ΣτΕ 304/2017 [Τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο για σχολικό συγκρότημα εντός ζώνης προστασίας ιαματικής πηγής]
Περίληψη
-Ο καθορισμός των χώρων ανέγερσης των κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιο, δημοτικό ή κοινωφελή σκοπό υπόκειται σε χωροταξικό και πολεοβομικό σχεδίασμά. Οι χώροι αυτοί πρέπει να καθορίζονται κατ’ αρχήν σε περιοχές με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, κατ’ εξαίρεση δε, όταν αυτό είναι ανέφικτο ή ιδιαίτερα δυσχερές, επιτρέπεται ο καθορισμός τους με την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου σε περιοχές εκτός σχεδίου, δηλαδή σε περιοχές που δεν προορίζονται κατ’ αρχήν για την κάλυψη των αναγκών των οικισμών και την εξασφάλιση των απαραίτητων υποδομών τους. Επομένως, τιροκειμένου να εγκριθεί τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο πρέπει να ερευνάται η φύση του εξυπηρετούμενου σκοπού ως δημόσιου, δημοτικού ή κοινωφελούς και, περαιτέρω, να διαπιστώνεται αφενός ότι συντρέχει αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια για τον καθορισμό του αντίστοιχου χώρου με τη διαδικασία τροποποίησης ή επέκτασης του σχεδίου πόλης και αφετέρου ότι υπάρχει σοβαρή ανάγκη να ικανοποιηθεί ο σκοπός αυτός, η επιλογή δε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση της κατάλληλης για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών θέσης πρέπει να γίνεται με χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια.
-Η γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. τάσσεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας τόσο για την έγκριση, επέκταση ή τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, όσο και για τον καθορισμό των όρων δόμησης σε περιοχή που βρίσκεται σε ακτίνα 1.000 μέτρων από ιαματική πηγή τουριστικής σημασίας. Για την έγκριση ή τροποποίηση σχεδίου πόλεως, σε περιοχή που απέχει απόσταση μικρότερη των 1.000 μ. από ιαματική πηγή του άρθρου 14 του ν. 4086/1960, η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. αποτελεί ουσιώδη τύπο της οιαοικασιας και μετά την ισχύ του ν. 3498/206, διότι η τήρηση του τύπου αυτού αποσκοπεί, ενόψει και της συνταγματικής προστασίας των ευπαθών οικοσυστημάτων των πηγών στην προστασία και διαφύλαξη της ποιότητας των ιαματικών φυσικών πόρων της Χώρας.
-Κατά συνέπεια, για την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου σε περιοχή που απέχει απόσταση μικρότερη των 1.000 μ. από ιαματική πηγή λουτρόπολης τουριστικής σημασίας απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, και η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. Το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τόπου της διαδικασίας, ήτοι χωρίς την ‘προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ., η τήρηση του οποίου επιβάλλεται από το νόμο και πρέπει για τον λόγο αυτό να ακυρωθεί.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του από 11.4.2012 π.δ. (ΑΑΠ 153/4.5.2012) με το οποίο εγκρίθηκε τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο στην εκτός σχεδίου περιοχή της Δ.Ε. Αγ. Κηρύκου του Δήμου Ικαρίας (Ν. Σάμου) με τον καθορισμό χώρου για την ανέγερση κτιρίων εκπαίδευσης και των όρων και περιορισμών δόμησης αυτού.
- Επειδή, με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ της ισχύος του προσβαλλόμενου διατάγματος ο Δήμος Ικαρίας, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ανωτέρω τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο.
- Επειδή, οι αιτούντες με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση, διότι, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία, φέρονται ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι ακινήτου το οποίο περιλαμβάνεται στις ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης πράξης, παραδεκτώς δε ομοδικούν, καθώς προβάλλουν λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση.
- Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 4.5.2012 (ΑΑΠ 153) και η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στις 30.7.2012. Συνεπώς, αφαιρουμένου του διαστήματος των δικαστικών διακοπών (1.7-15.9, εν προκειμένω δε από 1.7.2012 έως 30.7.2012), κατά το οποίο αναστέλλεται η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας.
- Επειδή, στο Κεφάλαιο Ζ΄ του από 14.7.1999 π.δ. «Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας» (Δ΄ 580, ΚΒΠΝ), με τίτλο «Σχεδιασμός πόλεων κατά το ν.δ. της 17.7.1923» (άρθρα 152-161), ορίζεται, στο άρθρο 153 παρ. 1, ότι τα σχέδια πόλεων καθορίζουν, μεταξύ άλλων, «τα οικόπεδα που είναι αναγκαία για την ανέγερση δημόσιων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και την εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων κοινής ωφέλειας έργων» (περ. β΄), στο άρθρο 152 παρ. 10 ότι «Απαγορεύεται να ανεγείρονται δημόσια, δημοτικά και κοινής ωφέλειας κτίρια σε οικόπεδα τα οποία είναι μεν κατά το εγκεκριμένο σχέδιο οικοδομήσιμα αλλά δεν προορίζονται από τούτο για τον σκοπό αυτό. Αν το σχέδιο δεν προβλέπει θέσεις για τα κτίρια του προηγουμένου εδαφίου ή αν οι θέσεις που προβλέπει κρίνονται ακατάλληλες, επιβάλλεται η προηγούμενη τροποποίηση του σχεδίου για τον καθορισμό των καταλλήλων θέσεων. Αν δεν υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο για τον καθορισμό των παραπάνω θέσεων απαιτείται η προηγούμενη έγκριση αυτού, έστω και σε περιορισμένη γύρω από τις θέσεις αυτές έκταση […].» και στο άρθρο 154 παρ. 1 ότι «1. Το σχέδιο πόλης πριν την έγκρισή του εκτίθεται με τον σχετικό τοπογραφικό χάρτη στο δημαρχείο ή κοινοτικό κατάστημα επί δεκαπέντε ημέρες. Για το γεγονός αυτό το κοινό ειδοποιείται από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας με γενική πρόσκληση που τοιχοκολλάται στα δημοσιότερα μέρη της πόλης. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν μέσα στην προθεσμία αυτή να λάβουν γνώση των παραπάνω στοιχείων και να υποβάλουν εγγράφως στο δήμο ή την κοινότητα τυχόν ενστάσεις τους κατ’ αυτών, τις οποίες ο δήμος ή η κοινότητα είναι υποχρεωμένη να διαβιβάσει μαζί με την κατά την επομένη παράγραφο γνωμοδότηση στην αρμόδια για την έγκριση κ.