ΣτΕ 1950/2017 [Επιβολή ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης αυθαιρέτων σε δημόσια δασική έκταση]
Περίληψη
-Οι πράξεις που αφορούν την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις είναι, μεν, πραγματοπαγεΐς, αφορούν δηλαδή τα ίδια τα κτίσματα και εγκαταστάσεις, και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο και, για το λόγο αυτό, το κύρος τους δεν επηρεάζεται από τυχόν εσφαλμένη μνεία επ’ αυτών ως ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου προσώπου που δεν έχει κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες ή γενικά κάποιο νομικό δεσμό με τις κατασκευές ή το ακίνητο, τα πρόσωπα, όμως, τα οποία αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί παράνομα εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, με έννομο συμφέρον προσβάλλουν με αίτηση ακυρώσεως τη διοικητική αυτή πράξη κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτή, εφόσον ισχυρίζονται ότι δεν έχουν σχέση με την κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο αϊτών έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες, οι οποίες δικαιολογούν την τήρηση της διαδικασίας έκδοσης της πράξης κατεδάφισης σε βάρος του το δικαστήριο προβαίνει στην ακύρωση της πράξης αυτής μόνο κατά το μέρος, με το οποίο μνημονεύεται ο αιτών ως αποδέκτης της και απορρίπτει ως προβαλλόμενους άνευ εννόμου συμφέροντος τυχόν άλλους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην κατά τα λοιπά νομιμότητα της πράξης κατεδάφισης.
-Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου εκδόθηκε απόφαση του Γ.Γ.Π.Α., με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των επίμαχων κατασκευών. Η πράξη αυτή, καθ’ ο μέρος αφορά τον φερόμενο ως συνιδιοκτήτη των επίμαχων κατασκευών και ήδη αιτούντα, θυροκολλήθηκε, λόγω μη ανευρέσεώς του στην φερόμενη ως κατοικία του. Κατά της πράξεως αυτής ουδέποτε ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως από τον αιτούντα. Κατόπιν των ανωτέρω, μη νομίμως το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ως παραδεκτώς προβληθέντα ενώπιον του τον ισχυρισμό του αιτούντος ότι δεν είναι κύριος των επίμαχοι κατασκευών, όπως βασΐμως προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο εφέσεως, συνεπώς η κρινομένη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
-Η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση επιβαλλόμενη για τη διατήρηση αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών εν γένει που έχουν ανεγερθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης, κύρωση δηλαδή που επιβάλλεται για την μη κατεδάφιση των κατασκευών αυτών, ανεξαρτήτως του χρόνου ανέγερσής τους. Κατά συνέπεια, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, νομίμως επιβάλλεται η ειδική αποζημίωση για αυθαίρετα κτίσματα εντός δασικών εκτάσεων, τα οποία, οποτεδήποτε ανεγερθέντα, δεν είχαν κατεδαφισθεί ή παραδοθεί προς κατεδάφιση, καθόσον τούτο δεν συνιστά αναδρομική επιβολή διοικητικής κύρωσης. οι δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης αίρονται αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή.
Πρόεδρος: Κ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Μ. Μπαμπίλη
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 70 αυτού, άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) το εξής δεύτερο εδάφιο: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 12, ως ισχυρισμοί σχετικά με αντίθεση της εκκαλουμένης προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η προβολή των οποίων με το δικόγραφο της εφέσεως απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου αυτής, νοούνται μόνο εκείνοι που αναφέρονται σε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση και η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την διάγνωση της υποθέσεως και όχι απλώς στην ορθή ή μη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς (πρβλ. ΣτΕ 3371/2013, 3475/2011 Ολ.).
3. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: με την υπ’ αριθμ. 4214/16.12.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (Γ.Γ.Π.Α.) διατάχθηκε η κατεδάφιση : α) κτίσματος διαστάσεων 2.00μ. x 4.00μ., β) επίστρωσης με μπετόν επιφανείας εμβαδού 10,50 τ.μ. γ) επίστρωσης με μπετόν επιφανείας εμβαδού 12,8 τ.μ. με ξύλινο κιόσκι, δ) τοιχίου με πέτρα και μπετόν συνολικού μήκους 62 τρεχόντων μέτρων και πλάτους 0,20 μ., ε) τσιμεντένιας βάσης εμβαδού 13,75 τ.μ. με κυλινδρικές πλαστικές δεξαμενές στ) σκάλας εμβαδού 1,92 τ.μ., ζ) διαδρόμου από μπετόν με σκαλοπάτια εμβαδού 10 τ.μ., η) περίφραξης από συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους μήκους 100 τρεχόντων μέτρων, θ) κτίσματος εμβαδού 36 τ.μ., ι) τσιμεντόστρωσης επιφάνειας εμβαδού 20 τ.μ., ια) ψησταριάς εμβαδού 1,50 τ.μ. ιβ) πηγαδιού εμβαδού 3 τ.μ. που ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια στην προαναφερθείσα δημόσια δασική έκταση της περιφέρειας του Δήμου Μάνδρας Αττικής. Η εν λόγω πράξη εκδόθηκε κατόπιν κοινοποιήσεως στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες των εν λόγω κατασκευών Ιωάννα και Βασίλειο Μπούκη (ήδη εφεσίβλητο) της με αριθμ. 4460/10.9.2004 προσκλήσεως για κατεδάφιση του Δασάρχη Αιγάλεω, στη μεν πρώτη με επίδοση στις 15.11.2004, στον δε εφεσίβλητο με θυροκόλληση την 1.4.2005 στις αυθαίρετες κατασκευές. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως περί κατεδαφίσεως δεν ασκήθηκε η προβλεπόμενη αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμοδίου Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε από τον Δασάρχη Αιγάλεω το υπ’ αριθμ. 2382/18.6.2009 πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος ειδική αποζημίωση ύψους 27.825,30 ευρώ, λόγω διατήρησης των πιο πάνω κτισμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 29.3.2006 έως 28.3.2007 (365 ημέρες διατήρησης των επίμαχων κατασκευών). Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ασκήθηκε από τον ήδη εφεσίβλητο η από 4.4.2012 αίτηση ακυρώσεως, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την 2337/2012 και ήδη εκκαλουμένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
4. Επειδή, ειδικότερα, με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκαν τα εξής: «…ο αιτών προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι μη νομίμως το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης έχει εκδοθεί επ’ ονόματι του ιδίου δεδομένου ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με τα κτίσματα ή με την έκταση εντός της οποίας αυτά έχουν ανεγερθεί. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η εν λόγω έκταση περιήλθε κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου και κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη μητέρα του Ιωάννα Μπούκη δυνάμει της 17.870/2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Νίκης Κωβαίου – Γαρίνη, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου ανήκει ομοίως κατ’ αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στην Αικατερίνη συζ. Ευαγγέλου Δαρζέντα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 3679/13-10-1982 συμβολαίου αγοράς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών προσκομίζονται οι ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις (με τα οικεία πιστοποιητικά μεταγραφής τους) καθώς και το από 9-4-2012 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας (στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το επίμαχο ακίνητο), σύμφωνα με το οποίο από τα βιβλία των μεταγραφών δεν προκύπτει ότι έχει ανοιχθεί μερίδα στο όνομα του αιτούντος. Τέλος προσκομίζεται αντίγραφο της έκθεσης πρακτικών κατά τη συνεδρίαση της 8-4-2009 και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία αποκλειστικά ένοχη κρίθηκε η ανωτέρω Ιωάννα Μπούκη για την αποδιδόμενη παράβαση ενώ ο αιτών απηλλάγη της κατηγορίας. Ενόψει των στοιχείων αυτών, από τα οποία δεν προκύπτει ότι ο αιτών κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου είχε νομικό δεσμό, με την ιδιότητα του κυρίου, νομέα ή κατόχου, με το επίμαχο ακίνητο και δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο κρίσεως σε προγενέστερη δίκη επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά της προαναφερόμενης διαταγής κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κτισμάτων (βλ. και ΣτΕ 2944/2011) πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης κατά το μέρος που αναγράφεται σ’ αυτό το όνομα του αιτούντος».
5. Επειδή, το Δημόσιο προβάλλει ότι η κρινόμενη έφεση ασκείται παραδεκτώς, διότι η ως άνω κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, ως προς το νομικό ζήτημα εάν παραδεκτώς προβάλλονται με το δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως κατά του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης ισχυρισμοί περί ελλείψεως νομικού δεσμού με το επίδικο ακίνητο από εκείνον που, αν και δικαιούταν, δεν άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της σχετικής πράξεως κατεδάφισης, έρχεται σε αντίθεση προς την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και συγκεκριμένα προς την απόφαση 51/2010, κατ’ ορθή δε ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 114 παρ. 3 έως 6 του ν. 1892/1990 θα έπρεπε να έχει κριθεί ότι, ενόψει της μη ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από τον ήδη εφεσίβλητο κατά της σχετικής πράξεως κατεδάφισης, απαραδέκτως προβλήθηκαν εν προκειμένω στη δίκη της αιτήσεως ακυρώσεως κατά του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης ισχυρισμοί περί ελλείψεως νομικού δεσμού του ήδη εφεσιβλήτου με το επίδικο ακίνητο.
6. Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88), «Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ’ υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση […] και με χρηματική ποινή […]», ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «[…] Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξ άλλου, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 114 του ν.1892/1990 (Α΄ 101) ορίζεται ότι «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά […]», στη δε παράγραφο 2 του αυτού άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (ΦΕΚ Α΄ 9), ορίζεται ότι «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, στις ανωτέρω εκτάσεις, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά, κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας με τεχνική υποστήριξη που διατίθεται και από τεχνική υπηρεσία νομαρχιακής αυτοδιοίκησης της οικείας Περιφέρειας, ύστερα από αίτημα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και με τη συνδρομή της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας». Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου […]». Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου πρωτοκόλλου, δηλαδή μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζομένης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως…».
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν σε βάρος των υπαιτίων της ανέγερσης αυθαιρέτων κατασκευών εντός δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων δυσμενείς συνέπειες, οι πράξεις που αφορούν την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις είναι, μεν, πραγματοπαγείς, αφορούν δηλαδή τα ίδια τα κτίσματα και εγκαταστάσεις, και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο και, για το λόγο αυτό, το κύρος τους δεν επηρεάζεται από τυχόν εσφαλμένη μνεία επ’ αυτών ως ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου προσώπου που δεν έχει κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες ή γενικά κάποιο νομικό δεσμό με τις κατασκευές ή το ακίνητο, τα πρόσωπα, όμως, τα οποία αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί παράνομα εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, με έννομο συμφέρον προσβάλλουν με αίτηση ακυρώσεως τη διοικητική αυτή πράξη κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτή, εφόσον ισχυρίζονται ότι δεν έχουν σχέση με την κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες, οι οποίες, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δικαιολογούν την τήρηση της διαδικασίας έκδοσης της πράξης κατεδάφισης σε βάρος του, το δικαστήριο προβαίνει στην ακύρωση της πράξης αυτής μόνο κατά το μέρος, με το οποίο μνημονεύεται ο αιτών ως αποδέκτης της και απορρίπτει ως προβαλλόμενους άνευ εννόμου συμφέροντος τυχόν άλλους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην κατά τα λοιπά νομιμότητα της πράξης κατεδάφισης. Άλλως, εάν απορριφθεί ο σχετικός λόγος, εξετάζονται οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 4087/2015, 2264, 3351/2014 σκ. 6, 4886/2013 σκ. 3, 3421, 3422/2011, πρβλ. ΣτΕ 3966/2008, 3791/2007 7μ.). Eξ άλλου, όπως επίσης γίνεται παγίως δεκτό, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 114 παρ. 5 εδάφιο τέταρτο του ν. 1892/1990, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής/αιτήσεως ακυρώσεως κατά πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της πράξης κατεδάφισης, οι οποίες είτε εξετάσθηκαν από το δικαστήριο που επελήφθη αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης είτε θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παραδεκτώς προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής (βλ. ΣτΕ 4087/2015, 4922/2014 7μ. σκ. 8, 3109/2014 σκ. 9, 393/2014 σκ. 6, 3835/2013 σκ. 5, 827/2013 σκ. 3, 5496, 5497/2012, 3421, 3422/2011, 51/2010 κ.α.).
8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. 4216/16.12.2005 απόφαση του Γ.Γ.Π.Α., με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των επίμαχων κατασκευών. Η πράξη αυτή, καθ’ ο μέρος αφορά τον φερόμενο ως συνιδιοκτήτη των επίμαχων κατασκευών και ήδη αιτούντα, θυροκολλήθηκε, λόγω μη ανευρέσεώς του στην φερόμενη ως κατοικία του επί της οδού Κ. Παλαμά αρ. 181 στην Νίκαια. Κατά της πράξεως αυτής ουδέποτε ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως από τον αιτούντα. Κατόπιν των ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα περί της εννοίας του άρθρου 114 παρ. 5 εδάφιο τέταρτο του ν. 1892/1990, μη νομίμως το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ως παραδεκτώς προβληθέντα ενώπιον του τον ισχυρισμό του αιτούντος ότι δεν είναι κύριος των επίμαχων κατασκευών, όπως βασίμως προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο εφέσεως, συνεπώς η κρινομένη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
9. Επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να εκδικασθεί η αίτηση ακυρώσεως του εφεσιβλήτου.
10. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως και καταχρηστικώς επιβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος πρόστιμο, το οποίο είναι εξοντωτικό, για κτίσμα υφιστάμενο ήδη από το έτος 1982. Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο είναι ακυρωτέο, διότι, κατά παράβαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ακροάσεως, αυτός δεν κλήθηκε σε ακρόαση πριν την έκδοσή του, καθώς και διότι δεν φέρει ακριβή ημερομηνία αλλά μόνο το μήνα και το έτος συντάξεώς του.
11. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά το σύστημα των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, η υποχρέωση εκείνου που εγκατέστησε αυθαίρετη κατασκευή μέσα σε δάσος ή δασική έκταση να προβεί στην καθαίρεσή της και την αποκατάσταση της δασικής μορφής της έκτασης αρχίζει από την κλήτευσή του που διενεργείται πριν από την έκδοση της διαταγής κατεδάφισης, με τον τρόπο δε αυτόν ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος τελεί εγκαίρως σε γνώση της απειλούμενης έννομης συνέπειας, μπορεί να αποτρέψει με δικές του ενέργειες, χωρίς να απαιτείται εκ του νόμου νέα κλήτευσή του πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου, την επιβολή της ειδικής αποζημίωσης που αποτελεί κατά νόμο επερχόμενη συνέπεια της πράξης με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής. Εξ άλλου, αν ο ενδιαφερόμενος παραδώσει οικειοθελώς προς κατεδάφιση το κτίσμα, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, το οποίο, κατά τους ορισμούς του νόμου (παρ. 5 άρθρου 114), του κοινοποιείται με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, μπορεί να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης. Με τα δεδομένα αυτά ικανοποιείται πλήρως η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αξίωση του ενδιαφερόμενου προς κλήτευσή του για παροχή εξηγήσεων (βλ. ΣτΕ 4294-4297, 3109/2014, 1129/2011, 3873/2004).
12. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου, πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου αλλά και πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης του Γ.Γ.Π.Α. περί κατεδαφίσεως των επίμαχων κατασκευών, με το υπ’ αριθμ. 4460/10.9.2004 έγγραφο του Δασάρχη Αιγάλεω ο αιτών είχε κληθεί να προβεί στην κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών, το δε έγγραφο αυτό θυροκολλήθηκε λόγω μη ανευρέσεώς του στην φερόμενη ως κατοικία του επί της οδού Κ. Παλαμά αρ. 181 στην Νίκαια. Ενόψει αυτών, νομίμως εν προκειμένω εκδόθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο χωρίς νεώτερη κλήση σε ακρόαση του αιτούντος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι από αυτόν ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου, τυχόν πλημμέλειες στην επίδοση της κλήσεως σε ακρόαση πριν την έκδοση της σχετικής πράξεως κατεδάφισης συνδέονται με την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξεως αυτής, χωρίς να καθιστούν πλημμελές το αντίστοιχο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης, αλλά ούτε και παραδεκτή την προβολή ισχυρισμών περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της ιδιότητας του κυρίου, νομέα ή κατόχου στην δίκη κατά του πρωτοκόλλου αυτού.
13. Επειδή, όπως έχει κριθεί, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση επιβαλλομένη για τη διατήρηση αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών εν γένει που έχουν ανεγερθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης, κύρωση δηλαδή που επιβάλλεται για την μη κατεδάφιση των κατασκευών αυτών, ανεξαρτήτως του χρόνου ανέγερσής τους. Κατά συνέπεια, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, νομίμως επιβάλλεται η ειδική αποζημίωση για αυθαίρετα κτίσματα εντός δασικών εκτάσεων, τα οποία, οποτεδήποτε ανεγερθέντα, δεν είχαν κατεδαφισθεί ή παραδοθεί προς κατεδάφιση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της διάταξης αυτής (28.5.1993, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 2145/1993), καθόσον τούτο δεν συνιστά αναδρομική επιβολή διοικητικής κύρωσης (βλ. ΣτΕ 3835/2013, 51/2010). Εξ άλλου, όπως επίσης έχει κριθεί, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, και εν όψει του σκοπού τους που είναι τελικώς η κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν αυθαίρετα κατασκευασθεί σε δάσος ή δασική έκταση, οι δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης αίρονται αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή (βλ. ΣτΕ 705/2016, 188/2012, 4668/2011, 4587/2009 7μ.).
14. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η «ειδική αποζημίωση» επιβλήθηκε για το χρονικό διάστημα από 29.3.2006 έως 28.3.2007, επιβλήθηκε δηλαδή για παράβαση συντελεσθείσα μετά την έναρξη ισχύος της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993. Ενόψει αυτών, οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί καταχρηστικής επιβολής εξοντωτικού προστίμου για κτίσμα υφιστάμενο ήδη από το 1982, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
15. Επειδή, τέλος, ο ισχυρισμός του αιτούντος περί πλημμέλειας του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου λόγω μη αναγραφής της ημέρας εκδόσεώς του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι στο σώμα της προσβαλλόμενης πράξεως αναφέρεται ως ημερομηνία εκδόσεώς της η 18.6.2009.
16. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να απορριφθεί δε η αίτηση ακυρώσεως.






