ΣτΕ 2405/2016 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση ΧΥΤΑ μονάδας επεξεργασίας απορριμμάτων και κέντρου ανακυκλώσιμων υλικών]
Περίληψη
-Με τις ρυθμίσεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, όπως ισχυαν κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, εισάγεται αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, και το οποίο προβλέπει ολοκληρωμένο σχεδίασμά, τόσο σε εθνικό επίπεδο με την κατάρτιση προδιαγραφών και γενικών προγραμμάτων, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο με την εξειδίκευση των εθνικών στόχων και την επιλογή, σε συμφωνία προς τον υπερκείμενο σχεδίασμά, των κατάλληλων χώρων για την εγκατάσταση των μονάδων, οι οποίες εν συνεχεία χωροθετούνται και αδειοδοτούνται με πράξεις π.π.ε.α. και εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Από τις αυτές ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι καταλείπεται ευχέρεια στα κράτη μέλη για την επιλογή του τρόπου διαχείρισης των απορριμμάτων και των μεθόδων επεξεργασίας, με την υποχρέωση, όμως, θεσπίσεως κριτηρίων που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και στην υλοποίηση των τασσομένων από τις οδηγίες στόχων και αρχών και ειδικότερα της αρχής της πρόληψης, η οποία συνίσταται στην πρόληψη ή μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων και εν συνεχεία στην αξιοποίησή τους με επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση και ανάκτηση ή χρήση ως πηγή ενέργειας, της αρχής της εγγύτητας, ώστε να επιτυγχάνεται η διάθεση των αποβλήτων στις πλησιέστερες στον τόπο παραγωγής τους εγκαταστάσεις, και της αρχής της ασφαλούς διάθεσης των αποβλήτων, με την οποία εξασφαλίζεται ότι η τελική διάθεση θα γίνεται με τρόπο και μέθοδο που δεν θα προκαλεί βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου επεξεργασίας – των αποβλήτων σε συγκεκριμένη εγκατάσταση εναπόκειται στην, ανέλεγκτη ακυρωτικά, τεχνική κρίση της Διοικήσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι τηρούνται οι ανωτέρω κανόνες και αρχές και ότι η επιλεγόμενη μέθοδος εντάσσεται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού.
-Αρμοδίως η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για το συνολικό τούτο έργο, εκδόθηκε από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και τους συναρμόδιους Υπουργούς, αβασίμως δε προβάλλεται με την πρώτη αίτηση ότι αρμόδιος ήταν ο Γ.Γ.Π. ως εκ της παραγόμενης ποσότητας απορριμμάτων, σύμφωνα με την απόφαση ΣΕ 2954/2005, διότι το έργο, στο οποίο αφορούσε η ακυρωθείσα ε.π.ο., περιελάμβανε χιόνο την κατασκευή χ.υ.τ.α.. όχι δε και εγκαταστάσεις επεξεργασίας, όπως το επίδικο.
-Αβασίμως προβάλλεται με τις κρινόμενες αιτήσεις ότι η προσβαλλόμενη πράξη μη νομίμως προβλέπει για πρώτη ιοορά τη δημιουργία μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας και κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην 4012/18.7.2005 πράξη π.π.ε.α. του έργου και ότι δεν τηρήθηκε γι’ αυτές η σχετική διαδικασία. Εξ άλλου αβασίμως προβάλλεται με το δικόγραφο προσθέτων λόγων της δεύτερης αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη · ερείδεται σε παρωχημένη θετική γνωμοδότηση (π.π.ε.α.), διότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα του ενός έτους και δέκα μηνών από την θετική γνωμοδότηση 4012/18.7.2005 μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης είναι εύλογο, εν όψει του πολύπλοκου της σχετικής διαδικασίας, και δεν καθιστά ανεπίκαιρη την π.π.ε.α.
-Οι προβαλλόμενοι λόγοι, κατά τους οποίους δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία δημοσιοποίησης της μ.π.ε. και ότι δεν έλαβε χώρα έγκαιρη και πραγματική συμμετοχή των πολιτών διότι η πρόσκληση προς το κοινό να λάβει γνώση της μ.π.ε. έγινε σε χρόνο που είχε ήδη επιλεγει η μέθοδος διαχείρισης των αποβλήτων και η θέση κατασκευής των σχετικών εγκαταστάσεων και είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία π.π.ε.α., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αβασίμως επίσης προβάλλεται ότι μη νομίμως το κοινό προσεκλήθη να εκφέρει απόιι/εις μετά την οριστικοποίηση της θέσεως και των εγκαταστάσεων του έργου με την π.π.ε.α., διότι υπό την ισχύ της κ.υ.α. 50910/2727/2003 η οριστικοποίηση των ζητημάτιον αυτών γίνεται με την απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων. Τέλος αορίστως προβάλλεται ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ν. 3422/2005 περί κυρώσεως της Συμβάσεως του Ααρχους, διότι δεν διατυπώνονται ειδικότερες αιτιάσεις σχετικά με το πρόσφορο της διαδικασίας δημοσιοποίησης που τηρήθηκε σε σχέση με την Σύμβαση.
-Αβασίμως προβάλλεται ότι εν προκειμένω δημιουργείται χ.υ.τ.α. και όχι χ.υ.τ.υ.. διότι από την μ.π.ε. και την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτει ότι με την πρόβλεψη των προαναφερθεισών εγκαταστάσεων επεξεργασίας των αποβλήτων δημιουργείται χ.υ.τ.υ. Δεν ασκεί δε επιρροή από την άποψη αυτή το γεγονός ότι με απόφαση της Διοίκησης δημοπρατήθηκε έργο που αφορά, μεταξύ άλλων, στην «Μελέτη – Κατασκευή Χ.Υ.Τ.Α. Ν. Σερρών …», προεχόντως διότι η πράξη αυτή είναι μεταγενέστερη της προσβαλλομένης, εν πάση δε περιπτώσει από καμία διάταξη δεν απαγορεύεται η τμηματική δημοπράτηση και κατασκευή των έργων του χ.υ.τ.υ. Από καμία διάταξη της εθνικής ή της ευροοπαϊκής νομοθεσίας δεν προκύπτει ότι με τον εθνικό σχεδιασμό, με τον οποίο τίθενται οι γενικές κατευθύνσεις της εθνικής πολιτικής διαχειρίσεως αποβλήτων και καθορίζονται τα κατάλληλα προς επίτευξή τους μέσα πρέπει να γίνεται και η χωροθέτηση των χώρων υγειονομικής ταφής και των λοιπών εγκαταστάσεων αξιοποίησης και επεξεργασίας των απορριμμάτων. Αντιθέτως, η χωροθέτηση ενεργείται με την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων των σχετικών έργων, εν όψει των προβλέψεων των επιμέρους περιφερειακών σχεδίων, με τα οποία καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι διαχειριστικές ενότητες και οι ανά διαχειριστική ενότητα προβλεπόμενες εγκαταστάσεις διαθέσεως αποβλήτων, καθώς επίσης και τα προβλεπόμενα υπό της σχετικής νομοθεσίας κριτήρια αποκλεισμού.
-Αβασίμως προβάλλεται με την πρώτη αίτηση ότι παρανόμως δεν εξετάσθηκαν άλλες εναλλακτικές μέθοδοι όιαθέσεως των απορριμμάτων και ότι η επιλεγείσα λύση προκρίθηκε μόνο για λόγους ευχέρειας υλοποίησης και χαμηλού κόστους. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, πάντως, στην προκειμένη περίπτωση εξετάσθηκαν και εναλλακτικές μέθοδοι διαχείρισης των απορριμμάτων, οι οποίες αποκλείσθηκαν κατά συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, και του κόστους υλοποίησής τους. Περαιτέρω, αορίστως προβάλλεται με την ίδια αίτηση ότι δεν εξετάσθηκαν οι «βέλτιστες» τεχνικές μέθοδοι διαθέσεως των απορριμμάτων, αφού δεν αμφισβητείται συγκεκριμένως η καταλληλότητα της επιλεγείσας μεθόδου διαχείρισης, ούτε προσδιορίζονται οι μη επιλεγείσες «βέλτιστες» τεχνικές. Απαραδέκτως αμφισβητείται με την αυτή αίτηση το πρώτον η πληρότητα του περιφερειακού σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων του Ν. Σερρών και η συμφωνία του προς το εθνικό σχέδιο διαχείρισης, προεχόντως διότι το εν λόγω σχέδιο, ως ατομική πράξη, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως στην παρούσα υπόθεση.
-Αβασίμως οι τυχόν αντίθετες απόψεις κατοίκων και φορέων ως προς την αναγκαιότητα, τη χωροθέτηση ή τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου εκφράζεται στο πλαίσιο της νόμιμης διαδικασίας εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, η οποία περιλαμβάνει γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων φορέων και δημόσια διαβούλευση, και λαμβάνονται υπ’ όψη μόνο εφ’ όσον διατυπώνεται εγγράφως και είναι τεκμηριωμένες. Τέλος, οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιλογή της θέσεως του έργου δεν έγινε βάσει συνταγματικώς αποδεκτής ιεραρχήσεως των πληττομένων συνταγματικώς προστατευομένων αγαθών, αλλά βάσει κρίσεων σκοπιμότητας, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι. εν όψει των λόγων της ακυρώσεως της προηγούμενης ε.π.ο., ουδόλως κωλυόταν η Διοίκηση να χρησιμοποιήσει στοιχεία που προέκυψαν σε προηγούμενη φάση της μελέτης του έργου και δεν σχετίζονταν με τις πλημμέλειες για τις οποίες ακυρώθηκε η προηγούμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη.
-Ναι μεν στην προσβαλλόμενη πράξη δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η μέθοδος διαχωρισμού των επικίνδυνων αποβλήτων από τα υπόλοιπα αστικά απορρίμματα, η έλλειψη όμως αυτή δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της προσβαλλόμενης. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι στο σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προβλέπεται, πάντως, ότι οι λοιπές κατηγορίες στερεών αποβλήτων, πλην των αστικών, θα υφίστανται διαχείριση με ευθύνη του παραγωγού και κατόχου τους μέσω της χρήσεως εγκεκριμένων συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2939/2001, το σχετικό ζήτημα δεν συνδέεται αμέσως προς το αντικείμενο της προσβαλλόμενης, μπορεί δε να τύχει αυτοτελούς ρυθμίσεως σε επόμενο στάδιο.
-Η δημιουργία χώρου υγειονομικής διαχειρίσεως αποβλήτων, επιβαλλόμενη για την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία αποτελεί αντικείμενο κρατικής μέριμνας κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά, τελικώς, και του ίδιου του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, το οποίο πλήττεται από την ανεξέλεγκτη διάθεση των αποβλήτων, αφ’ ενός αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος για τον οποίο είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος μεταβολή της χρήσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως και αφ’ ετέρου αποτελεί δημόσιο έργο κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του ν. 998/1979 για το οποίο επιτρέπεται η επέμβαση σε δάσος ή δασική έκταση κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ίδιου νόμου.
-Για την έκδοση της προσβαλλομένης ελήφθη υπ’ όψη ο δασικός χαρακτήρας της περιοχής, εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες επελέγη αιτιολογημένα μία. προκρίθηκε δε η κατασκευή χώρου χ.υ.τ.υ. εντός δασικής εκτάσεως εν όψει της σημασίας της εν λόγω υποδομής για την υγεία των κατοίκων και την προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής, και προκειμένου να εξαλεκρθεί το φαινόμενο των ανεξέλεγκτων χ.α.ό.α. στο Ν. Σερρών. Με τα δεδομένα αυτά η επιλογή της επίμαχης, εν μέρει δασικής, εκτάσειος αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς και δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και του ν. 998/1979. Ερευνήθηκαν διεξοδικά οι επιπτώσεις του έργου στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα της περιοχής και ελήφθησαν τα κατά την κρίση της Διοικήσεως ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Συνεπώς η προσβαλλομένη αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς από τις ανωτέρω απόψεις, οι δε λόγοι με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
-Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι εντός ή πλησίον του χώρου αυτού υπάρχουν σημεία υδροληψίας ή υδρευτικές ή αρδευτικές γεωτρήσεις, ούτε ότι πρόκειται να γίνουν έργα διευθετήσεως ή άλλου είδους επεμβάσεις επί της κοίτης του προαναφερόμενου ρέματος. Εν ύψει τούτων, οι αορίστως προβαλλόμενοι λόγοι, κατά τους οποίους μη νομίμως δεν οριοθετήθηκε πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης ο «διερχόμενος» από το χώρο εγκατάστασης του έργου χείμαρρος «Μεγάλο Ρέμα» και δεν ελήφθη υπ’ όψη ότι από τον ίδιο χώρο «διέρχονται» και άλλα ρέματα που καταλήγουν σε πηγές ύδρευσης και άρδευσης, με αποτέλεσμα να προκαλούνται αυξημένοι κίνδυνοι για το υδατικό σύστημα της περιοχής, γεγονός που συνιστά κατά νόμον λόγο αποκλεισμού της, όπως προβάλλονται, πρέπει να απορριφθούν, δεδομένου μάλιστα ότι η διέλευση χείμαρρων ήσσονος σημασίας από το χώρο εκτελέσεως έργων για τη δημιουργία χ.υ.τ. δεν αποτελεί κατά νόμο λόγο αποκλεισμού του.
