ΣτΕ 2561/2017 [Νόμιμη άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού περί μη καταστροφής ακινήτου από πυρκαγιά]
Περίληψη
-Tο Δημόσιο επιτρέπεται να προβάλει δικαίωμα κυριότητος επί δασών ή δασικών εκτάσεων που έχουν περιέλθει σε υπερθεματιστές μετά από κατακυρωτικές εκθέσεις δημοσίων αναγκαστικών πλειστηριασμών όχι μόνον εάν ασκήσει εμπροθέσμως διεκδικητική αγωγή εντός πενταετίας από την κοινοποίηση σε αυτό της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως με το πιστοποιητικό μεταγραφής της (εφ’ εξής: έγγραφα), αλλά και μέχρις ότου τα ανωτέρω έγγραφα κοινοποιηθούν σε αυτό. Και τούτο διότι η μη κοινοποίησή τους θα είχε ως αποτέλεσμα την ματαίωση των αποτελεσμάτων της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή να μην θεωρείται το επίδικο δάσος (ή έκταση) ιδιωτικό έως ότου κριθεί αντίθετος με αμετάκλητη ή τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Τέλος, εφ* όσον γίνεται παραπομπή στο άρθρο 1020 του ΚΠολΔ, ως κοινοποίηση νοείται ο κατά τις διατάξεις του δέκατου έκτου κεφαλαίου του Κώδικος αυτού (άρθρα 122-143) τύπος γνωστοποιήσεως στο Δημόσιο των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι κατ’ αρχήν με δικαστικό επιμελητή.
-Τα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση από την διοίκηση για την άρνηση χορηγήσεως του πιστοποιητικού του άρθρου αυτού και συναρτώνται α) με την μη τελεσιδικία της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 998/1979 για τμήμα της εκτάσεως, β) με το γεγονός ότι έτερο τμήμα αυτής καταλαμβάνεται από την αναδάσωση του έτους 1934 και γ) με την διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κήρυξη ως αναδασωτέου τρίτου τμήματος αυτής δεν αποτελούν νόμιμα στοιχεία κρίσεως, εφ5 όσον η αρμοδία δασική αρχή ώφειλε, κατά νόμον, να βεβαιώσει, αποκλειστικώς, την καταστροφή ή μη της εκτάσεως από πυρκάΐά. Περαιτέρω, όμως, η διατυπωθείσα, στο πλαίσιο της απαιτουμένης από τις ίδιες διατάξεις εξετάσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επιμάχου εκτάσεως, κρίση της δασικής αρχής ότι η εν λόγω έκταση δεν έχει τον χαρακτήρα ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, συμπληρουμένη, παραδεκτώς, με το έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, εφ’ όσον, πάντως, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ούτε ο αϊτών ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι εκοινοποιήθησαν, κατά τις περί επιδόσεως διατάξεις του ΚΠολΔ, στο Δημόσιο οι περιλήψεις των κατακυρωτικών εκθέσεων δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού μετά των σχετικών πιστοποιητικών μεταγραφής, οι οποίες αποτελούν τους τίτλους κτήσεως από τον αιτούντα της εκτάσεως αυτής, ώστε, κατ’ αρχήν, να εκκινήσει έναντι του Δημοσίου η τασσομένη από τις διατάξεις του άρθρου αυτού πενταετής, αποκλειστική προθεσμία για την τυχόν διεκδίκηση του επιμάχου ακινήτου. Εξ άλλου, για την εκκίνηση της προθεσμίας αυτής δεν αρκεί το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ισχυρίζεται ο αιτών, οι ως άνω περιλήψεις είχαν τεθεί υπ’ όψιν της δασικής αρχής ως συνημμένα στοιχεία σε υποβληθείσες αιτήσεις του προς τον
Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και προς το Δασαρχείο Πεντέλης, εφ’ όσον τούτο δεν αποτελεί τον νόμιμο τρόπο γνωστοποιήσει»ς αυτών. Εν πάση δε περιπτώσει, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υποθέσεως, η οριστική επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος του επιμάχου ακινήτου ανήκει στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, η άρνηση χορηγήσεως του επιδίκου πιστοποιητικού επαρκώς ερείδεται επί των ανωτέρω διαπιστώσεων της Διοικήσεως εν σχέσει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως, πρέπει δε ως εκ τούτου να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους πλήσσεται η επάρκεια της αιτιολογίας των προσβαλλομένων πράξεων ως προς το ζήτημα αυτό και προβάλλεται ότι η άρνηση χορηγήσεως του επιδίκου πιστοποιητικού συνιστά παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας, διότι διά των προσκομισθέντων ενώπιον της Διοικήσεως στοιχείων είχε υποδειχθεί πλήρως η κυριότης του αιτούντος επί του επιμάχου ακινήτου, μη νομίμως δε η δασική υπηρεσία δεν απήντησε στον προβληθέντα με την υποβληθείσα1 αίτηση ισχυρισμό ότι η κυριότης είχε κριθεί
παρεμπιπτόντως με ισχύ δεδικασμένου από τα πολιτικά δικαστήρια.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Ρ. Γιαννουλάτου
Δικηγόροι: Σπ. Βλαχόπουλος, Παν. Αθανασούλης
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση α) του 40493/3139/02.10.2012 εγγράφου του Δασάρχου Πεντέλης, με το οποίο εξεδηλώθη η άρνηση της Διοικήσεως να χορηγήσει στον αιτούντα το κατά το άρθρο 35 του ν. 998/1979 πιστοποιητικό, περί μη καταστροφής από πυρκαϊά ακινήτου, εμβαδού 25.881,70τμ, ευρισκομένου στην θέση «Διανίτα» της Εκάλης Αττικής, του οποίου φέρεται ως συγκύριος κατά τα 3/10 εξ αδιαιρέτου, β) της 51365/4670/30.11.2012 πράξεως του ιδίου Δασάρχου, με την οποίαν απερρίφθη η ασκηθείσα, υπό του αιτούντος αίτηση θεραπείας κατά του προαναφερθέντος εγγράφου και γ) της σιωπηράς απορρίψεως από τον Διευθυντή Δασών Ανατολικής Αττικής ιεραρχικής προσφυγής του αιτούντος κατά του αυτού ως άνω εγγράφου.
3. Επειδή, το άρθρο 35 του ν. 998/1979 (Α΄ 289) ορίζει ότι:
«1. Ιδιωτικά δάση και δασικαί εκτάσεις ή μέρη τούτων καταστραφέντα από 11 Ιουνίου 1975, ή καταστρεφόμενα εφεξής, εκ πυρκαϊάς δεν δύνανται να μεταβιβασθούν εν κατατμήσει, ουδέ κατ’ιδανικά μερίδια, δια δικαιοπραξίας εν ζωή επί τριάκοντα έτη από της τοιαύτης καταστροφής των. 2. Εις τας δικαιοπραξίας εν ζωή περί μεταβιβάσεως ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ολοκλήρου, μέρους τούτων ή ιδανικού μεριδίου προσαρτάται πιστοποιητικόν της αρμοδίας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενον δεν κατεστράφη εκ πυρκαϊάς μετά την 11ην Ιουνίου 1975 και εις πάσαν εφεξής περίπτωσιν κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν από της 11ης Ιουλίου 1975, άλλως η δικαιοπραξία τυγχάνει άκυρος.». Τέλος, το μεν άρθρο 5 του αυτού ν. 998/1979 ορίζει ότι: «1. Η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων…ανήκει εις την αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας… 2. … 3. Η άσκησις των αρμοδιοτήτων άλλων δημοσίων υπηρεσιών… ή των δραστηριοτήτων δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν δύναται να ενεργήται κατά τρόπον θίγοντα τα, υπό την διαχείρισιν ή την επίβλεψιν του Υπουργείου Γεωργίας, ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις…», το δε άρθρο 62, ως ίσχυε, ότι: «1. Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου…και φυσικού ή νομικού προσώπου, όπερ επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων…το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να αποδείξη την παρ’ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματός του…».