λπ. του σχεδίου αρχή». Περαιτέρω, στο άρθρο 114 του ίδιου π.δ. (ΚΒΠΝ), στο οποίο κωδικοποιήθηκαν, πλην άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 26 και 43 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και 8 παρ. 13 του ν. 1512/1985, ορίζονται τα εξής: «1. Με απόφαση που εκδίδεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Ζ του Μέρους ΙΙ, μπορεί να εγκρίνεται τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οικισμών προ του 1923, για τον καθορισμό χώρων για την ανέγερση κτιρίων δημόσιων και δημοτικών σκοπών και γενικά κτιρίων κοινής ωφέλειας καθώς και για την εκτέλεση επειγόντων στεγαστικών κρατικών προγραμμάτων […] και να ορίζονται γενικώς οι όροι και περιορισμοί δόμησής τους […]». Όπως έχει κριθεί, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας συνάγεται ότι ο καθορισμός των χώρων ανέγερσης των κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιο, δημοτικό ή κοινωφελή σκοπό υπόκειται σε χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Οι χώροι αυτοί πρέπει να καθορίζονται κατ’ αρχήν σε περιοχές με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, κατ’ εξαίρεση δε, όταν αυτό είναι ανέφικτο ή ιδιαίτερα δυσχερές, επιτρέπεται ο καθορισμός τους με την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου σε περιοχές εκτός σχεδίου, δηλαδή σε περιοχές που δεν προορίζονται κατ’ αρχήν για την κάλυψη των αναγκών των οικισμών και την εξασφάλιση των απαραίτητων υποδομών τους. Επομένως, προκειμένου να εγκριθεί τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο πρέπει να ερευνάται η φύση του εξυπηρετούμενου σκοπού ως δημόσιου, δημοτικού ή κοινωφελούς και, περαιτέρω, να διαπιστώνεται αφενός ότι συντρέχει αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια για τον καθορισμό του αντίστοιχου χώρου με τη διαδικασία τροποποίησης ή επέκτασης του σχεδίου πόλης και αφετέρου ότι υπάρχει σοβαρή ανάγκη να ικανοποιηθεί ο σκοπός αυτός, η επιλογή δε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση της κατάλληλης για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών θέσης πρέπει να γίνεται με χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια (πρβλ. ΣτΕ 2952/2006, ΠΕ 295/2013 5μ. κ.ά.).
- Επειδή, με το άρθρο 15 του ν. 241/1914 (Α΄ 111) ιδρύθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας αυτοτελές γραφείο με σκοπό τη λήψη μέτρων για την προσέλκυση και παράταση της διαμονής ξένων στην Ελλάδα και με αποστολή, μεταξύ άλλων, την υποστήριξη σωματείων, εταιρειών κ.λπ. για την ανάπτυξη ξενοδοχείων και άλλων μονάδων με παρεμφερή σκοπό. Ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 1698/1919 (Α΄ 11) το ως άνω αυτοτελές γραφείο μετετράπη σε αυτοτελή Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων, ανήκουσα οργανικώς στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και διατελούσα, από την άποψη της επιδίωξης των σκοπών της, σε υπηρεσιακή σχέση και με τα Υπουργεία Εσωτερικών, Συγκοινωνίας, Οικονομικών και Παιδείας. Με τα άρθρα 2 επόμ. του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι αρμοδιότητες και η οργάνωση της αυτοτελούς Υπηρεσίας και συνεστήθη το Διοικητικό της Συμβούλιο, μεταξύ δε άλλων, με το άρθρο 8 ορίσθηκε ότι «Επί τη αιτήσει των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών Συμβουλίων, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού συμβουλίου αναγνωρίζονται και ονομάζονται δια Β. διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, λουτροπόλεις και ειδικαί θεριναί ή χειμεριναί διαμοναί, εφόσον ήθελε βεβαιωθή προσηκόντως ότι πληρούσι τας προς τούτο συνθήκας. Η τοιαύτη αναγνώρισις δύναται να προκληθή και αυτεπαγγέλτως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Β. διάταγμα της αναγνωρίσεως θέλει καθορίζει και τα όρια της αναγνωριζομένης περιοχής […]». Εν συνεχεία, με το άρθρο 1 του ν.δ. της 21.5/23.5.1923 (Α΄ 135), προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στο άρθρο 8 του ν. 1698/1919 με το οποίο ορίσθηκε ότι «Απαγορεύεται η εντός των κατά το 1ον εδάφιον του παρόντος αναγνωριζομένων ως ειδικών χειμερινών ή θερινών διαμονών και εις ακτίνα χιλίων μέτρων πέριξ αυτών παρ’ ιδιωτών ή νομικών προσώπων εγκατάστασις και λειτουργία θεραπευτηρίων, νοσοκομείων, κλινικών ή αναρρωτηρίων προς νοσηλείαν πασχόντων εκ μεταδοτικών νόσων (φθίσις) άνευ αδείας των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, εκδιδομένης μετά γνωμοδότησιν του Ιατροσυνεδρίου». Εξάλλου, με το ν.δ. 180/1946 (Α΄ 324) κυρώθηκε και συμπληρώθηκε το από 6.5.1946 ν.δ. (Α΄ 147) στο άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι «1. Πρός τον σκοπόν όπως δημιουργούνται συνθήκαι εξυπηρετούσαι την τουριστικήν κίνησιν, δύναται διά Διατάγματος να ανακηρύσσωνται πόλεις, κωμοπόλεις, χωρία και περιοχαί τουριστικού ενδιαφέροντος, τουριστικοί τόποι, εφ’ όσον προκαλούν ή είναι δυνατόν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον περιηγητών, λόγω φυσικών καλλονών, αρχαιολογικού, ιστορικού, λαογραφικού ενδιαφέροντος, ιαματικών πηγών, διοργανουμένων εκθέσεων, πανηγύρεων, εορτών κ.λπ., ή τέλος λόγω ειδικών θερινών ή χειμερινών διαμονών. 2 […] 3. Διά Διατάγματος καθορίζονται και τα εδαφικά όρια των Τουριστικών Τόπων ή Συγκοινωνιακών Γραμμών», στο δε άρθρο 11 ορίσθηκε ότι «Το άρθρον 8 του Νόμου 1628 [1698] της 16 Δεκεμβρίου 1918 ¨περί οργανώσεως της λειτουργίας του κατά τον νόμον 241 αυτοτελούς γραφείου Ξένων και Εκθέσεων¨, δεν έχει εφαρμογήν εις τους δυνάμει του παρόντος νόμου αναγνωριζομένους Τουριστικούς Τόπους». Κατ’εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 1 του ν.δ. 180/1946 εκδόθηκε το π.δ. 899/1976 (Α΄ 329), που διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ. 664/1977 (Α΄ 222), με το άρθρο πρώτο (περ. μβ΄) του οποίου ανακηρύχθηκε ως τουριστικός τόπος, πλην άλλων, ο Δήμος Αγίου Κηρύκου Ικαρίας.