-Εφ’ όσον η Διοίκηση έλαβε υπ’ όψη την ύπαρξη των ανωτέρω στρατιωτικών εγκαταστάσεων και εκτίμησε ότι δεν επηρεάζουν τη λειτουργία του έργου, ο προβαλλόμενος λόγος κατά τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη ότι ο χώρος ανέγερσης των επίδικων εγκαταστάσεων αποτελεί τμήμα της οριοθετημένης ως επικίνδυνης περιοχής πεδίου βολής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της σχετικής κρίσεως της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη. Αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη είναι πλημμελής διότι η μ.π.ε. δεν ερεύνησε τις επιπτώσεις από την τυχόν αδυναμία λειτουργίας του ανωτέρω σταθμού μεταφόρτωσης, ενώ η παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της νομιμότητας του περιφερειακού σχεδιασμού ως προς το ζήτημα αυτό είναι απαράδεκτη.
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Θ. Αραβάνης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την πρώτη αίτηση, για την άσκηση της οποίας κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (2894840, 3946541/2007 γραμμάτια παραβόλου), όπως η αίτηση αυτή συμπληρώθηκε με τα από 12.2.2010 και 20.4.2010 δικόγραφα προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της κοινής αποφάσεως οικ. 128991/16.5.2007 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία χώρου υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων, μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας και κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών στη θέση «Ερείπια Νεράϊδας» της περιφέρειας του Δήμου Σκοτούσσης (ήδη Δήμου Ηράκλειας) του Νομού Σερρών.
- Επειδή, με την δεύτερη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (2673322, 4031665/2007 γραμμάτιο παραβόλου), όπως η αίτηση αυτή συμπληρώθηκε με το από 16.4.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της αυτής ως άνω πράξεως.
- Επειδή, οι αιτήσεις, οι οποίες παραπέμφθηκαν στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με ειδική πράξη του Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
- Επειδή, στην πρώτη αίτηση με έννομο συμφέρον παρεμβαίνουν, με κοινό δικόγραφο, υπέρ της διατήρησης της προσβαλλόμενης πράξεως η Ν. Α. Σερρών, ήδη Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας [άρθρα 3 παράγρ. 3 περ. β΄ και 283 παράγρ. 2 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87)], η οποία πρόκειται να εξυπηρετηθεί από το επίμαχο έργο, και η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων του Ν. Σερρών, μεταξύ των σκοπών της οποίας περιλαμβάνεται η προαγωγή των υποθέσεων των πρωτοβάθμιων ο.τ.α. του νομού [άρθ. 2 του π.δ. 197/1978 (Α΄ 43) και 14 παρ. 6 του π.δ. 48/1999 (Α΄ 51)], όπως είναι η βιώσιμη διαχείριση των αποβλήτων και η ένταξη των περισσότερων πρωτοβάθμιων ο.τ.α. του νομού σε προγράμματα διαχείρισης απορριμμάτων, τα οποία προϋποθέτουν τη λειτουργία Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Διαχείρισης Αποβλήτων (Ο.Ε.Δ.Α.).
- Επειδή, στην πρώτη αίτηση οι υπ’ αριθ. 5, 9, 11, 14, 15, 18, 20, 22-24, 27, 28, 30, 35, 37, 38, 40-44, 46, 54, 55, 57, 60, 63-65, 68, και 74-117 εκ των αιτούντων δεν νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 27 παρ. 1 και 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγρ. αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 4 παρ. 2 περίπτ. α΄ του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), και συνεπώς ως προς αυτούς η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, η πρώτη αιτούσα ένωση προσώπων, στους καταστατικούς σκοπούς της οποίας περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η προστασία του περιβάλλοντος (βλ. άρθρο 4 του καταστατικού της), καθώς και οι λοιποί νομιμοποιηθέντες αιτούντες, φερόμενοι ως κάτοικοι των δημοτικών διαμερισμάτων Παλαιοκάστρου και Μελενικιτσίου του Δήμου Σκοτούσσης, ήδη Δήμου Ηρακλείας [άρθρα 1 παράγρ. 2 περίπτ. 44 στοιχ. Α΄ αριθ. 6 του ν. 3852/2010], με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς ασκούν την κρινόμενη αίτηση, ισχυριζόμενοι ότι από την κατασκευή και λειτουργία του επίμαχου έργου θα επιδεινωθούν οι όροι διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής, παραδεκτώς δε ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζομένους επί της αυτής νομικής και πραγματικής αιτίας (ΣΕ 2954/2005).
- Επειδή, στην δεύτερη αίτηση παρεμβαίνουν με κοινό δικόγραφο υπέρ της διατήρησης της προσβαλλομένης πράξεως η Ν. Α. Σερρών (ήδη Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας) και η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων του Ν. Σερρών, με έννομο συμφέρον κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
- Επειδή, στην δεύτερη υπόθεση με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς ασκούν την αίτηση ο Δήμος Σκοτούσσης (ήδη Δήμος Ηρακλείας), στην περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εγκατασταθεί το επίδικο έργο, και οι λοιποί αιτούντες, οι οποίοι φέρονται ως κάτοικοι των οικισμών Παλαιοκάστρου και Μελενικιτσίου του ίδιου Δήμου, ισχυριζόμενοι ότι από την κατασκευή και τη λειτουργία του επίμαχου έργου θα επιδεινωθεί το περιβάλλον της περιοχής, παραδεκτώς δε ομοδικούν προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζομένους επί της αυτής νομικής και πραγματικής βάσεως.
- Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (Α΄ 160) θεσπίσθηκαν, εν όψει και της συνταγματικής προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, κανόνες αναφερόμενοι, μεταξύ άλλων, στις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή της εκτελέσεως έργων, από τα οποία επαπειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον. Κατ’ επίκληση δε εξουσιοδοτικών διατάξεων του νόμου αυτού, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Ιουνίου 1984 (L 188) και της 27ης Ιουνίου 1985 (L 175), αντιστοίχως, εκδόθηκε η κ.υ.α. 69269/5387/ 24.10.1990 (Β΄ 678), με την οποία κατατάχθηκαν τα έργα και οι δραστηριότητες που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον σε κατηγορίες και καθορίσθηκε το ειδικότερο περιεχόμενο της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των λοιπών ειδικών περιβαλλοντικών μελετών. Εν συνεχεία, οι διατάξεις του ν. 1650/1986 τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τον νεότερο νόμο 3010/2002 (Α΄ 91), με τον οποίο επιδιώχθηκε η εναρμόνιση του εθνικού δικαίου περί προστασίας του περιβάλλοντος προς τις οδηγίες 97/11/ΕΕ «για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον» (L 73) και 96/61/ΕΕ «για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης» (L 257). Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002, παρασχέθηκε εξουσιοδότηση για την κατάταξη, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., των δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε τρεις κατηγορίες, κάθε μία από τις οποίες μπορεί να κατατάσσεται περαιτέρω σε υποκατηγορίες, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον (παρ. 1) και ορίσθηκε ότι η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες που λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της εκτάσεώς τους είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον (παρ. 2). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002, ορίσθηκε ότι για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος (παράγρ. 1 περίπτ. α), ότι με την εγκριτική των περιβαλλοντικών όρων απόφαση τίθενται προϋποθέσεις, όροι, περιορισμοί και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας, ιδίως, ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά (παράγρ. 1 περίπτ. β), καθώς και ότι η απόφαση περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των διοικητικών πράξεων που κατά περίπτωση απαιτούνται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για την πραγματοποίηση του έργου ή την ανάπτυξη της δραστηριότητας (παράγρ. 1 περίπτ. γ). Με τις ίδιες διατάξεις ορίσθηκε ότι για την έκδοση της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται αφ’ ενός η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (π.π.ε.α.) του προτεινόμενου έργου και η δημοσιοποίηση της θετικής γνωμοδοτήσεως ή της αρνητικής αποφάσεως της αρμόδιας αρχής επί της π.π.ε.α., αφ’ ετέρου δε η διαδικασία υποβολής και αξιολογήσεως μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (μ.π.ε.) ή, κατά περίπτωση, περιβαλλοντικής εκθέσεως, καθώς και η διαδικασία δημοσιοποιήσεώς τους κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου (παράγρ. 1 περίπτ. δ). Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις προβλέφθηκε ότι για την έκδοση της εγκριτικής των περιβαλλοντικών όρων του έργου αποφάσεως απαιτείται η υποβολή αιτήσεως, συνοδευόμενης από προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο προηγείται της εκπονήσεως της μ.π.ε., η αρμόδια για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων αρχή προβαίνει σε π.π.ε.α. της υποβληθείσας προτάσεως και σε διατύπωση σχετικής γνωμοδοτήσεως ως προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά, τη χρήση των φυσικών πόρων, τη συσωρευτική δράση με άλλα έργα, την παραγωγή αποβλήτων, τη ρύπανση και τις οχλήσεις, καθώς και τον κίνδυνο ατυχημάτων, ιδίως, από τη χρήση ουσιών ή τεχνολογικών μέσων (παράγρ. 6 περίπτ. α). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, κατά τη διενέργεια της π.π.ε.α. λαμβάνονται υπόψη οι γενικές και ειδικές κατευθύνσεις της χωροταξικής πολιτικής, η περιβαλλοντική ευαισθησία της περιοχής, τα επιμέρους χαρακτηριστικά των ενδεχομένων περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τα οφέλη για την εθνική οικονομία, την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, καθώς και οι θετικές επιπτώσεις του έργου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον (παράγρ. 6 περίπτ. β). Μετά την ολοκλήρωση της π.π.ε.α. και, εφ’ όσον η διατυπωθείσα σχετικώς γνωμοδότηση είναι θετική, καλείται ο ενδιαφερόμενος ιδιώτης ή ο αρμόδιος φορέας να υποβάλει, κατά περίπτωση, μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή περιβαλλοντική έκθεση, διατηρουμένης της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία για επί μέρους περιβαλλοντικά ζητήματα (παράγρ. 6 περίπτ. γ). Ειδικώς δε για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων έργων και δραστηριοτήτων της πρώτης κατηγορίας απαιτείται η υποβολή μ.π.ε., η οποία εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ήδη Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής) και του συναρμόδιου, ενόψει του αντικειμένου του έργου ή της δραστηριότητας, Υπουργού εφ’ όσον δε το έργο ή η δραστηριότητα έχει επιπτώσεις σε αρχαιότητες ή σε δασικές εκτάσεις ή αφορά σε δημιουργία χώρου επεξεργασίας και διάθεσης απορριμμάτων, για την έκδοση της αποφάσεως έγκρισης περιβαλλοντικών όρων συναρμόδιος είναι ο Υπουργός Πολιτισμού ή Αγροτικής Ανάπτυξης ή Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αντιστοίχως (παρ. 2). Περαιτέρω, στην παράγρ. 10 περ. β΄ του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι με κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζεται το περιεχόμενο και οι προδιαγραφές κάθε τύπου προμελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και περιβαλλοντικών εκθέσεων για κάθε ομάδα έργων ή δραστηριοτήτων. Με το άρθρο 5 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3010/2002, καθορίζεται το ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο και η διαδικασία δημοσιοποίησης των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι η μ.π.ε. περιλαμβάνει, τουλάχιστον, περιγραφή του έργου ή της δραστηριότητας με πληροφορίες για το χώρο εγκατάστασης, το σχεδιασμό και το μέγεθός του, περιγραφή των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το προτεινόμενο έργο ή τη δραστηριότητα, εντοπισμό και αξιολόγηση των βασικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, περιγραφή των μέτρων για την πρόληψη, μείωση ή αποκατάσταση των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, σύνοψη των κύριων εναλλακτικών λύσεων και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής της προτεινόμενης λύσεως, απλή (μη τεχνική) περίληψη του συνόλου της μελέτης και σύντομη αναφορά των ενδεχόμενων δυσκολιών που προέκυψαν κατά την εκπόνησή της. Με τις ίδιες διατάξεις επαναλαμβάνεται ότι οι προδιαγραφές και το ειδικότερο περιεχόμενο της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθορίζεται, ανά κατηγορία έργων και δραστηριοτήτων, με κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγρ. 10 περίπτ. β του προηγούμενου άρθρου (παράγρ. 1). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, οι αποφάσεις που αφορούν στην έγκριση περιβαλλοντικών όρων για έργα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις της διοικήσεως για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση επί των υποβαλλομένων προκαταρτικών περιβαλλοντικών μελετών, διαβιβάζονται στο οικείο ή στα οικεία νομαρχιακά συμβούλια, προκειμένου αυτά να λάβουν γνώση και να ενημερώσουν τους πολίτες και τους φορείς εκπροσωπήσεώς τους. Η διαδικασία ενημέρωσης των πολιτών καθορίζεται, επίσης, με κοινή υπουργική απόφαση (παράγρ. 3). Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 1650/1986 εκδόθηκαν η κ.υ.α. Η.Π.: 15393/2332/5.8.2002 «Κατάταξη δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.1650/1986 …» (Β΄ 1022/5-8-02, διόρθ. σφαλμ. Β΄ 1117/02), η κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ.104/14.3.2003 «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.) …» (Β΄ 332) και η κ.υ.α. Η.Π. 37111/2021/26.9.2003 «Καθορισμός τρόπου ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού …» (Β΄ 1391), με την οποία καθορίσθηκε ο τρόπος ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Με την τελευταία κ.υ.α. μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο και η Οδηγία 2003/35/ΕΚ (L 156), με την οποία η κοινοτική νομοθεσία για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων έργων στο περιβάλλον και για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (οδηγίες 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, αντιστοίχως), προσαρμόσθηκε στην από 25 Ιουνίου 1998 Σύμβαση για την Πρόσβαση στην Πληροφορία, τη Συμμετοχή του Κοινού στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε θέματα σχετικά με το περιβάλλον (Σύμβαση του Άαρχους), η οποία κυρώθηκε με τον ν. ν. 3422/2005 (Α΄ 303).