4. Επειδή, με την 981/2012 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εξεδόθη επί αιτήσεως ακυρώσεως του αιτούντος κατά της, εκδηλωθείσης με την 572/16.02.2006 πράξη του Δασάρχου Πεντέλης, αρνήσεως της Διοικήσεως να χορηγήσει το κατά το ανωτέρω άρθρο 35 του ν. 998/1979 πιστοποιητικό για το προαναφερθέν ακίνητο ιδιοκτησίας του και κατά της 1465/16.02.2006 πράξεως του ιδίου Δασάρχου, με την οποίαν ανεκλήθη το 893/18.02.1994 το εκδοθέν για το επίδικο δασοτεμάχιο πιστοποιητικό, έγινε δεκτό ότι με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 35 επιβάλλεται, για τα ιδιωτικά δάση και τις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις που έχουν καταστραφεί από πυρκαϊά, η απαγόρευση μεταβιβάσεως με δικαιοπραξία εν ζωή, η οποία συνεπάγεται κατάτμησή τους, καθώς και μεταβιβάσεως, με τον αυτόν τρόπο, ιδανικών μεριδίων. Περαιτέρω δε, εκρίθη ότι ανατίθεται στην οικεία δασική αρχή η διοικητικού χαρακτήρος αρμοδιότης, να βεβαιώνει την συνδρομή ή μη του ανωτέρω κωλύματος μεταβιβάσεως με σχετικό πιστοποιητικό, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφατο εν σχέσει με την επιχειρουμένη δικαιοπραξία και να προσαρτάται στην πράξη μεταβιβάσεως επί ποινή ακυρότητος της δικαιοπραξίας και, το οποίο, συνεπώς, αποτελεί το μόνο νόμιμο μέσον για την απόδειξη της μη συνδρομής του κωλύματος. Εκρίθη επίσης ότι η αρμοδία δασική αρχή, προκειμένου να ασκήσει την, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αρμοδιότητά της με την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, οφείλει να προβεί σε αιτιολογημένη παρεμπίπτουσα έρευνα και κρίση και για τον χαρακτήρα του ακινήτου ως ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, βάσει των στοιχείων που διαθέτει ή τίθενται υπ’ όψιν της από τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη, χωρίς να απαιτείται για την χορήγηση του πιστοποιητικού η έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού, κατά την διαδικασία του άρθρου 14 του
ν. 998/1979 ή η οριστική επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος από τα πολιτικά δικαστήρια με αμετάκλητη ή τελεσίδικη απόφαση. Και τούτο διότι το άρθρο 35 του ν. 998/1979 απαγορεύει την εν κατατμήσει ή κατ’ ιδανικά μερίδια μεταβίβαση ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων που κατεστράφησαν από πυρκαϊά και, συνεπώς, η χορήγηση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την διαπίστωση της συνδρομής και των σχετιζομένων με την ως άνω απαγόρευση προϋποθέσεων του νόμου που συναρτώνται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, όπως η ιδιότητά του ως ιδιωτικού. Έγινε, τέλος, δεκτό ότι η κρίση της δασικής αρχής για τον χαρακτήρα της εκτάσεως ως ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, όπως και η κρίση της για την καταστροφή της ή μη από πυρκαϊά, ελέγχεται ακυρωτικώς, ως προς τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της [βλ. και ΣΕ 4530/2009 (7μ), 881/2012]. Εν όψει των ανωτέρω, εκρίθη ότι, εφ’ όσον το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου δεν είχε επιλυθεί οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, το Δασαρχείο Πεντέλης, στο πλαίσιο ασκήσεως της κατά το άρθρο 35 του ν. 998/1979 αρμοδιότητός του, ώφειλε να προβεί σε αιτιολογημένη, παρεμπίπτουσα έρευνα και κρίση, σχετικώς με τον χαρακτήρα αυτού ως ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, βάσει των στοιχείων που διέθετε ή των στοιχείων που είχαν τεθεί υπ’ όψιν του από τον αιτούντα. Όμως, από τα μεν στοιχεία που είχε στην διάθεσή της η ως άνω δασική αρχή δεν προέκυπτε ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική, ο δε αιτών δεν είχε προσκομίσει ενώπιον αυτής στοιχεία προς απόδειξιν της κυριότητός του επί της εν λόγω εκτάσεως. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, εκρίθη τελικώς ότι νομίμως είχε απορριφθεί το αίτημα περί χορηγήσεως του προβλεπομένου στο προαναφερθέν άρθρο πιστοποιητικού.