- Επειδή, το άρθρο 18 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών, ιαματικών, ρεόντων και υπογείων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου». Εξάλλου, το καθεστώς των ιαματικών πηγών ρυθμίσθηκε αρχικώς με το ν. 2188/1920 («περί ιαματικών πηγών», Α΄ 132), ο οποίος προέβλεψε την αναγνώριση (κήρυξη) των ιαματικών πηγών με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο, μετά από γνώμη του Ιατροσυνεδρίου, προτάσει του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ενεργούντος αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει του ιδιοκτήτου (άρθρο 1). Σε εκτέλεση του ανωτέρω νόμου εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, α) το από 7/21.8.1920 β.δ. «περί ανακηρύξεως μιας πηγής υδάτων μεταλλικών ή μη εις ιαματικήν πηγήν και αδείας εκμεταλλεύσεως αυτής» (Α΄ 189), β) το από 21/28.8.1920 β.δ. «περί του τρόπου της ενεργείας δημοπρασίας προς ενοικίασιν των ιαματικών πηγών του Κράτους και περί υποχρεώσεων των αναδεικνυομένων ενοικιαστών» (Α΄ 194) και γ) το από 23.4/3.5.1923 β.δ. «περί αδείας ανοίγματος και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων ιαματικών πηγών, υδροθεραπείας φυσικής και παραπλήσιας θεραπείας» (Α΄ 112). Εν συνεχεία, ο ν. 4844/1930 («περί διατάξεων αφορωσών την εκμετάλλευσιν των ιαματικών πηγών», Α΄ 268) όρισε ότι με κέντρο εκάστη (δημόσια ή ιδιωτική) ιαματική πηγή και σε ακτίνα χιλίων μέτρων σχηματίζεται «προστατευτική περιοχή», ότι εντός της εν λόγω περιοχής υπόκειται σε περιορισμούς η εκτέλεση έργων δυναμένων να παραβλάψουν τις πηγές (άρθρο 1) και ότι απαιτείται άδεια, μετά από γνώμη της προβλεπόμενης στο άρθρο 13 του νόμου επιτροπής, από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων) για την εκτέλεση ορισμένων έργων (άρθρο 2). Το άρθρο 14 του ίδιου ν. 4844/1930 προέβλεψε την επιβολή κατωτάτου ορίου λουτρικού δικαιώματος με υπουργική απόφαση, διατάξεις δε σχετικές με τις συμβάσεις εκμεταλλεύσεως των δημοσίων ιαματικών πηγών και την ασκουμένη επί των πηγών εποπτεία περιέλαβε και ο α.ν. 828/1948 (Α΄ 258). Επακολούθησε ο ν. 1624/1951 (περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 1565/1950 “περί συστάσεως Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού”, Α΄ 7), με τον οποίο περιήλθαν στον Ε.Ο.Τ. οι σχετικές με την εποπτεία των ιαματικών πηγών και την προαγωγή του ιαματικού τουρισμού αρμοδιότητες (άρθρα 2, 13 παρ. 1 περ. β΄, στ΄, η΄ και 23). Στο άρθρο 6 παρ. 1 του α.ν. 1813/1951 (Α΄ 140) ορίσθηκε εν συνεχεία ότι «Επί των Δημοσίων Ιαματικών Πηγών, ων την Διοίκησιν και διαχείρισιν είχεν η τέως Γενική Γραμματεία Τουρισμού και αίτινες κατά το άρθρον 23 του Ν.1624/51 περιήλθον εις την κυριότητα του Ε.Ο.Τ., η εκμετάλλευσις τούτων υπό του Ε.Ο.Τ. ενεργείται είτε δι’ αυτεπιστασίας, είτε δια παραχωρήσεως εις τρίτους […]», ενώ με το ν.δ. 3016/1954 (Α΄ 218) τροποποιήθηκαν ορισμένες διατάξεις του α.ν. 1831/1951 και ρυθμίστηκαν άλλα θέματα προστασίας των ιαματικών πηγών. Ακολούθως, με τον ν. 4086/1960 («περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών περί Ιαματικών Πηγών», Α΄ 112) οι ιαματικές πηγές διακρίθηκαν σε τουριστικής και τοπικής σημασίας, με διαφοροποιήσεις ως προς την εποπτεία (Ε.Ο.Τ. και Νομάρχης, αντιστοίχως) και το καθεστώς εκμετάλλευσης (από τον Ε.Ο.Τ. ως προς τις πρώτες και από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή τα νομαρχιακά ταμεία, κατά παραχώρηση από τον Ε.Ο.Τ., ως προς τις δεύτερες, άρθρα 1 και 2). Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ν. 4086/1960, αντικαταστάθηκε το άρθρο 2 του παραπάνω ν.δ. 3016/1954 και ορίσθηκε ως προς την κατάταξη των ιαματικών πηγών σε τουριστικής ή τοπικής σημασίας ότι «Η κατά τα ανωτέρω κατάταξις γίνεται προκειμένου περί όλων των νομίμως ανακεκηρυγμένων κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ιαματικών πηγών διά Β. Διατάγματος εκδιδομένου κατά πρότασιν του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ. εντός 2 μηνών από της ισχύος του παρόντος, προκειμένου δε περί ιαματικών πηγών ανακηρυχθησομένων ως τοιούτων μετά την δημοσίευσιν του παρόντος, διά του περί ανακηρύξεως αυτών ως ιαματικών Β. Διατάγματος εκδιδομένου κατά πρότασιν του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ. Δια Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών της Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Εσωτερικών, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ., δύνανται ιαματικαί πηγαί καταταχθείσαι εις την κατηγορίαν ιαματικών πηγών τοπικής σημασίας να ανακαταταχθώσιν εις τουριστικής σημασίας τοιαύτας, αποκλειομένης της ανακατατάξεως ιαματικών πηγών τουριστικής σημασίας εις τοπικής σημασίας τοιαύτας. Αι ιαματικαί πηγαί τουριστικής σημασίας υπάγονται εις την άμεσον αρμοδιότητα του Ε.Ο.Τ. […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 4086/1960 ορίζεται ότι «1. Προ πάσης κατά τας κειμένας διαταξεις εγκρίσεως ή τροποποιήσεως σχεδίου πόλεως ή κώμης ή συνοικισμού, κατά το τμήμα αυτού το ευρισκόμενον εντός περιοχής απεχούσης 1.000 μέτρα από της Ι. Π. Λουτροπόλεως τουριστικής σημασίας, απαιτείται γνωμοδότησις του Ε.Ο.Τ. προκαλουμένη υπό του οικείου Νομομηχανικού. 2. Απαγορεύεται η δόμησις οιασδήποτε φύσεως οικοδομικού έργου εις απόστασιν μικροτέραν των 1.000 μέτρων από Ι.Π. τουριστικής σημασίας, εάν δεν υφίσταται εγκεκριμένον κατά τα ανωτέρω σχέδιον πόλεως ή κώμης ή συνοικισμού περιλαμβάνον την ζώνην εν τη οποία ζητείται η δόμησις του έργου» και στο άρθρο 22 ορίζεται ότι καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στο νόμο αυτόν. Εξάλλου, με το από 21/31.3.1931 διάταγμα (Α΄ 80) οι ιαματικές πηγές κατατάχθηκαν σε τάξεις Α΄, Β΄ και Γ΄ (πρβλ. και το από 21/27.2.1935 διάταγμα Α΄ 54). Εν συνεχεία, με την απόφαση 12346/279/1954 του Υπουργού Εμπορίου (Β΄96), που εκδόθηκε κατ’επίκληση των διατάξεων του ν. 1624/1951 και του α.