- Επειδή, εξ άλλου, με την Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15.7. 1975 (ΕΕ L 194, ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86) τέθηκαν ορισμένοι βασικοί κανόνες για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων στα Κράτη μέλη, οι οποίοι αφορούσαν βασικώς τις αρχές που έπρεπε να υιοθετήσουν τα Κράτη μέλη σε σχέση με τον περιορισμό της παραγωγής στερεών αποβλήτων, την ανακύκλωση, την περαιτέρω επεξεργασία τους και εν τέλει την καταστροφή τους. Η Οδηγία αυτή το πρώτον καθιέρωσε την υποχρέωση των κρατών μελών, να συντάξουν σχέδιο, το οποίο να αναφέρεται και στις κατάλληλες τοποθεσίες διαθέσεως των στερεών αποβλήτων (άρθρο 6). Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με την κ.υ.α. 49541/1424/9.7.1986 «Στερεά απόβλητα σε συμμόρφωση με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ …» (Β΄ 444), στην οποία θεσπιζόταν υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίων σε επίπεδο εθνικό και περιφερειακό και ορίζονταν οι αρμόδιες αρχές για τον σχεδιασμό, καθώς και κριτήρια για την επιλογή και την εκτίμηση της καταλληλότητας των οικείων χώρων (άρθρα 7 και 8). Ρυθμίσεις περί διαχειρίσεως των στερεών αποβλήτων περιέλαβε και ο επακολουθήσας νόμος 1650/1986. Στο άρθρο 12 αυτού ορίζονται τα εξής: «1. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων γίνεται με τρόπο ώστε: α) να μη δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία και το περιβάλλον και ενοχλήσεις από θόρυβο ή δυσοσμίες β) να μην προκαλείται υποβάθμιση στο φυσικό περιβάλλον και σε χώρους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο οικολογικό, πολιτιστικό και αισθητικό ενδιαφέρον γ) να εξοικονομούνται πρώτες ύλες και να μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη δυνατή επαναχρησιμοποίησή τους. 2. Υπόχρεοι φορείς για την διαχείριση των στερεών αποβλήτων είναι οι ΟΤΑ … 3. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο γίνεται βάσει σχεδιασμού που αποσκοπεί στη μελέτη και τον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης καθώς και στη χωροθέτηση των εγκαταστάσεων διάθεσης των στερεών αποβλήτων. Κατά τον σχεδιασμό λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές, οικονομικές, τεχνικές, περιβαλλοντικές και εν γένει οι ειδικές συνθήκες της περιοχής …». Η ανωτέρω Οδηγία τροποποιήθηκε με την Οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18.3.1991 (L 78), η οποία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με την κ.υ.α. οικ. 69728/824/16.5.1996 «Μέτρα για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων» (Β΄ 358). Με την κ.υ.α. αυτή τέθηκαν λεπτομερείς ρυθμίσεις για την κατάρτιση και την έγκριση ολοκληρωμένων σχεδίων διαχείρισης αποβλήτων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, μετά την ολοκλήρωση των οποίων ακολουθούσε η έκδοση της τελικής πράξης χωροθετήσεως και εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων κατασκευής και λειτουργίας των σχετικών εγκαταστάσεων (βλ. ΣΕ 3610/2002 Ολομ. σκ. 6, 545–7/1999 Ολομ. σκ. 5, 1953/2007 7μ. σκ. 11, 1952/2007 7μ. σκ. 10 κ.ά.). Ειδικότερα, με την υπουργική αυτή απόφαση καταστρώθηκε ένα ολοκληρωμένο σύστημα σχεδιασμού δύο επιπέδων, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό ήταν το πολύπλοκο των διαδικασιών καταρτίσεως και εγκρίσεως των σχετικών σχεδίων. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η έγκριση των εθνικών σχεδίων διαχείρισης αποτελούσε κατά νόμο προϋπόθεση για την προώθηση του περιφερειακού σχεδιασμού, ο οποίος διενεργείτο σε επίπεδο συνδέσμου διαχείρισης αποβλήτων, νομού ή περιφέρειας. Ειδικότερα, με τον περιφερειακό σχεδιασμό, ο οποίος διεξαγόταν σε δύο στάδια, επιδιωκόταν, διά της εκπονήσεως ειδικών προς τούτο μελετών (μελέτη πλαισίου σχεδιασμού και κυρίως μελέτη σχεδιασμού), μεταξύ άλλων, αρχικώς μεν ο καθορισμός του είδους και του αριθμού των εγκαταστάσεων αξιοποίησης και διάθεσης των αποβλήτων και η προεπιλογή των χώρων που πληρούσαν, κατ’ αρχήν, τους όρους καταλληλότητας και τα κριτήρια συγκριτικής αξιολόγησης, ακολούθως δε η εξεύρεση, κατ’ εφαρμογή των καθορισθέντων κριτηρίων, του καταλληλότερου χώρου από εκείνους που προτείνονταν ως επικρατέστεροι. Κατά την κατάρτιση της πρώτης φάσης του περιφερειακού σχεδιασμού ήταν μεν δυνατόν να εξειδικευθούν περαιτέρω τα κριτήρια, τα οποία απαριθμούνταν στην ανωτέρω κ.υ.α., τούτο όμως δεν αποτελούσε κατά νόμο προϋπόθεση της διαδικασίας εκπονήσεως του σχεδιασμού, υπό την έννοια ότι, εφ’ όσον στο εγκριθέν πλαίσιο σχεδιασμού δεν διαλαμβάνονταν ειδικότερες κρίσεις για τα κριτήρια αξιολόγησης, ο εντοπισμός των κατάλληλων θέσεων και η συγκριτική τους αξιολόγηση γινόταν με την κυρίως μελέτη βάσει των όρων και των κριτηρίων που τάσσονταν σε εθνικό επίπεδο με τις διατάξεις της προμνησθείσας κ.υ.α. (βλ. ΣΕ 3610/2002 Ολομ. σκ. 7). Πέραν τούτων, και στα δύο στάδια καταρτίσεως του περιφερειακού σχεδιασμού επιδιωκόταν η μέγιστη δυνατή συμμετοχή των περιφερειακών αρχών, καθώς και των ο.τ.α., εντός των ορίων των οποίων οι ανωτέρω εγκαταστάσεις επρόκειτο να λειτουργήσουν, προκειμένου να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή συναίνεσή τους. Η συναίνεση, όμως, αυτή δεν αποτελούσε απαραίτητη κατά νόμο προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής του χώρου εγκατάστασης των έργων διαχείρισης των αποβλήτων (βλ. ΣΕ 965-7/2007 7μ. σκ. 13). Στη συνέχεια με την κ.υ.α. 114218/31.10.1997 (Β΄ 1016) καθορίσθηκαν οι όροι και τα κριτήρια καταλληλότητας και επιλογής θέσεων εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων (βλ. άρθρο 3 και Παράρτημα Ι αυτής). Η ως άνω κ.υ.α. του 1996 καταργήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 3 της κ.υ.α. Η.Π. 50910/2727/16.12.2003 «Μέτρα και Όροι για τη Διαχείριση Στερεών Αποβλήτων, Εθνικός και Περιφερειακός Σχεδιασμός Διαχείρισης» (Β΄ 1909/22.12.2003), η οποία είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Με την απόφαση αυτή τέθηκαν οι στόχοι και οι αρχές της ολοκληρωμένης διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, ρυθμίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα θέματα αδειοδότησης και ελέγχων των εγκαταστάσεων, εξάλειψης και αποκατάστασης των ανεξέλεγκτων χώρων διάθεσης, καθώς και οι υποχρεώσεις των φορέων διαχείρισης. Με το άρθρο 5 παρ. 2 της κ.υ.α. αυτής εγκρίνεται το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο Παράρτημα ΙΙ αυτής και το οποίο θέτει τους στρατηγικούς και ποσοτικούς στόχους της διαχείρισης, με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη και τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων, μέσω της επαναχρησιμοποίησης, της ανάκτησης υλικών και ενέργειας και της ανακύκλωσης, καθώς και στην αξιοποίηση των καλύτερων διαθέσιμων μεθόδων και τεχνολογιών που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Στο άρθρο 6 προβλέπεται η κατάρτιση Περιφερειακών Σχεδίων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕ.Σ.Δ.Α.) για κάθε Περιφέρεια της χώρας, τα οποία εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις του Εθνικού Σχεδιασμού και τις εξειδικεύουν, πλην άλλων, με την επιλογή των περιοχών που συγκροτούν τις ενότητες διαχείρισης στερεών αποβλήτων και τον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης, αναθεωρούνται δε ανά πενταετία (παρ. 6), ειδικώς δε για τους υφιστάμενους περιφερειακούς σχεδιασμούς ορίσθηκε ότι έπρεπε να αναθεωρηθούν εντός 2 ετών από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως (άρθ. 16 παρ. 2). Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο 6 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων: α. Για κάθε Περιφέρεια της χώρας καταρτίζεται Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΠΕ.Σ.Δ.Α.). β. Το ΠΕ.Σ.Δ.Α. εξειδικεύει τις γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται στο Ε.Σ.Δ.Α. και αποσκοπεί: β1) στην επιλογή των περιοχών που συγκροτούν τις ενότητες διαχείρισης στερεών αποβλήτων (διαχειριστικές ενότητες), β2) στον καθορισμό των μεθόδων διαχείρισης που πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε διαχειριστική ενότητα, β3) στην εξειδίκευση συγκεκριμένων μέτρων, όρων και περιορισμών για την επίτευξη των στρατηγικών και ποσοτικών στόχων που καθορίζονται στο Ε.Σ.Δ.Α. 2. Φορέας σχεδιασμού. Αρμόδιος φορέας για την κατάρτιση του ΠΕ.Σ.Δ.Α. είναι η οικεία Περιφέρεια. … 3. Περιεχόμενο. α. Το ΠΕ.Σ.Δ.Α. καταρτίζεται με βάση τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες της συγκεκριμένης Περιφέρειας, εναρμονίζεται με το Ε.Σ.Δ.Α. και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: – τη συνολική καταγραφή των ποσοτήτων των αποβλήτων που παράγονται στην Περιφέρεια, με βάση αξιόπιστα δεδομένα, ώστε να αποτελεί συνεισφορά στην εθνική στατιστική αποβλήτων, – τον τύπο, την ποσότητα και την προέλευση των αποβλήτων που πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν, – την υφιστάμενη κατάσταση στον τομέα της διαχείρισης των αποβλήτων …, – το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο που αφορά τους τύπους αποβλήτων που θα αξιοποιηθούν ή διατεθούν, – την υφιστάμενη κατάσταση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της Περιφέρειας, – τις προτεινόμενες διαχειριστικές ενότητες ανά Περιφέρεια, – τις περιοχές που αποκλείονται για την αποδοχή των κύριων εγκαταστάσεων διαχείρισης των στερεών αποβλήτων με κριτήρια χωροταξικά, περιβαλλοντικά, πολεοδομικά, κοινωνικά ή άλλα, που σχετίζονται με θέματα εθνικής άμυνας ή ασφάλειας της χώρας, – τις μεθόδους διαχείρισης που θα εφαρμοσθούν, με ειδική αναφορά στη συλλογή, μεταφορά, μεταφόρτωση, προσωρινή αποθήκευση, αξιοποίηση, διάθεση των στερεών αποβλήτων, – τις προτάσεις έργων, δράσεων και παρεμβάσεων για τη βιώσιμη διαχείριση των στερεών αποβλήτων ανά διαχειριστική ενότητα, – την κατ’ αρχήν εκτίμηση του κόστους των κύριων έργων διαχείρισης στερεών αποβλήτων. β. … 4. Κατάρτιση. α. Για την κατάρτιση του ΠΕ.Σ.Δ.Α. συντάσσεται μελέτη διαχείρισης στερεών αποβλήτων από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας (Διεύθυνση ΠΕ.ΧΩ.) της οικείας Περιφέρειας. … β. … 5. Έγκριση. α. 1) Το ΠΕ.Σ.Δ.Α. εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. … α. 2) … 6. Αναθεώρηση – Τροποποίηση. Το ΠΕ.Σ.Δ.Α. μπορεί να αναθεωρείται ανά πενταετία εφόσον, από την αξιολόγηση που διενεργείται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13, προκύψει διαπιστωμένη προς τούτο ανάγκη. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η τροποποίησή του και πριν την πάροδο της πενταετίας, …». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της ανωτέρω Κ.Υ.Α., το οποίο αναφέρεται στους όρους και τις προϋποθέσεις για τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1. … 2. Διάθεση, αξιοποίηση, προσωρινή αποθήκευση και μεταφόρτωση στερεών αποβλήτων. Για τη διάθεση, αξιοποίηση, προσωρινή αποθήκευση και μεταφόρτωση των στερεών αποβλήτων απαιτείται: α. Έγκριση περιβαλλοντικών όρων… . Παράλληλα με την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, εκπονούνται και οι αναγκαίες τεχνικές μελέτες σχεδιασμού των εγκαταστάσεων ή έργων διαχείρισης στερεών αποβλήτων. β. … γ. … 3. …». Με τις διατάξεις αυτές επέρχεται ουσιώδης μεταβολή του συστήματος της κατά στάδια καταρτίσεως και εγκρίσεως των περιφερειακών σχεδίων, τα οποία υπό το καθεστώς της νεότερης αποφάσεως καταρτίζονται και εγκρίνονται σε ένα και μόνο στάδιο. Ειδικότερα, υπό το καθεστώς αυτό δεν προβλέπεται διαδικασία προεπιλογής των κατ’ αρχήν κατάλληλων για τη διαχείριση των απορριμμάτων χώρων, ούτε, άλλωστε, διαδικασία συγκριτικής αξιολόγησής τους, αλλά μόνον αξιολόγηση, βάσει ειδικώς προς τούτο εκπονηθείσας διαχειριστικής μελέτης, των προτεινόμενων συστημάτων διαχείρισης (βλ. ΣΕ 1953/2007 7μ., σκέψη 17). Κατά την έννοια των αυτών διατάξεων, μετά την ολοκλήρωση του περιφερειακού σχεδιασμού ακολουθεί το στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων κατασκευής του έργου βάσει της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας για την εκτίμηση των επιπτώσεων έργων και δραστηριοτήτων στο περιβάλλον. Στη συνέχεια, λόγω των επανειλημμένων τροποποιήσεων της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ και της ανάγκης αποτελεσματικότερης διαχείρισης των αποβλήτων στην Κοινότητα, εκδόθηκε η οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 2006 «Περί των στερεών αποβλήτων» (L 114), με την οποία κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε η οδηγία 75/442/ΕΟΚ. Με την οδηγία αυτή επιβάλλεται στα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου η διαχείριση των αποβλήτων να γίνεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος και να επιτυγχάνεται περιορισμός της παραγωγής αποβλήτων και αξιοποίησή τους. Ως βασικοί στόχοι τίθενται, με το άρθρο 3, η πρόληψη ή η μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων και εν συνεχεία η αξιοποίησή τους με ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση, ανάκτηση ή χρήση ως πηγής ενέργειας, και με το άρθρο 4, η διάθεση ή η αξιοποίηση κατά τρόπο ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου, να αποτρέπεται η χρήση διαδικασιών ή μεθόδων που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η πρόκληση οχλήσεων από το θόρυβο ή τις οσμές. Προς υλοποίηση των στόχων αυτών η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 5 τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και κατάλληλου δικτύου εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, το οποίο λαμβάνει υπ’ όψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος και καθιστά δυνατή τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις με χρησιμοποίηση των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνολογιών, και στο άρθρο 7 την εκπόνηση σχεδίων διαχείρισης των αποβλήτων που να ενσωματώνουν τις εν λόγω αρχές. Εξ άλλου, στο Παράρτημα ΙΙ Α αναφέρονται οι εργασίες διάθεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εναπόθεση εντός ή επί του εδάφους, η διάθεση σε ειδικά διευθετημένους χώρους απόρριψης, η βιολογική και η φυσικοχημική επεξεργασία (εξάτμιση, ξήρανση, διαπύρωση κ.ά.), η αποτέφρωση στο έδαφος και στη θάλασσα, τίθεται δε ως όρος ότι η διάθεση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προαναφερόμενου άρθρου 4. Τελικώς, και η οδηγία αυτή καταργήθηκε με την οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 «για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών» (L 312), από 12.12.2010, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως.