5. Επειδή, περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που [μεταξύ άλλων]… ΙΙΙ. Περιήλθαν: α) Στους υπερθεματιστές, μετά από κατακυρωτικές εκθέσεις δημόσιων αναγκαστικών πλειστηριασμών, συμπεριλαμβανομένων και των κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974… κατά το άρθρο 1020 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 33 παράγραφος 3 του Ν. 1473/1984… ή ανακοπή κατά το άρθρο 74 του Ν.Δ. 356/1974…». Εξ άλλου, στο άρθρο 1020 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας [ΚΠολΔ] (πδ 503/1985, Α΄ 182) ορίζεται ότι: «Αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία… για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης», ενώ στο άρθρο 33 παρ. 3 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127) ορίζεται ειδικώς ότι: «Από την ισχύ της διάταξης του άρθρου 1020 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η προθεσμία των πέντε (5) ετών που ορίζεται σε αυτή ισχύει για το Δημόσιο, μόνο εφόσον κοινοποιήθηκε σε αυτό η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μαζί με το πιστοποιητικό μεταγραφής της και αρχίζει από την κοινοποίησή της…». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις παρατιθέμενες στην τρίτη σκέψη, το Δημόσιο επιτρέπεται να προβάλει δικαίωμα κυριότητος επί δασών ή δασικών εκτάσεων που έχουν περιέλθει σε υπερθεματιστές μετά από κατακυρωτικές εκθέσεις δημοσίων αναγκαστικών πλειστηριασμών όχι μόνον εάν ασκήσει εμπροθέσμως διεκδικητική αγωγή εντός πενταετίας από την κοινοποίηση σε αυτό της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως με το πιστοποιητικό μεταγραφής της (εφ’ εξής: έγγραφα), αλλά και μέχρις ότου τα ανωτέρω έγγραφα κοινοποιηθούν σε αυτό. Και τούτο διότι η μη κοινοποίησή τους θα είχε ως αποτέλεσμα την ματαίωση των αποτελεσμάτων της ασκήσεως της αγωγής, δηλαδή να μην θεωρείται το επίδικο δάσος (ή έκταση) ιδιωτικό έως ότου κριθεί αντιθέτως με αμετάκλητη ή τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Τέλος, εφ’ όσον γίνεται παραπομπή στο άρθρο 1020 του ΚΠολΔ, ως κοινοποίηση νοείται ο κατά τις διατάξεις του δεκάτου έκτου κεφαλαίου του Κώδικος αυτού (άρθρα 122-143) τύπος γνωστοποιήσεως στο Δημόσιο των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι κατ’ αρχήν με δικαστικό επιμελητή.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, κατόπιν της δημοσιεύσεως της ως άνω 981/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αιτών κατέθεσε στο Δασαρχείο Πεντέλης την 20818/1306/14.05.2012 αίτησή του, με την οποίαν εζήτησε την χορήγηση του κατά το άρθρο 35 του ν. 998/1979 πιστοποιητικού για το προαναφερθέν ακίνητο ιδιοκτησίας του. Ειδικότερα με την εν λόγω αίτηση, συνοδευομένη από το σύνολο των μνημονευομένων σε αυτήν στοιχείων για την θεμελίωση της κυριότητός του, ο αιτών, κατ’ επίκληση των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3208/2003 και των διατάξεων του άρθρου 331 του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες «το Δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα», ισχυρίσθηκε ότι η επίμαχη έκταση ιδιοκτησίας του, εμβαδού 25.881τμ, η οποία ευρίσκεται εντός του μείζονος δασοκτήματος Σταμάτας-Διονύσου, εμβαδού 50.900 στρεμμάτων και απεκτήθη με τις, νομίμως μεταγραφείσες, 14155/2005 και 14136/2005 περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Παπαζαφειροπούλου, ναι μεν δεν περιλαμβάνεται εντός της εκτάσεως των 25.590 στρεμμάτων «που αναφέρεται στο διατακτικό των δικαστικών αποφάσεων… 7/1987 και 8/1987 