ν. 1813/1951, οι λουτροπόλεις της Χώρας κατατάχθηκαν γενικώς, από τη λουτρική περίοδο 1954 και εφεξής, σε κατηγορίες (Α΄, Β΄, Γ΄ και Τοπικής σημασίας), η δε λουτρόπολη της Ικαρίας κατατάχθηκε στη Β΄ Κατηγορία. Μεταγενεστέρως, κατ’επίκληση του άρθρου 1 του προαναφερθέντος ν. 4086/1960 εκδόθηκε το β.δ. 190/1962 «Περί κατατάξεως των νομίμως ανακεκηρυγμένων Ιαματικών Πηγών» (Α΄ 49), με το άρθρο μόνο του οποίου κατατάχθηκαν 16 πηγές στις ιαματικές πηγές τουριστικής σημασίας, ενώ όλες οι λοιπές πηγές χαρακτηρίσθηκαν ως τοπικής σημασίας. Στη συνέχεια, με το άρθρο μόνον του β.δ. 681/1962 «Περί ανακηρύξεως των ιαματικών πηγών Ικαρίας εις την κατηγορίαν των τουριστικής σημασίας» (Α΄ 175) ορίσθηκε ότι «Αι νομίμως ανακεκηρυγμέναι ιαματικαί πηγαί Ικαρίας, αι καταταχθείσαι δια του υπ’αριθ. 190/6.5.62 Β.Δ. εις την κατηγορίαν των ιαματικών πηγών τοπικής σημασίας, ανακατατάσσονται εις την κατηγορίαν των ιαματικών πηγών τουριστικής σημασίας».
- Επειδή, το καθεστώς των ιαματικών πηγών αλλά και των εν γένει ιαματικών φυσικών πόρων καθόρισε εκ νέου ο ήδη ισχύων ν. 3498/2006 («Ανάπτυξη ιαματικού τουρισμού και λοιπές διατάξεις», Α΄ 230). Για τους σκοπούς του νόμου αυτού ως «ιαματική πηγή» ορίζεται η «φυσική ανάβλυση ή άντληση ιαματικού φυσικού πόρου με τεχνικό έργο, όπως από γεώτρηση, φρέαρ, τάφρο ή σήραγγα (φυσική ή τεχνητή) ή φυσική δημιουργία ιαματικού πηλού», ενώ ως «ιαματικοί φυσικοί πόροι θεωρούνται φυσικά νερά (ψυχρά ή θερμά), ατμοί, φυσικά αέρια ή πηλοί, που έχουν ιαματικές ιδιότητες, αναγνωρισμένες σύμφωνα με τις διατάξεις του [εν λόγω] νόμου» (άρθρο 1). Επιδιώκεται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, η θέσπιση θεσμικού πλαισίου αξιοποίησης των ιαματικών φυσικών πόρων της Χώρας προς τον σκοπό της ανάπτυξης του «ιαματικού τουρισμού», ήτοι της «ειδικής μορφής παροχής τουριστικών υπηρεσιών σε περιοχές των οποίων κύριο χαρακτηριστικό αποτελεί η χρήση αναγνωρισμένων ιαματικών φυσικών πόρων σε ειδικές εγκαταστάσεις», συναφώς δε προβλέπεται η αναγνώριση με υπουργική απόφαση και η καταχώριση σε σχετικό μητρώο των φυσικών πόρων που έχουν ιαματικές ιδιότητες (άρθρα 4, 5 και 7). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 ορίζονται τα εξής: «1. Για την αναγνώριση ιαματικών φυσικών πόρων απαιτείται αίτηση προς τον Ε.Ο.Τ. με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, την οποία μπορεί να υποβάλει ο κύριος, ο επικαρπωτής ή ο μισθωτής του ακινήτου στο οποίο αναβλύζει ή αντλείται ο φυσικός πόρος. Αίτηση για αναγνώριση προς τον Ε.Ο.Τ. μπορεί να υποβάλει και Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου ή δεύτερου βαθμού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, στο οποίο αναβλύζει ή αντλείται ο ιαματικός φυσικός πόρος. 2. Η διαδικασία αναγνώρισης μπορεί να κινηθεί και αυτεπαγγέλτως από τον Ε.Ο.Τ. Στην περίπτωση αυτή ο Ε.Ο.Τ. καταρτίζει φάκελο με τα σχετικά δικαιολογητικά…». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του αυτού νόμου ορίζεται ότι «1. Φυσικοί πόροι που έχουν ιαματικές ιδιότητες αναγνωρίζονται με απόφαση του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων που προβλέπεται στο άρθρο 10 του παρόντος νόμου και πρόταση του Ε.Ο.Τ. 2. Η απόφαση αναγνώρισης φυσικών πόρων ως ιαματικών αναφέρει το είδος του φυσικού πόρου, την τοποθεσία ανάβλυσης ή άντλησης, τα φυσικά, χημικά, ραδιολογικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του, τις ιαματικές ιδιότητες και τις ενδείξεις και αντενδείξεις για την ασφαλή χρήση του και συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, εγκεκριμένο από τον Ε.Ο.Τ., το οποίο σε φωτοσμίκρυνση συνδημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο οποίο αποτυπώνεται η θέση ανάβλυσης ή άντλησης, καθώς και τα κτίσματα ή έργα που υπάρχουν γύρω από την ιαματική πηγή και σε απόσταση διακοσίων μέτρων από αυτή. 3. Οι διατάξεις που διακρίνουν τις ιαματικές πηγές σε τοπικής και τουριστικής σημασίας καταργούνται», στο άρθρο 6 ρυθμίζονται θέματα κυριότητας των ιαματικών φυσικών πόρων, στο άρθρο 7 προβλέπεται η θέσπιση και τήρηση μητρώου ιαματικών φυσικών πόρων και στο άρθρο 8 καθορίζεται η διαδικασία άρσης της αναγνώρισης ιαματικών φυσικών πόρων. Το Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου (άρθρα 9 έως 12) προβλέπει τα μέτρα προστασίας των ιαματικών φυσικών πόρων, ορίζεται δε ειδικότερα, στο άρθρο 9, ότι «1. Ο Ε.Ο.Τ. έχει την αρμοδιότητα προστασίας της ποιότητας, της ποσότητας και των φυσικών, χημικών και βιολογικών χαρακτηριστικών των ιαματικών φυσικών πόρων. 2. Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Τουριστικής Ανάπτυξης, καθορίζονται ζώνες προστασίας των ιαματικών φυσικών πόρων ανάλογα με τα υδρογεωλογικά δεδομένα και το περιβάλλον κάθε ιαματικής πηγής. Με το ίδιο διάταγμα καθορίζονται τα ειδικότερα μέτρα προστασίας για κάθε ζώνη, ιδίως οι περιορισμοί στις χρήσεις γης εντός της έκτασης κάθε ζώνης προστασίας. 3. Ο χωροταξικός σχεδιασμός, επεκτάσεις ή τροποποιήσεις υφιστάμενων σχεδίων πόλεων ή ο πολεοδομικός καθορισμός επιτρεπόμενων χρήσεων, όταν αφορούν ζώνες προστασίας ιαματικών πηγών, δεν πρέπει να αναιρούν ή παραβλάπτουν την προστασία των ιαματικών φυσικών πόρων. 