- Επειδή, με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, όπως ίσχυαν κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, εισάγεται αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, και το οποίο προβλέπει ολοκληρωμένο σχεδιασμό, τόσο σε εθνικό επίπεδο με την κατάρτιση προδιαγραφών και γενικών προγραμμάτων, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο με την εξειδίκευση των εθνικών στόχων και την επιλογή, σε συμφωνία προς τον υπερκείμενο σχεδιασμό, των κατάλληλων χώρων για την εγκατάσταση των μονάδων, οι οποίες εν συνεχεία χωροθετούνται και αδειοδοτούνται με πράξεις π.π.ε.α. και εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων. Από τις αυτές ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι καταλείπεται ευχέρεια στα κράτη μέλη για την επιλογή του τρόπου διαχείρισης των απορριμμάτων και των μεθόδων επεξεργασίας, με την υποχρέωση, όμως, θεσπίσεως κριτηρίων που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και στην υλοποίηση των τασσομένων από τις οδηγίες στόχων και αρχών και ειδικότερα της αρχής της πρόληψης, η οποία συνίσταται στην πρόληψη ή μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων και εν συνεχεία στην αξιοποίησή τους με επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση και ανάκτηση ή χρήση ως πηγή ενέργειας, της αρχής της εγγύτητας, ώστε να επιτυγχάνεται η διάθεση των αποβλήτων στις πλησιέστερες στον τόπο παραγωγής τους εγκαταστάσεις, και της αρχής της ασφαλούς διάθεσης των αποβλήτων, με την οποία εξασφαλίζεται ότι η τελική διάθεση θα γίνεται με τρόπο και μέθοδο που δεν θα προκαλεί βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Εξ άλλου, η ευχέρεια των κρατών μελών ως προς την επιλογή της μεθόδου επεξεργασίας των αποβλήτων διατηρήθηκε και με τις νεότερες οδηγίες 2006/12 και, μετά την κατάργηση αυτής, 2008/98, στις οποίες παρατίθεται ένας μη εξαντλητικός κατάλογος εργασιών διάθεσης, που περιλαμβάνει και την υγειονομική ταφή, χωρίς να προκρίνεται η επιλογή κάποιας εξ αυτών. Από αυτά παρέπεται ότι η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου επεξεργασίας των αποβλήτων σε συγκεκριμένη εγκατάσταση εναπόκειται στην, ανέλεγκτη ακυρωτικά, τεχνική κρίση της Διοικήσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι τηρούνται οι ανωτέρω κανόνες και αρχές και ότι η επιλεγόμενη μέθοδος εντάσσεται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού (ΣΕ 4358/2011 7μ. σκ. 8).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την από 20.12.1999 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας εγκρίθηκε το διαχειριστικό σχέδιο στερεών αποβλήτων της εν λόγω Περιφέρειας, το οποίο, αφού «επικαιροποιήθηκε» για να εναρμονισθεί με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, εγκρίθηκε, ως προς το Νομό Σερρών, με την 55/8/15.4.2003 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Σερρών. Με το σχέδιο αυτό προβλέφθηκε ότι ο νομός Σερρών αποτελεί μία ενιαία διαχειριστική ενότητα, εντός της οποίας τα απορρίμματα θα συλλέγονται μέσω ολοκληρωμένου δικτύου σταθμών μεταφόρτωσης και θα διατίθενται σε ένα χώρο υγειονομικής ταφής. Περαιτέρω, προβλέφθηκε η επεξεργασία των απορριμμάτων πριν την τελική διάθεσή τους, η εφαρμογή προγράμματος διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών στην πηγή και η σταδιακή παύση της λειτουργίας των χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (χ.α.δ.α.) και η εκτέλεση έργων αποκατάστασής τους. Στο ίδιο σχέδιο ετέθησαν ποσοτικοί στόχοι για τον περιορισμό των βιοαποδομήσιμων απορριμμάτων και γενικοί κανόνες για την ανακύκλωση διαφόρων υλικών, προβλέφθηκαν δε έργα αξιοποίησης και επεξεργασίας των αποβλήτων προκειμένου ο υπό χωροθέτηση χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (χ.υ.τ.α.) να μετατραπεί σταδιακά σε χώρο υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (χ.υ.τ.υ.). Ακολούθως, με την 58/9/29.4.2003 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Σερρών εγκρίθηκε η κυρίως μελέτη του διαχειριστικού σχεδίου, με την οποία καθορίσθηκαν τρεις επικρατέστερες θέσεις για την εγκατάσταση του χώρου υγειονομικής ταφής, μετά δε από συγκριτική αξιολόγησή τους προκρίθηκε ως καταλληλότερη η θέση «Ερείπια Νεράϊδας», η οποία επελέγη τελικώς με την 1516/5.5.2003 απόφαση του Νομάρχη Σερρών. Στην μελέτη αυτή, εκτός του χώρου υγειονομικής ταφής, προβλέφθηκε και η κατασκευή μονάδας επεξεργασίας του οργανικού κλάσματος των βιοαποδομήσιμων αποβλήτων. Με την 2713/6.6.2003 πράξη π.π.ε.α. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για το έργο «Χ.Υ.Τ.Α. Ν. Σερρών» θεωρήθηκε εκ νέου ως καταλληλότερη η θέση «Ερείπια Νεράϊδας». Κατόπιν τούτων, με την 4797/13.8.2003 απόφαση του Γ.Γ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία του ως άνω έργου, το οποίο, όμως, περιορίσθηκε στην κατασκευή του χώρου υγειονομικής ταφής, ενώ αναβλήθηκε «σε επόμενη φάση» η δημιουργία των υπόλοιπων έργων και εγκαταστάσεων, που αφορούσαν την ανάκτηση και ανακύκλωση υλικών και την επεξεργασία των βιοαποδομήσιμων απορριμμάτων. Αίτηση ακυρώσεως κατοίκων της περιοχής κατά της ανωτέρω αποφάσεως έγινε δεκτή με την απόφαση 2954/2005 7μ. του Τμήματος. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων δεν ήταν νόμιμη, αφ’ ενός διότι στον σχεδιασμό επιπέδου νομαρχιακής αυτοδιοίκησης παρενέβη αναρμοδίως, μεταβάλλοντας τα όρια της περιοχής διαχείρισης, το Περιφερειακό Συμβούλιο Κεντρικής Μακεδονίας, αφ’ ετέρου διότι με την προσβληθείσα απόφαση παραπέμφθηκε σε επόμενη φάση και σε αόριστο χρόνο η κατασκευή έργων αξιοποίησης και επεξεργασίας των αποβλήτων, η λειτουργία των οποίων προβλεπόταν ρητώς στο περιφερειακό σχέδιο. Εκκρεμούσης της αιτήσεως ακυρώσεως εκδόθηκε η 4012/18.7.2005 θετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για την π.π.ε.α. του έργου «Χ.Υ.Τ.Α. Ν. Σερρών», με την οποία προκρίθηκε πάλι ως καταλληλότερη η θέση «Ερείπια Νεράϊδας». Μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως (21.9.2005) εκδόθηκε η 639/22.12.2005 απόφαση του Γ.Γ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία, σε εναρμόνιση προς τις κατευθύνσεις του νεότερου εθνικού σχεδιασμού διαχείρισης στερεών αποβλήτων (κ.υ.α. Η.Π. 50910/2727/2003), εγκρίθηκε το σχέδιο διαχείρισης στερεών αποβλήτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Με το σχέδιο αυτό καθορίζονται οι επιμέρους διαχειριστικές ενότητες και οι εγκαταστάσεις και μέθοδοι διαχείρισης που εφαρμόζονται σε κάθε μία εξ αυτών, τίθενται δε ως ειδικότεροι στόχοι για τη διαχείριση των αστικών στερεών αποβλήτων, μεταξύ άλλων, η ασφαλής διάθεση των απορριμμάτων σε χώρους υγειονομικής ταφής, η επεξεργασία και η αξιοποίηση των αποβλήτων πριν την τελική διάθεσή τους με την εφαρμογή προγραμμάτων διαλογής στην πηγή και τη λειτουργία κέντρων διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών και μονάδων επεξεργασίας στερεών αποβλήτων, η μείωση της ποσότητας των παραγόμενων αποβλήτων με την εφαρμογή συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης, καθώς και η παύση και σταδιακή αποκατάσταση των ανεξέλεγκτων χ.α.δ.α. Με το ίδιο σχέδιο προβλέφθηκε, ειδικά για το νομό Σερρών, ο οποίος αποτελεί μία ενιαία διαχειριστική ενότητα, η κατασκευή ενός χώρου υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων, ενός κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, μίας μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας και δύο σταθμών μεταφόρτωσης. Μετά τη σύνταξη νέας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (βλ. «συμπληρωματική» μ.π.ε. από Μαΐου 2006 και από Ιουλίου 2006 «τεύχος διορθώσεων-συμπληρώσεων») και τήρηση της νόμιμης διαδικασίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κ.υ.α. οικ. 128991/16.5.2007, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι κατασκευής και λειτουργίας: (α) μίας μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας, ετήσιας δυναμικότητας 90.000 τόνων, η οποία περιλαμβάνει μονάδα μηχανικής διαλογής, μονάδα λιπασματοποίησης – κομποστοποίησης του οργανικού κλάσματος και μονάδα αξιοποίησης προϊόντων με θερμική επεξεργασία και παραγωγή ενέργειας, (β) ενός κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών και (γ) ενός χώρου υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (χ.υ.τ.υ.), ο οποίος περιλαμβάνει μία κλίνη ταφής, συνολικής χωρητικότητας 973.000 κ.μ. και προβλεπόμενης διάρκειας ζωής εννέα ετών με δυνατότητα επέκτασής του με την κατασκευή τριών επιπλέον κλινών ταφής. Οι εγκαταστάσεις αυτές χωροθετούνται σε γήπεδο συνολικής επιφάνειας 791.204 τ.μ., στη θέση «Ερείπια Νεράϊδας» της περιφέρειας του Δήμου Σκοτούσσης (ήδη Δήμου Ηρακλείας) του Ν. Σερρών.
