οποία ορίζεται και παύει από την αποστολή της πράξης αυτής στον ενδιαφερόμενο, ανεξάρτητα εάν και πότε έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας, στοιχείο κρίσιμο για την ανάπτυξη των εννόμων συνεπειών της πράξης ως προς τους τρίτους (βλ. ΣτΕ 2730/2011 σκ. 6, ΣτΕ 2756/1994 Ολομ.). Εφόσον, επομένως, η εν λόγω ανακλητική απόφαση δεν ανακληθεί με τη σειρά της ή δεν ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως διοικητικής προσφυγής ή αιτήσεως ακυρώσεως, παράγει πλήρως τα έννομα αποτελέσματά της (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2756/1994, 2560/1990, 2836/1991). Συνεπώς, οι ανωτέρω συναφείς λόγοι εφέσεως, ανεξαρτήτως του εάν προβάλλονται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 3 είναι απορριπτέοι και διότι το δικάσαν Εφετείο ορθώς και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 998/1979.
9. Επειδή, με την έφεση συναφώς προβάλλεται ότι εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι δεν τηρήθηκαν πλήρως οι διατυπώσεις δημοσιότητας για το υπ’ αριθ. 2462/26.11.1987 έγγραφο του Δασάρχη Σκοπέλου, κρίση η οποία στήριξε το διατακτικό της εκκαλουμένης. Και ο λόγος αυτός εφέσεως, ωστόσο, δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους και αυτοτελείς ισχυρισμούς άρσης του απαραδέκτου της εφέσεως με περιεχόμενο σύμφωνο προς τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Εξάλλου, η ως άνω αναφορά της εκκαλουμένης περί της τηρήσεως των διατυπώσεων δημοσιότητας του 2462/1987 εγγράφου είναι παρεμπίπτουσα και ουδόλως στήριξε το διατακτικό της, το οποίο στηρίζεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στο τεκμήριο νομιμότητας της πράξης του Δασάρχη, με την οποία ανακλήθηκε το ως άνω έγγραφο και η οποία αποτέλεσε το νόμιμο έρεισμα για την έκδοση νέας πράξης χαρακτηρισμού από τον ίδιο Δασάρχη. Συνεπώς, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
10. Επειδή, με την έφεση προβάλλονται λόγοι, με τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής καθ’ ό μέρος προβαίνει σε χαρακτηρισμό εκτάσεων ως δασικών και οι συναφείς κρίσεις της εκκαλουμένης. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, πέραν του ότι δεν συνοδεύονται από αντίστοιχους ισχυρισμούς παραδεκτού κατά το άρθρο 12 του ν. 3900/2010, δεν αναφέρονται σε ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που μπορεί να έχει γενικότερη εφαρμογή, αλλά συνάπτονται αποκλειστικά με την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης και με την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως.
11. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.