4. Η χωροθέτηση ή εγκατάσταση ή επέκταση γεωργικών, κτηνοτροφικών, λατομικών, βιομηχανικών, βιοτεχνικών ή τουριστικών μονάδων, καθώς και η εν γένει ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων εντός των ζωνών προστασίας δεν πρέπει να επηρεάζει τη διατήρηση της ποιότητας ή ποσότητας των ιαματικών φυσικών πόρων και επιτρέπεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων. 5. Μετά από γνώμη της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων και απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Ε.Ο.Τ., η οποία εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Τουριστικής Ανάπτυξης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να λαμβάνονται τα κατά περίπτωση κατάλληλα μέτρα για την προστασία αναγνωρισμένων ιαματικών φυσικών πόρων και να εξειδικεύονται οι επιτρεπόμενες ή μη δραστηριότητες και οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί ανά ζώνη προστασίας. 6. Στην απόφαση αναγνώρισης ιαματικών φυσικών πόρων είναι δυνατόν, μετά από γνώμη της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων και εισήγηση του Ε.Ο.Τ., να περιλαμβάνονται και ειδικά μέτρα προστασίας, τόσο της περιοχής στην οποία αναβλύζει ή αντλείται ο ιαματικός φυσικός πόρος όσο και του υδροφόρου ορίζοντα. Σε περίπτωση που οι φυσικοί ιαματικοί πόροι εμπίπτουν σε κοινόχρηστους χώρους αιγιαλού παραλίας, αρμόδιος για την προστασία αυτών είναι ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υφιστάμενη προστασία ιαματικών πηγών» και εντάσσεται στις μεταβατικές και τελικές διατάξεις του νόμου (Κεφ. Ζ΄), ορίζεται ότι «Διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και αφορούν στην προστασία των ιαματικών πηγών διατηρούνται σε ισχύ, μέχρι να εκδοθούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του παρόντος νόμου προεδρικά διατάγματα, οπότε παύουν να ισχύουν». Τέλος, σχετικά με το άρθρο 20 του ν. 3498/2006 στην αιτιολογική έκθεση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού αποσκοπείται η μεταβατική διατήρηση όλων των μέτρων προστασίας των ιαματικών φυσικών πόρων που προβλέπονται από την υφιστάμενη νομοθεσία. Έτσι δεν δημιουργείται κενό μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι αναγκαίες επιστημονικές μελέτες, οι οποίες θα αποτελέσουν τη βάση για το νέο σύστημα προστασίας με γενικά και ειδικά (κατά περίπτωση) μέτρα και τον ακριβή καθορισμό των ζωνών προστασίας ανά περίπτωση».
- Επειδή, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3498/2006 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η έκδοση προεδρικού διατάγματος για τον καθορισμό ανάλογα με τα υδρογεωλογικά δεδομένα και το περιβάλλον κάθε πηγής, αφενός, ζώνης προστασίας των ιαματικών φυσικών πόρων και, αφετέρου, ειδικών μέτρων και περιορισμών εντός της ζώνης αυτής, ιδίως ως προς τις χρήσεις γης. Συναφώς προς τα ανωτέρω, στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι μέχρι την έκδοση του σχετικού διατάγματος διατηρούνται σε ισχύ οι υφιστάμενες διατάξεις που αφορούν την προστασία των ιαματικών πηγών. Στις διατάξεις αυτές, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 20 του ν. 3498/2006, περιλαμβάνεται και το άρθρο 14 του ν. 4086/1960, στην παρ. 1 του οποίου ορίζεται ότι για την έγκριση ή τροποποίηση σχεδίου πόλεως σε περιοχή που απέχει 1.000 μ. από ιαματική πηγή λουτρόπολης τουριστικής σημασίας απαιτείται προηγουμένως γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. Όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 4086/1960, οι οποίες αποβλέπουν στην διαφώτιση της οικείας πολεοδομικής αρχής για την, από τουριστικής απόψεως, σκοπιμότητα οποιασδήποτε πολεοδομικής ρύθμισης, η γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. τάσσεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας τόσο για την έγκριση, επέκταση ή τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, όσο και για τον καθορισμό των όρων δόμησης σε περιοχή που βρίσκεται σε ακτίνα 1.000 μέτρων από ιαματική πηγή τουριστικής σημασίας (βλ. ΣτΕ 1777/1993 7μ., 2916/1989, πρβλ. ΣτΕ 2664/1987, 2301/1985, 1079/1973 Ολομ., 2532/1967 Ολομ., 254/1966 Ολομ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 20 του ν. 3498/2006 και 14 του ν.4086/1960 συνάγεται ότι για την έγκριση ή τροποποίηση σχεδίου πόλεως, σε περιοχή που απέχει απόσταση μικρότερη των 1.000 μ. από ιαματική πηγή του άρθρου 14 του ν. 4086/1960, η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας και μετά την ισχύ του ν. 3498/2006, διότι η τήρηση του τύπου αυτού αποσκοπεί, ενόψει και της συνταγματικής προστασίας των ευπαθών οικοσυστημάτων των πηγών (πρβλ. ΣτΕ 966/1995, ΠΕ 493/1997), στην προστασία και διαφύλαξη της ποιότητας των ιαματικών φυσικών πόρων της Χώρας (πρβλ. ΠΕ 223/2014). Εξάλλου, το τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο έχει τον ίδιο χαρακτήρα με το ρυμοτομικό σχέδιο που εγκρίνεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α΄ 228) και δεν διαφοροποιείται από αυτό παρά μόνο ως προς την κλίμακά του, αφού επηρεάζει και επηρεάζεται από τα λοιπά εγκεκριμένα σχέδια πόλεως της ευρύτερης περιοχής [ΣτΕ 2232/1999 Ολομ. 2774/1998, πρβλ. άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60) και άρθρο 2 παρ. 20 και 40 του ν. 4067/2012 (Α΄ 79, ΝΟΚ)]. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 4086/1960 και εφόσον δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3498/2006 προεδρικό διάταγμα, για την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου σε περιοχή που απέχει απόσταση μικρότερη των 1.000 μ. από ιαματική πηγή λουτρόπολης τουριστικής σημασίας απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, και η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ.
- Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται και το πρακτικό 13/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας με το οποίο έτυχε επεξεργασίας το σχέδιο του προσβαλλομένου διατάγματος προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στο εγκεκριμένο με το 58163/ΣΤ1/13.5.2005 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κτιριολογικό πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας προβλέφθηκε η ανέγερση ολοήμερου δημοτικού σχολείου δυναμικότητας 240 μαθητών και συνολικής επιφάνειας 2.335,2 τ.μ. Οι εγκαταστάσεις αυτές πρόκειται να εξυπηρετήσουν τους μαθητές των δημοτικών σχολείων του Δήμου Αγίου Κηρύκου που στεγάζονται σε σχολεία τα οποία είναι διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του Δήμου. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αγίου Κηρύκου, με την 14/30.1.2009 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έγκρισης τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου για την ανέγερση της ανωτέρω σχολικής μονάδας και με την 42/6.4.2009 απόφασή του απέρριψε τις ενστάσεις που ασκήθηκαν κατά της αρχικής 14/30.1.2009 απόφασής του από φερόμενους ως ιδιοκτήτες έκτασης, την οποία καταλαμβάνει το προτεινόμενο τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο. Εξάλλου, με την 525/3.4.2009 πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δασών Ν. Σάμου, η εντασσόμενη στο τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο έκταση χαρακτηρίσθηκε ως μη δασική, οι δε αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εξέφρασαν θετική γνώμη για την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου. Περαιτέρω, με το από 24.9.2009 πρακτικό καταλληλότητας και επιλογής χώρου ανέγερσης διδακτηρίων της Επιτροπής του άρθρου 18 παρ. 6 του ν. 3467/2006 κρίθηκε αναγκαία η έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου για τον καθορισμό χώρου ανέγερσης του ολοήμερου δωδεκαθέσιου δημοτικού σχολείου, σε οικοδομικό τετράγωνο 7.374,55 τ.μ. εντός ευρύτερης έκτασης 10.814,34 τ.μ., στη θέση «Βασιλάρικα» του οικισμού του Αγίου Κηρύκου Ικαρίας. Το ακίνητο αυτό θεωρήθηκε ότι είναι κατάλληλο για την ανέγερση του προαναφερθέντος σχολικού συγκροτήματος, πλην άλλων, διότι «… η θέση του εξεταζόμενου χώρου είναι στο νότιο τμήμα του οικισμού του Αγίου Κηρύκου και εξυπηρετεί το μαθητικό δυναμικό πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Δήμου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας …». Η Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών (ΔΟΚΚ) του ΥΠΕΧΩΔΕ ενέκρινε, με το 34675/23.9.2009 έγγραφό της, τη σχετική μελέτη γεωλογικής καταλληλότητας. Εν συνεχεία, η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΚΑ με την από 5.10.2010 εισήγηση, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την αναγκαιότητα και χρησιμότητα χωροθέτησης της εν λόγω εκπαιδευτικής υποδομής στην περιοχή, πρότεινε την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου και τον καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης. Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (πρακτικό 106/13.10.2010), που γνωμοδότησε υπέρ της έγκρισης του σχεδίου, κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση από 11.4.2012 π.δ. (ΑΑΠ 153/4.5.2012), με το οποίο εγκρίθηκε τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο στην εκτός σχεδίου περιοχή της Δ.Ε. Αγ. Κηρύκου του Δήμου Ικαρίας (Ν. Σάμου) με τον καθορισμό χώρου για την ανέγερση κτιρίων εκπαίδευσης και των όρων και περιορισμών δόμησης αυτού. Μετά την έκδοση του ανωτέρω διατάγματος, με την απόφαση 15369/451/Φ.ΣΧΟΟΑΠ/2013 της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου (ΑΑΠ 198) εγκρίθηκαν Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) των τέως Δήμων Αγίου Κηρύκου, Ευδήλου και Ραχών της νήσου Ικαρίας, το ακίνητο δε των αιτούντων φαίνεται να περιλαμβάνεται σε Περιοχή Ειδικών Χρήσεων, η οποία προτείνεται ως χώρος εκπαίδευσης.