- Επειδή, με την προαναφερθείσα κ.υ.α. 15393/2332/5.8.2002, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας και διάθεσης μη επικίνδυνων στερεών αποβλήτων με θερμική ή χημική επεξεργασία, που ανήκουν στην 4η Ομάδα (Συστήματα Υποδομών) κατατάσσονται στην πρώτη κατηγορία, υποκατηγορία 1, η δε υγειονομική ταφή μη επικίνδυνων στερεών αποβλήτων κατατάσσεται στην υποκατηγορία 1 της πρώτης κατηγορίας, όταν πρόκειται για ισοδύναμο πληθυσμού μεγαλύτερο των διακοσίων χιλιάδων κατοίκων, και στην υποκατηγορία 2, όταν πρόκειται για ισοδύναμο πληθυσμού μικρότερο του αριθμού αυτού. Ως ισοδύναμο δε πληθυσμού νοείται (βλ. και 123067/10.2.2004 εγκύκλιο της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.) το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμού της ετήσιας ποσότητας σε χιλιόγραμμα των προς διάθεση αποβλήτων μιας περιοχής διά του ποσού των 415 kgr, που αποτελεί την μέση παραγωγή αστικών αποβλήτων ανά κάτοικο κατ’ έτος (βλ. ΣΕ 2954/2005 7μ. σκ. 7 και Παράρτημα ΙΙ της κ.υ.α. 50910/2727/2003]. Περαιτέρω, στα άρθρα 3 και 4 της μνημονευθείσας κ.υ.α. 11014/703/Φ.104/14.3.2003 προβλέπεται η διαδικασία π.π.ε.α. και ε.π.ο. για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας 1 της πρώτης κατηγορίας, η οποία περιλαμβάνει την υποβολή προμελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων τύπου Ι, για την οποία διατυπώνει γνωμοδότηση ο Γενικός Διευθυντής Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (άρθρα 3 παρ. 4 και 4 παρ. 1 περ. β). Στα δε άρθρα 5, 6 και 7 της ίδιας κ.υ.α. διαγράφεται αντίστοιχη διαδικασία για έργα και δραστηριότητες της υποκατηγορίας 2 της πρώτης κατηγορίας, για τα οποία απαιτείται η υποβολή προμελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων τύπου ΙΙ, ως προς την οποία διατυπώνει γνωμοδότηση ο Γενικός Διευθυντής της οικείας Περιφέρειας (άρθρα 6 παρ. 4 και 7 παρ. 1 περ. β΄).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την μ.π.ε. η παραγόμενη ποσότητα αποβλήτων ανέρχεται σε 82.587 τόνους, το δε ισοδύναμο πληθυσμού ανέρχεται σε 199.005 (82.587Tn / 0,415 Kgr), ήτοι υπολείπεται των 200.000 κατοίκων. Ως εκ τούτου, το έργο της υγειονομικής ταφής μη επικίνδυνων στερεών αποβλήτων υπάγεται στην υποκατηγορία 2 της πρώτης κατηγορίας της κ.υ.α. 15393/2332/5.8.2002 και, συνεπώς, για το έργο αυτό αρμοδίως η 4012/18.7.2005 θετική πράξη π.π.ε.α. εκδόθηκε από τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγρ. 4 της κ.υ.α. 11014/703/Φ.104/14.3.2003, ανεξαρτήτως αν ο πληθυσμός του Ν. Σερρών υπερβαίνει τις 200.000 κατοίκους. Επομένως, ο προβαλλόμενος με την πρώτη αίτηση λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο αναρμοδίως η εν λόγω πράξη π.π.ε.α. εκδόθηκε από τον Γενικό Διευθυντή της Περιφέρειας, ενώ αρμόδιος ήταν ο προϊστάμενος της αρμόδιας Διευθύνσεως του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ο οποίος ερείδεται στην αντίληψη ότι κρίσιμο είναι το μέγεθος του πληθυσμού του νομού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο έργο περιλαμβάνει, πέραν του χ.υ.τ.α., και εγκαταστάσεις για τη μηχανική και βιολογική επεξεργασία των απορριμμάτων, ώστε να εξελιχθεί σε χ.υ.τ.υ. Ως εκ τούτου το έργο υπάγεται, ανεξαρτήτως της παραγόμενης ποσότητας απορριμμάτων, στα έργα της υποκατηγορίας 1 της πρώτης κατηγορίας της 4ης Ομάδας της κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/5.8.2002, για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων των οποίων απαιτείται κοινή απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και των συναρμόδιων υπουργών (ΣΕ 1952/2007 7μ. σκ. 9, 1953/2007 7μ. σκ. 10). Επομένως αρμοδίως η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία εγκρίθηκαν περιβαλλοντικοί όροι για το συνολικό αυτό έργο, εκδόθηκε από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και τους συναρμόδιους Υπουργούς, αβασίμως δε προβάλλεται με την πρώτη αίτηση ότι αρμόδιος ήταν ο Γ.Γ.Π. ως εκ της παραγόμενης ποσότητας απορριμμάτων, σύμφωνα με την απόφαση ΣΕ 2954/2005, διότι το έργο, στο οποίο αφορούσε η ακυρωθείσα ε.π.ο., περιελάμβανε μόνο την κατασκευή χ.υ.τ.α., όχι δε και εγκαταστάσεις επεξεργασίας, όπως το επίδικο.
- Επειδή, όπως έχει γίνει δεκτό, η π.π.ε.α. περιέχει την κατ’ αρχήν εκτίμηση της Διοικήσεως σχετικά με τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας και, εφ’ όσον είναι θετική, αποτελεί απλή γνωμοδότηση, δεδομένου ότι με αυτή παρέχεται απλώς η δυνατότητα υποβολής Μ.Π.Ε., χωρίς να προκύπτει από την ως άνω προκαταρκτική εκτίμηση οποιαδήποτε δέσμευση, ακόμη και ως προς το κατ’ αρχήν επιτρεπτό και τη θέση του προτεινόμενου έργου, διότι και τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο συνολικής εκτιμήσεως από τη Διοίκηση, η οποία θα διαμορφωθεί βάσει της μελέτης που θα υποβληθεί προκειμένου να εγκριθούν περιβαλλοντικοί όροι. Προς το περιεχόμενο άλλωστε αυτό της προκαταρκτικής εκτίμησης εναρμονίζεται και η θεσπιζόμενη από το νόμο διαδικασία (ν. 3010/2002), κατά την οποία για την εκτίμηση αυτή αρκεί η υποβολή προμελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και δεν απαιτείται πλήρης μελέτη (ΣΕ 2547/2005 7μ. σκ. 7, 1953/2007 7μ. σκ. 21). Εν όψει τούτων, η προσθήκη, κατά τη διαδικασία εγκρίσεως των επίδικων περιβαλλοντικών όρων, εγκαταστάσεων αξιοποίησης και επεξεργασίας απορριμμάτων, οι οποίες συνδέονται λειτουργικώς με την ολοκληρωμένη διαχείριση των στερεών αποβλήτων του νομού και έχουν ως στόχο, σύμφωνα με τη μ.π.ε., την πλέον βιώσιμη διαχείρισή τους, δεν επιδρά στο κύρος της προσβαλλόμενης πράξεως, με την οποία διαμορφώθηκε η συνολική εκτίμηση της Διοικήσεως ως προς την πραγματοποίηση του έργου, και δεν επέβαλλε στη Διοίκηση την εκ νέου τήρηση της διαδικασίας π.π.ε.α. (βλ. ΣΕ 1953/2007 7μ. σκ. 21, 2862/2007 7μ. σκ. 16 κ.ά.). Συνεπώς αβασίμως προβάλλεται με τις κρινόμενες αιτήσεις ότι η προσβαλλόμενη πράξη μη νομίμως προβλέπει για πρώτη φορά τη δημιουργία μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας και κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην 4012/18.7.2005 πράξη π.π.ε.α. του έργου και ότι δεν τηρήθηκε γι’ αυτές η σχετική διαδικασία. Εξ άλλου αβασίμως προβάλλεται με το δικόγραφο προσθέτων λόγων της δεύτερης αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη ερείδεται σε παρωχημένη θετική γνωμοδότηση (π.π.ε.α.), διότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα του ενός έτους και δέκα μηνών από την θετική γνωμοδότηση 4012/18.7.2005 μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης είναι εύλογο, εν όψει του πολύπλοκου της σχετικής διαδικασίας, και δεν καθιστά ανεπίκαιρη την π.π.ε.α.
- Επειδή, όπως έχει κριθεί, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 3 του ν. 3010/2002, και 4 της κ.υ.α. 37111/2021/2003 προκύπτει ότι η με πρόσφορα μέσα δημοσιοποίηση της μ.π.ε. έχει ως στόχο την ενημέρωση των ενδιαφερόμενων πολιτών και φορέων και την παροχή σ’ αυτούς της δυνατότητας υποβολής τεκμηριωμένων προτάσεων προκειμένου να καταστεί δυνατή, μέσω της υποβολής εναλλακτικών λύσεων, η επιλογή των βέλτιστων εξ αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιοποίηση της μ.π.ε. αποτελεί ουσιώδη τύπο για την έκδοση της αποφάσεως εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, η παράλειψη τηρήσεως του οποίου επιφέρει ακυρότητα της σχετικής πράξεως (ΣΕ 2636/2009 Ολομ. σκ. 23, 970/2007 7μ. σκ. 12, 3266/2005 σκ. 12 κ.α.). Οι εν λόγω διατυπώσεις συνίστανται στη δημοσίευση στον τοπικό τύπο ανακοίνωσης και προσκλήσεως των ενδιαφερόμενων πολιτών και φορέων να λάβουν γνώση της μ.π.ε. και να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί του περιεχομένου της και στην ανάρτηση αντιγράφου της εν λόγω ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως. Πάντως, μόνο η τήρηση της πρώτης από τις ανωτέρω διατυπώσεις δημοσιότητας προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας εκδόσεως της ε.π.ο. (ΣΕ 4498/1998 Ολομ., σκ. 7). Τέλος, οι προτεινόμενες από τους ενδιαφερόμενους πολίτες και φορείς εναλλακτικές λύσεις λαμβάνονται υπόψη μόνο εφ’ όσον προτείνονται εγγράφως κατά τη σχετική διαδικασία και είναι επιστημονικώς τεκμηριωμένες (ΣΕ 258/2004 Ολομ., σκ. 21, 1759/2002, σκ. 14, 1456 – 9/2002, σκ. 21). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η πρόσκληση για την υποβολή παρατηρήσεων επί της μ.π.ε. δημοσιεύθηκε την 14.6.2006 στις εφημερίδες «Η Πρόοδος» και «Ελεύθερο Βήμα των Σερρών», κατά δε την σχετική συζήτηση ενώπιον του Νομαρχιακού Συμβουλίου Σερρών στις 14.7.2006 (βλ. πρακτικό 10/2006) παρέστη εκπρόσωπος πολιτών των δημοτικών διαμερισμάτων Παλαιοκάστρου και Μελενικιτσίου του Δήμου Σκοτούσσης, ο οποίος ανέπτυξε τις υπάρχουσες αντιρρήσεις επί της μ.π.ε., κατέθεσε δε σχετικό υπόμνημα και στοιχεία (βλ. από 12.7.2006 υπόμνημα της «Συντονιστικής Επιτροπής – Κίνησης Πολιτών για την Ανάπτυξη του Περιβάλλοντος» των κατοίκων των δημοτικών διαμερισμάτων του Παλαιοκάστρου και του Μελενικιτσίου). Επίσης ο αιτών στη δεύτερη αίτηση Δήμος υπέβαλε με το 1128/21.2.2006 έγγραφο τις απόψεις του επί του περιεχομένου της εκπονηθείσας μελέτης, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν κατά την έκδοση της προσβαλλομένης (βλ. στοιχ. 39 του προοιμίου της). Με τα δεδομένα αυτά τηρήθηκε η διαδικασία δημοσιότητας κατά τις διατάξεις της οδηγίας 2003/35/ΕΚ και της κ.υ.α. ΗΠ 37111/2021/2003, οι δε προβαλλόμενοι με τις δύο αιτήσεις περί του αντιθέτου λόγοι, κατά τους οποίους δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία δημοσιοποίησης της μ.π.ε. και ότι δεν έλαβε χώρα έγκαιρη και πραγματική συμμετοχή των πολιτών διότι η πρόσκληση προς το κοινό να λάβει γνώση της μ.π.ε. έγινε σε χρόνο που είχε ήδη επιλεγεί η μέθοδος διαχείρισης των αποβλήτων και η θέση κατασκευής των σχετικών εγκαταστάσεων και είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία π.π.ε.α., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αβασίμως επίσης προβάλλεται ότι μη νομίμως το κοινό προσεκλήθη να εκφέρει απόψεις μετά την οριστικοποίηση της θέσεως και των εγκαταστάσεων του έργου με την π.π.ε.α., διότι υπό την ισχύ της κ.υ.α. 50910/2727/2003 η οριστικοποίηση των ζητημάτων αυτών γίνεται με την απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων. Τέλος αορίστως προβάλλεται ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ν. 3422/2005 περί κυρώσεως της Συμβάσεως του Άαρχους, διότι δεν διατυπώνονται ειδικότερες αιτιάσεις σχετικά με το πρόσφορο της διαδικασίας δημοσιοποίησης που τηρήθηκε σε σχέση με την Σύμβαση (πρβλ. ΣΕ 2124-5/2009, σκ. 20).