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 15778/1988 του Εφετείου Αθηνών και 1230/1991 του Αρείου Πάγου, αποτελεί όμως τμήμα της [υπόλοιπης] έκτασης του δασοκτήματος Σταμάτας-Διονύσου [εμβαδού 25.310 στρεμμάτων]… η οποία κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαστικά από τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις ως [ιδιωτική] έκταση» και, συνεπώς, το ζήτημα της ανυπαρξίας κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου επί της ιδιοκτησίας του έχει κριθεί, κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, με δύναμη δεδικασμένου, με αμετάκλητες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη το πρώτο προσβαλλόμενο έγγραφο του Δασάρχου Πεντέλης, στο οποίο εκτίθενται τα ακόλουθα:
«α) Για τα τμήματα της έκτασης με στοιχεία (1,2,3,…,12,Η,Θ,1), εμβαδού (7,647 στρ.) και (21,Α,22,23,24,25,21), εμβαδού (1,369 στρ.) η αρ. 35806/2758/25-9-2012 πράξη χαρακτηρισμού που σας έχει επιδοθεί και η απάντηση προς εσάς θα δοθεί, αφού τελεσιδικήσουν οι διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθ. 14 Ν. 998/79. Το τμήμα της έκτασης με στοιχεία (1,2,3,…,11,12,Ζ,Ε,Δ,Γ,Β,22,…,25,21,14,15,…,20,13,Λ,Κ,Ι,1), εμβαδού (14.56125 στρ.) εμπίπτει εντός της ευρύτερης περιοχής η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα με την αρ. 108424/13-9-1934 απόφαση κήρυξης του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 133/1934, Β΄ Τεύχος). Για το τμήμα με στοιχεία (13,14,…,20,13,), εμβαδού (2,323 στρ.) συντρέχουν οι προϋποθέσεις να κηρυχθεί αναδασωτέο λόγω εκχέρσωσης και εκδόθηκε από την υπηρεσία μας η αρ. 44408/3711/1-10-2012 σχετική πρόταση προς τη Δ/νση Δασών. Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης, στα στοιχεία που καταθέσατε… δεν υπάρχει δικαστική απόφαση ούτε διοικητική αναγνώριση εκ μέρους του δημοσίου που να σας αναγνωρίζει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της ως άνω έκτασης. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι η έκταση αυτή σας αναγνωρίσθηκε ή σας παραχωρήθηκε κατά κυριότητα. Η αρ. 14136/4-4-2005 Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης (και η αρ. 14136/25-4-2005 Συμπλήρωση, Διόρθωση και επανάληψή της) που μας προσκομίσατε, δε συνοδεύεται από βεβαίωση των καθ’ ύλη αρμοδίων δικαστηρίων ότι κατά αυτής δεν ασκήθηκε διεκδικητική αγωγή ή ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδάφιο ΙΙΙα του Ν.3208/2003 και ότι αυτή ισχύει έναντι του Δημοσίου. Ούτε στο σχετικό φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στο αρχείο μας ευρέθη να έχει υποβληθεί τέτοια βεβαίωση. Αντίθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχείου μας όπως και με το αρ. 572/16-2-2006 έγγραφό μας σας είχαμε ενημερώσει, ολόκληρη η έκταση εμπίπτει εκτός του περιγράμματος των εκτάσεων που κρίθηκαν με την 1230/91 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως ιδιωτικές δασικές και μη υπέρ κληρονόμων Ηλιόπουλου, ισχύει επομένως γι’ αυτή η αρ.160561/1000/23-2-79 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Γεωργίας και διαχειρίζεται ως Δημόσια. (Σχετική εξάλλου αίτησή σας ακύρωσης του ως άνω εγγράφου μας ενώπιον του ΣτΕ, απορρίφθηκε με την αρ. 981/2012 απόφασή του). Εκ των παραπάνω συνάγεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του πιστοποιητικού της παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 998/79». Αίτηση θεραπείας, με την οποίαν ο αιτών εζήτησε την ανάκληση της ως άνω αρνήσεως χορηγήσεως του αιτηθέντος πιστοποιητικού και προσεκόμισε το 9750/16.10.2012 