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο, από 11.4.2012, προεδρικό διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που επιβάλλεται από το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4086/1960, δεδομένου ότι με το ως άνω διάταγμα εγκρίθηκε, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ., τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο σε περιοχή που εμπίπτει στη ζώνη προστασίας ιαματικής πηγής. Ειδικότερα, οι αιτούντες επικαλούνται την 246/2011 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αφορά παρεμφερή περίπτωση [τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου λουτρόπολης Θερμιών Κύθνου], και ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω το τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο εγκρίθηκε σε περιοχή η οποία βρίσκεται στη ζώνη απόλυτης προστασίας της ιαματικής πηγής «Ασκληπιός» ή «Μουσταφά», προσκόμισαν δε προς απόδειξη του ισχυρισμού τους τεχνική έκθεση του πολ. μηχανικού Γρ. Καζάλα συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα με την επ’αυτού δήλωση του μηχανικού, σύμφωνα με την οποία «Η πιο απομακρυσμένη κορυφή του οικοπέδου [γηπέδου] ιδιοκτησίας Κ. Βασίλαρου κ.λπ. … απέχει από την ιαματική πηγή Ασκληπιός (Μουσταφά) … μέτρα 934,33 και η πλησιέστερη κορυφή του οικοπέδου [γηπέδου]… απέχει μέτρα 841,23». Επίσης, οι αιτούντες προσκόμισαν το υπ’αριθ. 518539/24.6.2010 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Ο.Τ., αλλά και παρόμοια έγγραφα που αφορούν ακίνητα άλλων ενδιαφερομένων στην ίδια περιοχή, με το οποίο δεν χορηγήθηκε η έγκριση του Ε.Ο.Τ. για την ανέγερση οικοδομής στο ανωτέρω ακίνητό τους για τον λόγο ότι αυτό βρίσκεται σε ζώνη προστασίας 1.000 μ. από την ιαματική πηγή «Ασκληπιός» και πρέπει να προηγηθεί η αναγνώριση της πηγής. Συγκεκριμένα, στο 518539/24.6.2010 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Ο.Τ., που απευθύνεται στον εκπρόσωπο των αιτούντων και κοινοποιείται στους ίδιους, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 3498/2006 οι διατάξεις των ν. 4844/1930 και 4086/1960 ισχύουν ως προς όλες τις ιαματικές πηγές που θα αναγνωριστούν με βάση το ν. 3498/2006, ήτοι και για εκείνες που προ αυτού είχαν ανακηρυχθεί ως ιαματικές πηγές τοπικής σημασίας αφού ο νόμος κατήργησε τη διάκριση αυτή, ότι οι ιαματικές πηγές Ικαρίας είναι χαρακτηρισμένες ως τουριστικής σημασίας σύμφωνα με το β.δ. 681/1962 και εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 4086/1960 και ότι μέχρι την αναγνώριση των ιαματικών πηγών δεν μπορεί να εγκριθεί η δόμηση ακινήτου στη ζώνη προστασίας, διότι ισχύουν οι περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 4086/1960. Αντιθέτως, ο παρεμβαίνων Δήμος ισχυρίζεται, κατ’επίκληση διατάξεων των προαναφερθέντων νομοθετημάτων (άρθ. 1 ν. 2188/1920, άρθ. 1 ν. 4844/1930, άρθ. 1 ν. 4086/1960 και άρθ. 5 ν. 3498/2006), ότι η προβλεπόμενη στο νόμο προστασία, όποια και αν είναι, αφορά μόνον τις νόμιμα ανακεκηρυγμένες σύμφωνα με το παλαιό νομοθετικό καθεστώς ιαματικές πηγές και τις νόμιμα αναγνωρισμένες ιαματικές πηγές σύμφωνα με το υφιστάμενο καθεστώς, ότι εν προκειμένω η ιαματική πηγή «Ασκληπιός» ή «Μουσταφά» δεν έχει ανακηρυχθεί ή αναγνωριστεί όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο 4302/4.3.2015 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τουριστικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, ότι «ως εκ τούτου θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως μη υφισταμένη κατά την έννοια του νόμου πηγή», ότι η πηγή αυτή βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 900 μέτρων από το ακίνητο των αιτούντων και ότι εν πάση περιπτώσει ο Δήμος Ικαρίας κατέθεσε πρόσφατα στο αρμόδιο Υπουργείο τα δικαιολογητικά για την αναγνώριση της ιαματικής πηγής οριοθετώντας τη ζώνη προστασίας της σε απόσταση 200 μέτρων από την πηγή. Στο ανωτέρω έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τουριστικών Επενδύσεων (αρ. 4302/4.3.2015), το οποίο επικαλείται ο παρεμβαίνων Δήμος, αναφέρεται ότι δεν έχει εκδοθεί υπουργική απόφαση αναγνώρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3498/2006 για την πηγή ονόματι «Ασκληπιός» ή «Μουσταφά» του οικισμού Αγίου Κηρύκου στη θέση Διοικητηρίου περιοχή Φωκιανέικα. Τέλος, η Προϊσταμένη της Δ/νσης Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΚΑ στο 16503/27.3.2014 έγγραφο, με το οποίο διαβιβάσθηκαν οι απόψεις της Διοίκησης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εκθέτει ότι ο ισχυρισμός των αιτούντων, κατά τον οποίο πλησίον του εγκριθέντος τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου υπάρχουν ιαματικές πηγές, «…προβάλλεται αναπόδεικτα δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου».
- Επειδή, από τα προαναφερθέντα στοιχεία προκύπτει ότι κατά την επεξεργασία του σχεδίου του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος, με το οποίο εγκρίθηκε στη συνέχεια το τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο στην περιφέρεια του Δήμου Ικαρίας (Δ.Ε. Αγίου Κηρύκου), το σχέδιο δεν συνοδευόταν από γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. ή από έγγραφο με το οποίο κλήθηκε να γνωμοδοτήσει ο Ε.Ο.Τ. ούτε άλλωστε, όπως προκύπτει από το πρακτικό επεξεργασίας 13/2012, τέθηκαν υπόψη του Συμβουλίου της Επικρατείας στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη ή όχι ιαματικών πηγών στην ευρύτερη περιοχή ή πλησίον του εγκριθέντος τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου. Σύμφωνα, όμως, με τα στοιχεία που προσκομίζουν οι αιτούντες, σε περιοχή που γειτνιάζει με το τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο υφίσταται η ιαματική πηγή «Ασκληπιός ή «Μουσταφά», τούτο δε συνομολογείται και από τον παρεμβαίνοντα Δήμο Ικαρίας, ο οποίος μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, υπέβαλε στο Υπουργείο Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού αίτηση (αριθμ. πρωτ. Δήμου 901/6.2.2015 και Υπουργείου Τουρισμού 3130/13.2.2015) για την αναγνώριση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3498/2006 της εν λόγω ιαματικής πηγής, κειμένης στον Άγιο Κήρυκο Ικαρίας. Στην προσκομιζόμενη από τον Δήμο Ικαρίας σχετική γεωλογική-υδρογεωλογική μελέτη του Συνδέσμου Ιαματικών Πηγών Ελλάδος – Ε.