- Επειδή, με την κ.υ.α. 29407/3508/10.12.2002 «Μέτρα και όροι για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων» (Β΄ 1572) μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 1999/31/ΕΚ (L 182), με την οποία τέθηκαν αυστηρές απαιτήσεις για τα απόβλητα και τους χ.υ.τ.α. και καθορίσθηκαν μέτρα για την πρόληψη ή μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχετικών δραστηριοτήτων. Με τις διατάξεις της κ.υ.α. αυτής καθιερώθηκε, μεταξύ άλλων, ως βασική αρχή του δικαίου της διαχείρισης των αποβλήτων, η επεξεργασία των απορριμμάτων πριν τη διάθεσή τους στους χώρους υγειονομικής ταφής (βλ. ΣΕ 2954/2005 7μ., σκ. 11). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την μ.π.ε., στις επίμαχες εγκαταστάσεις θα πραγματοποιείται, προ της τελικής διαθέσεως των αποβλήτων, συνδυασμένη εφαρμογή διαφόρων μεθόδων επεξεργασίας (ανάκτηση των ανακυκλώσιμων υλικών, λιπασματοποίηση – κομποστοποίηση και αεριοποίηση αποβλήτων και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας), προκειμένου να επιτυγχάνεται η μείωση του όγκου και της επικινδυνότητας των προς τελική διάθεση βιοαποδομήσιμων απορριμμάτων και η ελαχιστοποίηση του παραγόμενου κλάσματος των υπολειμμάτων και της περιεκτικότητάς του σε βιοαποδομήσιμο υλικό, καθώς και η ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών υψηλής καθαρότητας, τα οποία εν συνεχεία θα προωθούνται προς επαναχρησιμοποίηση (βλ. κεφ. Α΄ της προσβαλλόμενης πράξεως). Από αυτά προκύπτει ότι στον υπό κατασκευή χ.υ.τ. θα λαμβάνει χώρα διάθεση μόνο των υπολειμμάτων αποβλήτων που έχουν υποστεί προηγούμενη επεξεργασία, σε αρμονία προς τα κριθέντα με την ακυρωτική απόφαση ΣΕ 2954/2005. Συνεπώς οι λόγοι με τους οποίους οι αιτούντες στις δύο αιτήσεις προβάλλουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αβασίμως επίσης προβάλλεται ότι εν προκειμένω δημιουργείται χ.υ.τ.α. και όχι χ.υ.τ.υ., διότι από την μ.π.ε. και την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτει ότι με την πρόβλεψη των προαναφερθεισών εγκαταστάσεων επεξεργασίας των αποβλήτων δημιουργείται χ.υ.τ.υ. Δεν ασκεί δε επιρροή από την άποψη αυτή το γεγονός ότι με την 22/2008 απόφαση της Επιτροπής Υποδομών και Παραγωγικότητας της Ν. Α. Σερρών δημοπρατήθηκε έργο που αφορά, μεταξύ άλλων, στην «Μελέτη – Κατασκευή Χ.Υ.Τ.Α. Ν. Σερρών …», προεχόντως διότι η πράξη αυτή είναι μεταγενέστερη της προσβαλλομένης, εν πάση δε περιπτώσει από καμία διάταξη δεν απαγορεύεται η τμηματική δημοπράτηση και κατασκευή των έργων του χ.υ.τ.υ.
- Επειδή, με την πρώτη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα διότι ερείδεται σε εθνικό σχεδιασμό διαχείρισης στερεών αποβλήτων, ο οποίος δεν πληροί τις απαιτήσεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας διότι δεν περιλαμβάνει τη χωροθέτηση των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων διαχειρίσεως των απορριμμάτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από καμία διάταξη της εθνικής ή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας δεν προκύπτει ότι με τον εθνικό σχεδιασμό, με τον οποίο τίθενται οι γενικές κατευθύνσεις της εθνικής πολιτικής διαχειρίσεως αποβλήτων και καθορίζονται τα κατάλληλα προς επίτευξή τους μέσα (βλ. άρθρο 5 της κ.υ.α. 50910/2727/2003), πρέπει να γίνεται και η χωροθέτηση των χώρων υγειονομικής ταφής και των λοιπών εγκαταστάσεων αξιοποίησης και επεξεργασίας των απορριμμάτων. Αντιθέτως, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, η χωροθέτηση ενεργείται με την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων των σχετικών έργων, εν όψει των προβλέψεων των επιμέρους περιφερειακών σχεδίων, με τα οποία καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι διαχειριστικές ενότητες και οι ανά διαχειριστική ενότητα προβλεπόμενες εγκαταστάσεις διαθέσεως αποβλήτων, καθώς επίσης και τα προβλεπόμενα υπό της σχετικής νομοθεσίας κριτήρια αποκλεισμού.
- Επειδή, με το ΠΕ.Σ.Δ.Α. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εγκρίθηκε με την 639/22.12.2005 απόφαση του Γ.Γ. της Περιφέρειας, προβλέφθηκε, σε αρμονία προς τις γενικές κατευθύνσεις του εθνικού σχεδιασμού, η δημιουργία στο νομό Σερρών ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης αποβλήτων, το οποίο περιλαμβάνει την κατασκευή ενός χώρου υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων, ενός κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών, μίας μονάδας μηχανικής και βιολογικής επεξεργασίας και δύο σταθμών μεταφόρτωσης. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την μ.π.ε. του επίδικου έργου (βλ. τεύχος Μαΐου 2006, κεφ. 2.1, σελ. 1-6, όπως τροποποιήθηκε με το από Ιουλίου 2006 τεύχος), το έργο περιλαμβάνει ένα κέντρο διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών (κ.δ.α.υ.), στο οποίο θα πραγματοποιείται ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών (χαρτί, πλαστικό, μέταλλα και γυαλί), μονάδα επεξεργασίας, στην οποία θα διεξάγεται μηχανική διαλογή για το διαχωρισμό του βιοαποδομήσιμου κλάσματος, λιπασματοποίηση – κομποστοποίηση του διαχωρισθέντος οργανικού κλάσματος, αεριοποίηση του κλάσματος υγρών καυσίμων και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από το παραγόμενο από την αεριοποίηση αέριο σύνθεσης, και χώρο υγειονομικής ταφής στον οποίο, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής των μονάδων επεξεργασίας και ανακύκλωσης, θα αποτίθενται τα υπολείμματα των αποβλήτων που έχουν υποστεί επεξεργασία, καθώς και τα μη υποκείμενα σε επεξεργασία αστικά απορρίμματα. Ο ανωτέρω τρόπος διαχείρισης των απορριμμάτων περιλαμβάνεται μεταξύ των μεθόδων που, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 91/156/ΕΚ, προέκρινε ο εθνικός κανονιστικός νομοθέτης κατά την εκπόνηση των κατευθύνσεων του εθνικού και του περιφερειακού σχεδιασμού διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, και συνεπώς, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, δεν υφίστατο υποχρέωση αναφοράς σε άλλες εναλλακτικές μεθόδους διαχείρισης. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται με την πρώτη αίτηση ότι παρανόμως δεν εξετάσθηκαν άλλες εναλλακτικές μέθοδοι διαθέσεως των απορριμμάτων και ότι η επιλεγείσα λύση προκρίθηκε μόνο για λόγους ευχέρειας υλοποίησης και χαμηλού κόστους. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, πάντως, στην προκειμένη περίπτωση εξετάσθηκαν και εναλλακτικές μέθοδοι διαχείρισης των απορριμμάτων, οι οποίες αποκλείσθηκαν κατά συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, και του κόστους υλοποίησής τους (βλ. κεφάλαιο 2.4 της μ.π.ε., σελ. 7 – 9). Περαιτέρω, αορίστως προβάλλεται με την ίδια αίτηση ότι δεν εξετάσθηκαν οι «βέλτιστες» τεχνικές μέθοδοι διαθέσεως των απορριμμάτων, αφού δεν αμφισβητείται συγκεκριμένως η καταλληλότητα της επιλεγείσας μεθόδου διαχείρισης, ούτε προσδιορίζονται οι μη επιλεγείσες «βέλτιστες» τεχνικές (πρβλ. ΣΕ 2862/2007 7μ. σκ. 29). Τέλος, απαραδέκτως αμφισβητείται με την αυτή αίτηση το πρώτον η πληρότητα του περιφερειακού σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων του Ν. Σερρών και η συμφωνία του προς το εθνικό σχέδιο διαχείρισης, προεχόντως διότι το εν λόγω σχέδιο, ως ατομική πράξη, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως στην παρούσα υπόθεση (ΣΕ 4357/2011 7μ. σκ. 13, 901-4/2011).
- Επειδή, με την από Απριλίου 2003 μελέτη ΧΥΤΑ Ν. Σερρών Β΄ φάση διαχειριστικού σχεδίου (σελ. 59-103) θεωρήθηκαν ως υποψήφιες περιοχές για την κατασκευή του έργου οι θέσεις «Αδράχτι», βόρεια της κοινότητας Παλαιοκάστρου, «Μάντρες», βορειανατολικά του οικισμού Φαιά Πέτρα, και «Ερείπια Νεράϊδας», η οποία αξιολογήθηκε ως συγκριτικώς υπερτερούσα (σελ. 102-103) και επελέγη τελικώς με την επακολουθήσασα 1516/5.5.2003 απόφαση του Νομάρχη Σερρών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από Μαΐου 2003 μελέτη π.π.ε.α. (βλ. κεφ. 1.4, σελ. 1 – 9), εξετάσθηκαν και πάλι οι ανωτέρω τρεις εναλλακτικές θέσεις, ήτοι οι θέσεις «Ερείπια Νεράϊδας» και «Μάντρες», οι οποίες κρίθηκαν κατ’ αρχήν κατάλληλες, και η θέση «Αδράχτι», η οποία κρίθηκε κατάλληλη υπό όρους, κατέληξε δε και η μελέτη αυτή κατόπιν συγκριτικής αξιολόγησης βάσει των κριτηρίων επιλογής της παραγράφου 3 του Παραρτήματος Ι της κ.υ.α. 114218/27.10.1997 (γεωλογικά, υδρολογικά και υδρογεωλογικά κριτήρια, κριτήρια περιβαλλοντικής προστασίας και χωροταξικού σχεδιασμού και λοιπά κοινωνικοοικονομικής φύσεως κριτήρια), στην πρόταξη της θέσης «Ερείπια Νεράϊδας» (σελ. 5-9, βλ. και το από 24.4.2003 πρακτικό σχετικής γνωμοδοτικής επιτροπής). Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι η τελικώς επιλεγείσα περιοχή υπερέχει των υπολοίπων διότι έχει μεγαλύτερη έκταση και περισσότερες δυνατότητες επεκτάσεως, ευρίσκεται δε πλησιέστερα στο κέντρο βάρους της παραγωγής των απορριμμάτων του νομού Σερρών και, ως εκ τούτου, συνεπάγεται συγκριτικώς χαμηλότερο κόστος μεταφοράς των αποβλήτων. Πέραν τούτων, η έκταση είναι εύκολα προσβάσιμη, οπτικώς απομονωμένη, ενώ απέχει τρία χιλιόμετρα από την κοινότητα Βαμβακοφύτου και 4,7 και 4,8 χιλιόμετρα από τους οικισμούς Μελενικίτσι και Παλαιόκαστρο, αντιστοίχως, τα δε εν γένει γεωλογικά χαρακτηριστικά της είναι απολύτως ικανοποιητικά. Οι ανωτέρω πράξεις δεν ακυρώθηκαν ρητώς με την 2954/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ούτε απώλεσαν την ισχύ τους συνεπεία της ακυρώσεως της ε.π.ο. του έργου, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές δεν συνάπτονται με τις πλημμέλειες της ε.π.ο. για τις οποίες εχώρησε η ακύρωση. Εξ άλλου, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την σύνταξη των εν λόγω μελετών (Απρίλιος – Μάιος 2003) μέχρι τη σύνταξη της μ.π.ε. του έργου (Μάιος και Ιούλιος 2006) είναι εύλογο, εν όψει της πολυπλοκότητας της σχετικής διαδικασίας, της αλλαγής του νομοθετικού καθεστώτος και της εκπονήσεως νέου περιφερειακού σχεδιασμού, ενώ οι πραγματικές συνθήκες στην περιοχή δεν προκύπτει ότι άλλαξαν ουσιωδώς εν τω μεταξύ. Εν όψει τούτων οι εν λόγω πράξεις της προδικασίας της ε.π.ο. του 2003 νομίμως ελήφθησαν υπ’ όψη στην προκειμένη περίπτωση, οι δε λόγοι με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τα ανωτέρω δεδομένα η Διοίκηση αιτιολογημένα και μετά από έρευνα εναλλακτικών λύσεων κατέληξε στην επιλογή της συγκεκριμένης θέσεως, οι δε λόγοι με τους οποίους προβάλλεται, αορίστως άλλωστε, το αντίθετο είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση των σχετικών τεχνικών κρίσεων της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη. Αορίστως επίσης προβάλλεται με το από 20.4.2010 πρόσθετο δικόγραφο της πρώτης αιτήσεως ότι δεν ελήφθησαν υπόψη για τη χωροθέτηση του έργου οι προβλεπόμενες από την οδηγία 1999/31/ΕΚ απαιτήσεις, εφ’ όσον δεν προσδιορίζεται ποιες απαιτήσεις παραβιάσθηκαν, αλλά και αβασίμως, διότι πάντως με τις από Απριλίου και Μαΐου 2003 μελέτες εκτιμήθηκαν και βαθμολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι αποστάσεις των επίδικων εγκαταστάσεων από τους παρακείμενους οικισμούς, οι γεωλογικές και υδρογεωλογικές συνθήκες της περιοχής, ο κίνδυνος πλημμυρών, καθιζήσεων, κατολισθήσεων και τα άξια προστασίας στοιχεία της φυσικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς. Εξάλλου, η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως δεν κλονίζεται από την 68/21.4.2003 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Στρυμονικού, το οποίο ετάχθη υπέρ της κατασκευής χ.υ.τ.α. εντός των διοικητικών του ορίων, σε περιοχή μεταξύ των πρώην κοινοτήτων Στρυμονικού και Ζευγολατειού, προεχόντως διότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο χώρος αυτός είναι πράγματι κατάλληλος για την εγκατάσταση έργων διαχειρίσεως αποβλήτων και ότι προεβλήθη από τους ήδη αιτούντες σχετική τεκμηριωμένη πρόταση η οποία έμεινε ανεξέταστη. Αβασίμως επίσης προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής διότι η τελικώς επιλεγείσα θέση δεν συγκεντρώνει τη «συναίνεση» των αρμόδιων δημοτικών αρχών και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε ήδη στη σκ. 16, οι τυχόν αντίθετες απόψεις κατοίκων και φορέων ως προς την αναγκαιότητα, τη χωροθέτηση ή τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου εκφράζεται στο πλαίσιο της νόμιμης διαδικασίας εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, η οποία περιλαμβάνει γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων φορέων και δημόσια διαβούλευση, και λαμβάνονται υπ’ όψη μόνο εφ’ όσον διατυπώνεται εγγράφως και είναι τεκμηριωμένες. Τέλος, οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιλογή της θέσεως του έργου δεν έγινε βάσει συνταγματικώς αποδεκτής ιεραρχήσεως των πληττομένων συνταγματικώς προστατευομένων αγαθών, αλλά βάσει κρίσεων σκοπιμότητας, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι.