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως διεκδικητικής αγωγής του Δημοσίου για το επίμαχο ακίνητο, απερρίφθη με το δεύτερο προσβαλλόμενο έγγραφο, το οποίο το Δασαρχείο Πεντέλης απηύθυνε και προς το Γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το πιστοποιητικό του άρθρ. 35 του Ν. 998/79 χορηγείται για τη μεταβίβαση ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων. Από τα στοιχεία της υπηρεσίας μας και λαμβάνοντας υπόψη και τα στοιχεία που προσκομίσατε, ολόκληρη η έκταση εμπίπτει εκτός του περιγράμματος των εκτάσεων που κρίθηκαν με την 1230/91 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως ιδιωτικές δασικές και μη υπέρ κληρονόμων Ηλιόπουλου, ισχύει επομένως γι’ αυτή η αρ. 160561/1000/23-2-79 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Γεωργίας και διαχειρίζεται ως Δημόσια. Με… σχετική δ/γη Γενικού Δ/ντη Δασών, η οποία σας έχει κοινοποιηθεί, εντελλόμαστε να χορηγήσουμε το πιστοποιητικό του άρθρ. 35 του Ν. 998/79 εφόσον κρίνουμε αιτιολογημένα, ότι η έκταση είναι ιδιωτική, σχετική είναι και η με αριθμ. 981/2012 απόφαση του ΣτΕ. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης του με αριθμ. 40493/3139/2-10-2012 εγγράφου μας… Στο Γραφείο του Νομικού Συμβούλου, και σε συνέχεια του με αριθμ. 40493/3139/2-10-2012 εγγράφου μας, διαβιβάζονται φωτοαντίγραφα [της 35806/2758/01-10-2012 πράξεως χαρακτηρισμού] και των με αριθμ. 14.155/2005 και 14136/2005 περιλήψεων κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου και των με αριθμ. 871/10-5-2005 και 790/27-04-2005 πιστοποιητικών μεταγραφής, επισημαίνοντας ότι η Υπηρεσία μας έλαβε γνώση για τους εν λόγω πλειστηριασμούς την 14-05-2012 και παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες δεδομένου ότι πλειστηριάσθηκε τμήμα ευρύτερου Δημόσιου Δάσους.». Ακολούθως, στο 177722/4385/04.12.2012 έγγραφο του Τμήματος Εμπραγμάτων Δικαιωμάτων προς το Δασαρχείο Πεντέλης και τον αιτούντα διετυπώθη, μεταξύ άλλων, η κρίση ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στις εκτάσεις είχαν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικές με την 1230/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου, συμφώνως προς την 160561/1000/ 23.2.1979 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Γεωργίας αποτελεί δημοσία δασική έκταση. Τέλος, στο έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο διευκρινίζονται τα ακόλουθα: «Ο αιτών θεωρεί ότι τεκμηριώνεται η ιδιοκτησία του επί της έκτασης διότι την απέκτησε με τις 14.155/2005 και 14136/2005 περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων. Οι εν λόγω πλειστηριασμοί, προσκομίσθηκαν στην Υπηρεσία μας ως συνημμένα έγγραφα στην 20818/1306/14-05-2012 αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο κοινοποίησης των κατακυρωτικών εκθέσεων, 14-05-2012, (δεν έχει παρέλθει η πενταετία) και την με αριθμ. 116349/4023/13-10-1987 εγκ. δ/γη (Σχετικά με τις περιλήψεις των κατακυρωτικών εκθέσεων κατόπιν Δημοσίου Πλειστηριασμού) και σύμφωνα με το άρθρο 33 § 3 του Ν. 1473/7-9-1984 (ΦΕΚ 127, Τ.Α΄) που αναφέρεται στις περιπτώσεις αυτές… Σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω άρθρου, εφόσον δεν προκύπτει από στοιχεία της Υπηρεσίας ή των ενδιαφερομένων η κοινοποίηση στο δημόσιο της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης με το πιστοποιητικό μεταγραφής της, το δημόσιο δεν αποξενώνεται των δικαιωμάτων του και συνεπώς το ιδιοκτησιακό ζήτημα των εκτάσεων στην εν λόγω περίληψη δεν θεωρείται λυμένο έναντι αυτού».
7. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα του ιστορικού της υποθέσεως και εν όψει των γενομένων δεκτών στην τετάρτη σκέψη περί της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 35 του ν. 998/1979, τα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση από την Διοίκηση για την άρνηση χορηγήσεως του πιστοποιητικού του άρθρου αυτού και συναρτώνται α) με την μη τελεσιδικία της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 998/1979 για τμήμα της εκτάσεως, β) με το γεγονός ότι έτερο τμήμα αυτής καταλαμβάνεται από την αναδάσωση του έτους 1934 και γ) με την διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κήρυξη ως αναδασωτέου τρίτου τμήματος αυτής δεν αποτελούν νόμιμα στοιχεία κρίσεως, εφ’ όσον η αρμοδία δασική αρχή ώφειλε, κατά νόμον, να βεβαιώσει, αποκλειστικώς, την καταστροφή ή μη της εκτάσεως από πυρκαϊά. Περαιτέρω, όμως, η διατυπωθείσα, στο πλαίσιο της απαιτουμένης από τις ίδιες διατάξεις εξετάσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επιμάχου εκτάσεως, κρίση της δασικής αρχής ότι η εν λόγω έκταση δεν έχει τον χαρακτήρα ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, συμπληρουμένη, παραδεκτώς, με το έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο (πρβλ. ΣΕ 583/2012, 1089/2002, 1177/2001 κ.ά.) παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, εφ’ όσον, πάντως, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ούτε ο αιτών ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι, κατά τα οριζόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 1473/1984, εκοινοποιήθησαν, κατά τις περί επιδόσεως διατάξεις του ΚΠολΔ, στο Δημόσιο οι 14155/2005 και 14136/2005 περιλήψεις των κατακυρωτικών εκθέσεων δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Παπαζαφειροπούλου, μετά των σχετικών πιστοποιητικών μεταγραφής, οι οποίες αποτελούν τους τίτλους κτήσεως από τον αιτούντα της εκτάσεως αυτής, ώστε, κατ’ αρχήν, να εκκινήσει έναντι του Δημοσίου η τασσομένη από τις διατάξεις του άρθρου αυτού πενταετής, αποκλειστική προθεσμία για την τυχόν διεκδίκηση του επιμάχου ακινήτου. Εξ άλλου, για την εκκίνηση της προθεσμίας αυτής δεν αρκεί το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ισχυρίζεται ο αιτών, οι ως άνω περιλήψεις είχαν τεθεί υπ’ όψιν της δασικής αρχής ως συνημμένα στοιχεία σε υποβληθείσες αιτήσεις του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και προς το Δασαρχείο Πεντέλης (βλ. το 177722/4385/04.12.2012 έγγραφο του Τμήματος Εμπραγμάτων Δικαιωμάτων προς το Δασαρχείο Πεντέλης, τις κατατεθείσες μετά την έκδοση των προσβαλλομένων αντιρρήσεις του αιτούντος κατά της 35806/2758/ 01.10.2012 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχου Πεντέλης, το έγγραφο των απόψεων του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Δικαστήριο), εφ’ όσον τούτο, κατά τα γενόμενα δεκτά στην πέμπτη σκέψη περί της εννοίας των παρατιθεμένων σε αυτήν διατάξεων, δεν αποτελεί τον νόμιμο τρόπο γνωστοποιήσεως αυτών. Εν πάση δε περιπτώσει, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υποθέσεως, η οριστική επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος του επιμάχου ακινήτου ανήκει στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Συνεπώς, η άρνηση χορηγήσεως του επιδίκου πιστοποιητικού επαρκώς ερείδεται επί των ανωτέρω διαπιστώσεων της Διοικήσεως εν σχέσει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκτάσεως, πρέπει δε ως εκ τούτου να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους πλήσσεται η επάρκεια της αιτιολογίας των προσβαλλομένων πράξεων ως προς το ζήτημα αυτό και προβάλλεται ότι η άρνηση χορηγήσεως του επιδίκου πιστοποιητικού συνιστά παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας, διότι διά των προσκομισθέντων ενώπιον της Διοικήσεως στοιχείων είχε αποδειχθεί πλήρως η κυριότης του αιτούντος επί του επιμάχου ακινήτου, μη νομίμως δε η δασική υπηρεσία δεν απήντησε στον προβληθέντα με την υποβληθείσα αίτηση ισχυρισμό ότι η κυριότης είχε κριθεί παρεμπιπτόντως με ισχύ δεδικασμένου από τα πολιτικά δικαστήρια.
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