Θ.Ε. για την αναγνώριση ως ιαματικής της πηγής Ασκληπιού Αγ. Κηρύκου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων (σελ. 1 έως 3), ότι στην περιοχή της πηγής δεν υπάρχει λουτρόπολη με κτιριακές εγκαταστάσεις, ωστόσο υπάρχουν λουτρά σε απόσταση 0,3 χλμ. βόρεια της πηγής εντός του οικισμού, ότι η Ικαρία αποτελεί ένα από τους πλέον φημισμένους τόπους για τον ιαματικό τουρισμό, δηλαδή για την ιαματική χρήση των θερμών νερών, ότι οι πηγές της Ικαρίας θεωρούνται μεταξύ των πλέον ραδιενεργών πηγών του κόσμου, ότι ανάμεσα στις δεκαεπτά (17) κυριότερες ιαματικές πηγές της Χώρας είναι γνωστή η Ικαρία για τις δικές της, που βρίσκονται στην περιοχή του πρώην Δήμου Αγίου Κηρύκου, ότι η πηγή Αγίου Κηρύκου (Μουσταφά Λίτζα ή Ασκληπιού) αναφέρεται τα έτη 1928 και 1938, αντίστοιχα, σε μελέτες των Κ. Μακρή και Ν. Λέκκα και ότι η πηγή περιλαμβάνεται σε σχετικό χάρτη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας του έτους 1938. Στην ίδια μελέτη, αφού αναλύονται τα απαιτούμενα κατά τον νόμο στοιχεία (σελ. 22 έως 88), διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι με βάση τα υδρογεωλογικά και γεωλογικά στοιχεία αλλά και τα υδροχημικά στοιχεία το παρόν νερό της πηγής Ασκληπιού Αγίου Κηρύκου του Δήμου Ικαρίας πληροί τις προϋποθέσεις για την ανακήρυξή του ως ιαματικό και προτείνονται ζώνες προστασίας της πηγής (σελ. 89). Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα για την προστασία της ανωτέρω πηγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3498/2006, ή ότι γνωμοδότησε ή κλήθηκε να γνωμοδοτήσει ο Ε.Ο.Τ. πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος. Η Διοίκηση, μάλιστα, δεν αρνείται κατ’ουσίαν την πραγματική βάση του σχετικού ισχυρισμού των αιτούντων, καθ’ο μέρος ο ισχυρισμός αφορά τη μη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου π.δ. Και τούτο, διότι η Διοίκηση στο έγγραφο των απόψεων δεν αντικρούει τον ισχυρισμό των αιτούντων ούτε παραθέτει στοιχεία για τη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ., αλλά εκθέτει ότι ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως που αφορά την ύπαρξη ιαματικής πηγής στην περιοχή προβάλλεται αναποδείκτως, ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει ιαματική πηγή στην περιοχή. Ομοίως, και ο παρεμβαίνων Δήμος Ικαρίας δεν αντικρούει τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι δεν γνωμοδότησε ο Ε.Ο.Τ., ισχυρίζεται ωστόσο ότι η πηγή «Ασκληπιός» δεν υπάγεται σε προστατευτικό καθεστώς και επικουρικώς ότι και αν ακόμη η πηγή υπάγεται σε προστατευτικό καθεστώς, δεν απαιτείτο η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ. για την έκδοση του προσβαλλομένου διατάγματος. Ο ισχυρισμός αυτός του παρεμβαίνοντος δεν είναι βάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενες σκέψεις (ανωτ. 7 και 8), με το από 21/31.3.1931 διάταγμα οι ιαματικές πηγές κατατάχθηκαν σε τάξεις Α΄, Β΄ και Γ΄, με την απόφαση 12346/279/1954 του Υπουργού Εμπορίου η λουτρόπολη της Ικαρίας κατατάχθηκε στη Β΄ Κατηγορία, με το β.δ. 681/1962 ορίσθηκε ότι οι νομίμως ανακεκηρυγμένες ιαματικές πηγές της Ικαρίας ανακηρύσσονται σε πηγές τουριστικής σημασίας και με το άρθρο πρώτο (περ. μβ΄) του π.δ. 899/1976 ο Δήμος Αγίου Κηρύκου Ικαρίας ανακηρύχθηκε ως τουριστικός τόπος, ο δε ν. 3498/2006 ρύθμισε μεν εξ υπαρχής τη διαδικασία και την έκταση προστασίας των ιαματικών φυσικών πόρων, όρισε όμως ρητώς, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 20, ότι μέχρι την αναγνώριση των ιαματικών πηγών δυνάμει του νόμου διατηρείται η προστασία τους σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Με βάση επομένως τον σκοπό του ν. 3498/2006, οι ιαματικές πηγές του Αγίου Κηρύκου Ικαρίας, για τις οποίες είχαν εκδοθεί οι παραπάνω διοικητικές πράξεις, υπήχθησαν κατά το μεταβατικό χρονικό διάστημα και μέχρι την αναγνώριση και προστασία τους με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο στο προϋφιστάμενο καθεστώς προστασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 14 του ν. 4086/1960 (πρβλ. και αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 20 του ν. 3498/2006). Άλλωστε, δυνάμει των διατάξεων αυτών του άρθρου 14 του ν. 4086/1960 απέρριψε ο Πρόεδρος του Ε.Ο.Τ. το αίτημα των αιτούντων για την ανοικοδόμηση του ακινήτου που περιελήφθη εν τέλει στις ρυθμίσεις του προσβαλλόμενου διατάγματος (βλ. το προαναφερθέν 518539/24.6.2010 έγγραφο του Προέδρου του Ε.Ο.Τ.) Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος Δήμου, κατά τον οποίο το επίμαχο ακίνητο δεν βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 900 μ. από την πηγή «Ασκληπιός», και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή όπως προβάλλεται, διότι η ζώνη προστασίας ορίζεται από τον νόμο σε 1.000 μ. ο δε παρεμβαίνων Δήμος δεν ισχυρίζεται ότι το τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο βρίσκεται σε όλη του την έκταση εκτός της ανωτέρω ζώνης προστασίας. Τέλος, το υπ’αριθ. 4302/4.3.2015 έγγραφο του Ε.Ο.Τ., το οποίο προσκόμισε και επικαλείται ο Δήμος Ικαρίας, δεν περιλαμβάνει στοιχεία για την προστασία της πηγής «Ασκληπιού» Αγίου Κηρύκου κατά τις προϋφιστάμενες του ν. 3498/2006 διατάξεις, αλλά βεβαίωση ότι η εν λόγω πηγή δεν έχει αναγνωρισθεί με βάση τις διατάξεις του ισχύοντος νόμου, αφορά δηλαδή τη διαδικασία αναγνώρισης της ιαματικής πηγής με τις διατάξεις του ν. 3498/2006. Η διαδικασία αυτή κινήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος και, ως εκ τούτου, η υποβολή αίτησης από τον παρεμβαίνοντα Δήμο για την αναγνώριση της πηγής δυνάμει του ν. 3498/2006 δεν μπορεί να καλύψει εκ των υστέρων την παράλειψη γνωμοδότησης του Ε.Ο.Τ. πριν από την έκδοση του από 11.4.2012 π.δ. (πρβλ. ΣτΕ 254/1966 Ολομ.). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, όπως βασίμως προβάλλεται, το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ήτοι χωρίς την προηγούμενη γνωμοδότηση του Ε.Ο.Τ., η τήρηση του οποίου επιβάλλεται από τον νόμο και πρέπει για τον λόγο αυτόν να ακυρωθεί, παρέλκει δε, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα, η δε παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί.