- Επειδή, προβάλλεται με την πρώτη αίτηση ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα διότι ερείδεται σε μ.π.ε. πανομοιότυπη με την κριθείσα ως ανεπαρκή με την απόφαση 2954/2005 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε η προηγούμενη 4797/13.8.2003 ε.π.ο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η ακύρωση της προηγούμενης ε.π.ο. δεν εχώρησε λόγω ανεπάρκειας της μ.π.ε., αλλά για άλλες πλημμέλειες, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 11. Περαιτέρω, η μ.π.ε., στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη πράξη, διαφοροποιείται επαρκώς από την προηγούμενη διότι εκπονήθηκε σε αρμονία με νέο περιφερειακό σχεδιασμό, υποβλήθηκε σε νέα διαδικασία δημοσιότητας και περιλαμβάνει τα έργα αξιοποίησης αποβλήτων που κρίθηκαν ως ελλείποντα με την ακυρωτική απόφαση, αποβλέπει δε στη δημιουργία χ.υ.τ.υ. και όχι χ.υ.τ.α, όπως η προηγούμενη. Σε κάθε περίπτωση, εν όψει των λόγων της ακυρώσεως της προηγούμενης ε.π.ο., ουδόλως κωλυόταν η Διοίκηση να χρησιμοποιήσει στοιχεία που προέκυψαν σε προηγούμενη φάση της μελέτης του έργου και δεν σχετίζονταν με τις πλημμέλειες για τις οποίες ακυρώθηκε η προηγούμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη.
- Επειδή, προβάλλεται ότι το προκριθέν σύστημα διαχείρισης αποβλήτων είναι ατελές, διότι δεν προσδιορίζεται ο τρόπος συλλογής και διαχωρισμού των επικίνδυνων αστικών αποβλήτων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη (βλ. σημεία Γ1.4 και Γ4.α αυτής), στις εγκαταστάσεις του επίδικου έργου θα γίνονται δεκτά μόνον μη επικίνδυνα σύμμεικτα οικιακά στερεά απόβλητα, εξαιρουμένων ρητώς των εκρηκτικών, εύφλεκτων και διαβρωτικών αποβλήτων και, γενικώς, των απορριμμάτων που δεν πληρούν τα κριτήρια αποδοχής που προβλέπονται από τις διατάξεις της προμνησθείσας κ.υ.α. για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων. Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη πράξη δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η μέθοδος διαχωρισμού των επικίνδυνων αποβλήτων από τα υπόλοιπα αστικά απορρίμματα, η έλλειψη όμως αυτή δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της προσβαλλομένης. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι στο σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προβλέπεται, πάντως, ότι οι λοιπές κατηγορίες στερεών αποβλήτων, πλην των αστικών, θα υφίστανται διαχείριση με ευθύνη του παραγωγού και κατόχου τους μέσω της χρήσεως εγκεκριμένων συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2939/2001, το σχετικό ζήτημα δεν συνδέεται αμέσως προς το αντικείμενο της προσβαλλομένης, μπορεί δε να τύχει αυτοτελούς ρυθμίσεως σε επόμενο στάδιο.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τις 1510/30.4.2007 και 1450/4.5.2007 γνωμοδοτήσεις επί της συμπληρωματικής μ.π.ε. της ΚΗ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών και της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, αντιστοίχως, στον χώρο κατασκευής του έργου και στην πλησίον περιοχή δεν υφίστανται ορατά ίχνη μνημείων ή αρχαιοτήτων ούτε υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι (βλ. και ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ28/ 57790/2577/3.11.2009 έκθεση απόψεων του Υπουργείου Πολιτισμού, πρβλ. ΣΕ 2173/2006 σκ. 8). Εξ άλλου, με την προσβαλλόμενη πράξη προβλέπεται ότι η εκτέλεση του έργου θα τελεί υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχαιολογικών υπηρεσιών, οι οποίες θα ειδοποιηθούν σχετικώς προ της ενάρξεως των εργασιών κατασκευής του, καθώς και ότι σε περίπτωση εντοπισμού αρχαιοτήτων, οι εργασίες εκτελέσεως του έργου θα διακοπούν συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3028/2002, προκειμένου να διενεργηθεί σωστική ανασκαφική έρευνα, από τα αποτελέσματα της οποίας θα εξαρτηθεί η συνέχιση των σχετικών εργασιών (βλ. παράγρ. Γ2.4. της προσβαλλομένης). Με τα δεδομένα αυτά δεν συντρέχει παραβίαση των διατάξεων περί προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο δε λόγος με τον οποίο προβάλλεται, αορίστως άλλωστε, ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 24 παράγρ. 1 και 6 του Συντάγματος, διότι στην περιοχή κατασκευής του έργου ανευρίσκονται κατά καιρούς αρχαιολογικά ευρήματα σημαντικής αξίας, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές από τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, με την πρώτη αίτηση και το από 12.2.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι παραβιάζεται η Σύμβαση της Γρανάδας διότι η θέση εγκατάστασης του έργου απέχει τριακόσια, περίπου, μέτρα από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Παλαιοκάστρου, η οποία χρονολογείται από τον 18ο αιώνα και συνδέεται με τις θρησκευτικές και εθνικές παραδόσεις της περιοχής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. 4012/18.7.2005 θετική γνωμοδότηση π.π.ε.α.), η εν λόγω μονή απέχει από τις επίδικες εγκαταστάσεις απόσταση 3 περίπου km., δεν προκύπτει δε ότι επηρεάζεται αμέσως ή εμμέσως από το έργο, οι εγκαταστάσεις του οποίου, μάλιστα, προβλέπεται ότι θα απομονωθούν οπτικά με τη δημιουργία ζώνης πρασίνου πέριξ αυτών (βλ. παράγρ. Γ2.13 της προσβαλλομένης). Τούτο δε ανεξαρτήτως αν η μονή διαθέτει αρχιτεκτονική ή αρχαιολογική αξία ώστε να υπάγεται στην εν λόγω διεθνή σύμβαση (βλ. 3529/20.9.2010 έγγραφο της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ότι η μονή αποτελείται εξ ολοκλήρου από νεότερα κτίσματα, ότι το καθολικό υπέστη ριζική επισκευή – ανακατασκευή, με αποτέλεσμα ουδεμία παλαιότερη φάση του να είναι ορατή, και ότι μόνο στο προαύλιου του ναού υπάρχουν ελάχιστες ταφόπλακες των ετών 1878 και 1897, βλ. επίσης φωτογραφικό υλικό που προσκόμισαν οι αιτούντες). Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο λόγος περί παραβάσεως των άρθρων 3 και 13 του Συντάγματος περί επικρατούσης θρησκείας και κατοχυρώσεως της θρησκευτικής ελευθερίας, διότι με την προσβαλλόμενη πράξη δεν αλλοιώνεται ο θρησκευτικός χαρακτήρας της μονής, ούτε παρεμποδίζεται η ακώλυτη άσκηση των θρησκευτικών και λατρευτικών εκδηλώσεων των ορθοδόξων χριστιανών στον χώρο αυτό (πρβλ. ΣΕ 1153/2007 σκ. 16).
- Επειδή, σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 117 παρ. 3 αυτού, που ορίζει ότι «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση ή δασικαί εκτάσεις καταστραφείσαι ή καταστρεφόμεναι εκ πυρκαϊάς ή άλλως πως αποψιλωθείσαι ή αποψιλούμεναι, δεν αποβάλλουν εκ του λόγου τούτου τον ον εκέκτηντο προς της καταστροφής των χαρακτήρα και κηρύσσονται υποχρεωτικώς αναδασωτέαι, αποκλειομένης της διαθέσεως τούτων δι’ έτερον προορισμόν», έχει εκδοθή ο ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (Α΄ 289), ο οποίος στο πέμπτο κεφάλαιο αυτού (άρθρα 37 – 44) ρυθμίζει την κήρυξη και την άρση της αναδασώσεως και στο έκτο κεφάλαιο (άρθρα 45 – 61) τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις στα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα το άρθρο 38 παρ. 1 του νόμου ορίζει ότι «Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών …». Περαιτέρω το άρθρο 45 του νόμου, προβλέποντας τις γενικές ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του επιτρεπτού των επεμβάσεων, ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «1. [όπως η παράγρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 1828/1988 (Α΄ 272)] Στα δάση και τις δασικές εκτάσεις περί των οποίων το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος ουδεμία επιτρέπεται επέμβαση προβλεπομένη από τις διατάξεις του παρόντος ή από άλλη διάταξη με εξαίρεση τα αναφερόμενα στις διατάξεις του άρθρου 59 του παρόντος … και τα όλως απαραίτητα για την τεχνητή αναδάσωση και την προστασία της βλαστήσεως. …2, … 3. Δεν επιτρέπεται η εν όλω ή εν μέρει μεταβολή του προορισμού δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή η εντός αυτών εκτέλεσις έργων, ή η παροχή άλλης διαρκούς εξυπηρετήσεως, εφ’ όσον, διά τον αυτόν σκοπόν είναι δυνατή η παραχώρηση ή διάθεση ή χρησιμοποίηση εδαφών, τα οποία δεν εμπίπτουν εις την έννοιαν των δασών ή δασικών εκτάσεων, ως αύτη προσδιορίζεται εν άρθρ. 3 του παρόντος. 4. Περί της συνδρομής της κατά την προηγούμενην παράγραφον γενικής προϋποθέσεως κρίνει ητιολογημένως το αρμόδιον προς έγκρισιν της επεμβάσεως όργανον …. 5. Διά της μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ων τα άρθρα …. 58 παρ. 1 του παρόντος, απαιτείται όπως η αίτησις ή το έγγραφον, δι’ ου ζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επεμβάσεως κατά τους όρους των ως είρηται διατάξεων, συνοδεύεται υπό μελέτης επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων …. Εις τας περιπτώσεις ταύτας η έγκρισις παρέχεται υπό τον περιορισμόν της συμμορφώσεως του ενδιαφερομένου προς τους όρους της εν λόγω μελέτης ….». Τέλος, το άρθρο 58 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του αυτού άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 1822/1988 όριζε ότι «Για την εκτέλεση έργων υποδομής …. εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων απαιτείται έγκριση του Υπουργού Γεωργίας ….», εν συνεχεία δε, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 24 παρ. Α.1 του ν. 3468/2006 (Α΄ 129), ορίζει ότι: «2. Για την εκτέλεση έργων υποδομής,….. απαιτείται σχετική έγκριση επέμβασης. Η έγκριση αυτή, που ενσωματώνεται στην απόφαση για την Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (Ε.Π.Ο.), χορηγείται: α) …, β). …».
- Επειδή, όπως κρίνεται παγίως, από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς προς το σκοπό της διατήρησης της κατά τον προορισμό χρήσεώς τους και της διαφύλαξης της οικολογικής ισορροπίας. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, μόνο κατ’ εξαίρεση παρέχεται ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να επιτρέπει επεμβάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν τον δασικό χαρακτήρα, εφ’ όσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και υπό τον όρο ότι η μεν θυσία της δασικής βλαστήσεως αποτελεί το μόνο πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών, οι δε επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, προκαλούν, δηλαδή, τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου. Εξ άλλου, η δημιουργία χώρου υγειονομικής διαχειρίσεως αποβλήτων, επιβαλλόμενη για την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία αποτελεί αντικείμενο κρατικής μέριμνας κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά, τελικώς, και του ίδιου του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, το οποίο πλήττεται από την ανεξέλεγκτη διάθεση των αποβλήτων, αφ’ ενός αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος για τον οποίο είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος μεταβολή της χρήσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως (βλ. ΣΕ 1153/2007 7μ. σκ. 19, 2173/2006) και αφ’ ετέρου αποτελεί δημόσιο έργο κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), για το οποίο επιτρέπεται η επέμβαση σε δάσος ή δασική έκταση κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ίδιου νόμου (ΣΕ 1943/2012 σκ. 12, 1153/2007 σκ. 19, 965/2007, σκ. 19, 2173/2006 σκ. 9 κ.ά.).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, στα 2084/11.7.2003 και 3752/21.11.2003 έγγραφα, με τα οποία το Δασαρχείο Σερρών είχε συμφωνήσει στην παραχώρηση της επίδικης εκτάσεως για την δημιουργία χ.υ.τ.α., και τα οποία ήσαν ληπτέα υπόψη, κατά τα προαναφερθέντα, εκτίθεται ότι το μεγαλύτερο τμήμα αυτής (637.806 από τα 791.024 τ.μ.) είναι δημόσια εποικιστική έκταση, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της (80 %) είναι δασική έκταση του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του ν. 998/79, αποτελούμενη από πρίνο, κέδρα, αγριαπιδιές και λοιπά δασικά είδη, ότι η δασική βλάστηση είναι πιο πυκνή στα ρεύματα, ότι το υπόλοιπο 20% καλλιεργείται και ότι «η έκταση δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ούτε ενδείκνυται να κηρυχθεί βάσει του άρθρου 38 του ν. 998/1979». Εξ άλλου, στην από Μαΐου 2006 μ.π.ε. (βλ. κεφ. 4.2. Περιγραφή βιοτικού περιβάλλοντος) αναφέρεται ότι στην επίμαχη έκταση υπάρχει βλάστηση από θάμνους και μεμονωμένα φυτά με δενδρώδη ανάπτυξη (πρίνοι, ερείκη, αφάνες, κέδροι, πλάτανοι και ιτιές), η οποία θα αφαιρεθεί κατά την εκτέλεση του έργου (βλ. κεφ. 6.2, Επιπτώσεις κατά τη φάση της κατασκευής, σελ. 1 επ.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες μελέτες που ελήφθησαν υπ’ όψη κατά την έκδοση της 4012/18.7.2005 πράξεως π.π.ε.α. του έργου, όλες οι επιλεγείσες ως κατ’ αρχήν κατάλληλες περιοχές, μεταξύ των οποίων η θέση «Ερείπια Νεράϊδας», είχαν δασικό χαρακτήρα. Τέλος στην προσβαλλομένη τίθεται ως όρος εκτελέσεως του έργου ότι οποιαδήποτε επέμβαση σε δασική έκταση πρέπει να εγκριθεί, προ της ενάρξεως των σχετικών εργασιών, από την αρμόδια δασική υπηρεσία (βλ. παράγρ. Γ.2.7 της προσβαλλομένης πράξεως). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για την έκδοση της προσβαλλομένης ελήφθη υπ’ όψη ο δασικός χαρακτήρας της περιοχής, εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες επελέγη αιτιολογημένα μία, προκρίθηκε δε η κατασκευή χώρου χ.υ.τ.υ. εντός δασικής εκτάσεως εν όψει της σημασίας της εν λόγω υποδομής για την υγεία των κατοίκων και την προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής, και προκειμένου να εξαλειφθεί το φαινόμενο των ανεξέλεγκτων χ.α.δ.α. στο Ν. Σερρών. Με τα δεδομένα αυτά η επιλογή της επίμαχης, εν μέρει δασικής, εκτάσεως αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς και δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και του ν. 998/1979 που παρατίθενται σε προηγούμενες σκέψεις. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι της πρώτης αιτήσεως και του από 12.2.2010 πρόσθετου δικογράφου, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων που απαγορεύουν την επέμβαση σε δάσος ή σε δασική έκταση χωρίς τη συνδρομή σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και ότι τέτοιον λόγο δεν συνιστά η διαχείριση στερεών αποβλήτων, η οποία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των επιτρεπομένων εντός δασών και δασικών εκτάσεων χρήσεων του άρθ. 58 παρ. 1 του ν. 998/1979.
- Επειδή, το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 998/1979 ορίζει ότι «… κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα εδάφη στερούμενα δασικής βλαστήσεως, ή των οποίων η δασική βλάστησις έχει καταστραφή ή σημαντικώς αραιωθή ή άλλως πως υποβαθμισθή» εφ’ όσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις (περιπτ. α-δ). Με το από 20.4.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων της πρώτης αιτήσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως δεν ελήφθη υπόψη ότι η επίδικη έκταση πρέπει να κηρυχθεί αναδασωτέα σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη δεδομένου ότι η επίμαχη έκταση πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος προεχόντως διότι η επίδικη έκταση καλύπτεται ήδη από δασική βλάστηση και συνεπώς δεν εμπίπτει στην ανωτέρω διάταξη, η οποία αφορά εδάφη στερούμενα δασικής βλαστήσεως, ή των οποίων η δασική βλάστηση έχει καταστραφεί, αραιωθεί ή υποβαθμισθεί.
- Επειδή, με την μ.π.ε. αξιολογείται το σύνολο των στοιχείων που ενδέχεται να επηρεάσουν τον επιφανειακό και υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής (βλ. ιδίως κεφ. 4.1.3.1 Γεωλογία της περιοχής μελέτης, σελ. 10 επ., 4.1.4 Υδρογεωλογία – Υδρολιθολογική συμπεριφορά λιθολογικών τύπων περιοχής γηπέδου έργου, σελ. 18), και προτείνονται μέτρα προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων που επαπειλούνται από τη λειτουργία του, ειδικότερα δε μέτρων για την στεγανοποίηση του χώρου υγειονομικής ταφής, τη συλλογή και διαχείριση των στραγγισμάτων και την αντιπλημμυρική προστασία των έργων (βλ. ιδίως κεφάλαιο 5. στοιχ. Γ.4, Γ.5 και Γ.7, σελ. 67 επ. και κεφάλαιο 6 στοιχ. Β.3.5 Υπόγεια και Επιφανειακά νερά, σελ. 19 επ.). Με προσβαλλόμενη πράξη προβλέπεται η κατασκευή, περιμετρικά του χ.υ.τ.υ., αντιπλημμυρικών έργων και έργων απομάκρυνσης των ομβρίων υδάτων, επιβάλλονται μέτρα για την ευστάθεια, την αντιδιαβρωτική προστασία και τη στεγανοποίηση του πυθμένα και των πρανών ορυγμάτων και επιχωμάτων της χοάνης του χ.υ.τ.υ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα κ.υ.α. 29407/3508/16.12.2002, ορίζεται ότι τα στραγγίσματα μετά τη συλλογή τους θα καταλήγουν μέσω αγωγών στα φρεάτια συλλογής στραγγισμάτων, όπου θα αποθηκεύονται προσωρινά μέχρι τη μεταφορά τους στις αντίστοιχες εγκαταστάσεις επεξεργασίας, προβλέπεται η διενέργεια ελέγχων της ποιότητας των επιφανειακών και υπογείων υδάτων κατά τη διάρκεια λειτουργίας του έργου, ενώ λαμβάνεται μέριμνα για τη μεταφορά των αγωγών δικτύων ύδρευσης, οι οποίοι θα διαπιστωθεί ότι διέρχονται από το χώρο κατασκευής του έργου (βλ. παραγρ. Γ.2.20, Γ.7, Γ.9, Ζ.8 της προσβαλλομένης και κεφάλαια 4.1.4. – 4.1.7., 6.Α.2.1. – 6Β.2.1., 6.Α.3.1. και 6.Β.3.5, 7.Β.1.1 – 2, 7.4. – 7.6 της μ.π.ε.). Τέλος, με την προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπεται η προηγούμενη της λειτουργίας του έργου εκπόνηση προγράμματος αποκατάστασης της ποιότητας των υπόγειων υδάτων της περιοχής σε περίπτωση αστοχίας του έργου, καθώς και η εφαρμογή των νόμιμων διαδικασιών ελέγχου και παρακολούθησης της λειτουργίας του. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι πριν την έναρξη λειτουργίας του χ.υ.τ.υ. πρέπει να ληφθούν δείγματα για την ποιότητα των υδάτων από τυχόν υπάρχουσες σε κοντινή απόσταση γεωτρήσεις, ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμες τιμές αναφοράς για μελλοντικές δειγματοληψίες και αναλύσεις. Επίσης, προβλέπεται, ως όρος λειτουργίας του έργου, η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την παρακολούθηση των υπογείων υδάτων και, ιδίως, η διενέργεια γεωτρήσεων ελέγχου (μία ανάντη της υδραυλικής κλίσης του υδροφόρου και δύο τουλάχιστον κατάντη αυτού), καθώς και ότι ο μεν έλεγχος των υπόγειων υδάτων γίνεται ανά εξάμηνο, ο δε έλεγχος των επιφανειακών υδάτων, ο οποίος διενεργείται με υδροληψία από συγκεκριμένα σημεία ανάντη και κατάντη του χώρου εγκαταστάσεως του έργου, διενεργείται ανά τρίμηνο (βλ. παράγρ. Ζ.6α και 8.9 – 8.14 της προσβαλλομένης). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ερευνήθηκαν διεξοδικά οι επιπτώσεις του έργου στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα της περιοχής και ελήφθησαν τα κατά την κρίση της Διοικήσεως ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Συνεπώς η προσβαλλομένη αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς από τις ανωτέρω απόψεις, οι δε λόγοι με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η αιτιολογία αυτή δεν κλονίζεται από την τεχνική έκθεση έτους 2003 με συμπληρωματικά στοιχεία της 11.12.2003 του Καθηγητή Γ. Δημόπουλου, η οποία είχε συνταχθεί εν όψει της κατασκευής του προγενέστερου έργου και περιορίζεται στην περιγραφή των υδρογεωλογικών χαρακτηριστικών της περιοχής χωρίς να πλήττει ειδικώς την επάρκεια των ληφθέντων μέτρων για την προστασία των υπογείων και επιφανειακών υδάτων. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται, κατ’ επίκληση του 1345/12.4.2010 εγγράφου της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ότι η συγκεκριμένη θέση επιλέχθηκε χωρίς να έχουν προηγουμένως διεξαχθεί γεωτρήσεις για να διαπιστωθεί εάν από το χώρο εγκαταστάσεως του έργου διέρχονται υπόγεια ρέοντα ύδατα, τα οποία τροφοδοτούν τις πηγές υδρεύσεως των οικισμών και τις πηγές αρδεύσεως των καλλιεργούμενων εκτάσεων της ευρύτερης περιοχής. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τη μ.π.ε. (βλ. κεφ. 4.1.3.2. Συμπεράσματα γεωτεχνικής μελέτης, σελ. 14), διενεργήθηκαν γεωτρήσεις σε επαρκές, κατά την εκτίμηση της Διοικήσεως, βάθος 20 μέτρων, στις οποίες δεν εντοπίστηκε υπόγειος υδροφόρος ορίζοντας. Εξ άλλου, με το προμνημονευθέν έγγραφο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας διετάχθη, κατ’ αποδοχήν σχετικού αιτήματος του Δήμου Σκοτούσσης, η διενέργεια τριών επιπλέον ερευνητικών γεωτρήσεων σε βάθος εκατό μέτρων, μετά την ολοκλήρωση των οποίων συντάχθηκε η από Μαΐου 2010 έκθεση της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν. Α. Σερρών. Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι, με τις νέες αυτές γεωτρήσεις επιβεβαιώθηκαν τα πορίσματα των προηγούμενων γεωτρήσεων ως προς την στρωματογραφία του υπεδάφους, την διαπερατότητα των γεωλογικών σχηματισμών και την στάθμη των υπόγειων υδάτων καθώς και η ορθότητα των διαπιστώσεων της Διοικήσεως ότι η επιλεγείσα περιοχή είναι κατάλληλη για την κατασκευή του έργου και ότι, λόγω της χαμηλής υδατοπερατότητας των γεωλογικών σχηματισμών, η λειτουργία του δεν αναμένεται να επηρεάσει δυσμενώς τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής και το υδατικό της σύστημα. Εφ όσον δε η προσβαλλομένη αιτιολογείται νομίμως, η περαιτέρω αμφισβήτηση των σχετικών τεχνικών κρίσεων της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη.
- Επειδή, όπως κρίνεται παγίως, ουσιώδες στοιχείο του υπό του άρθρου 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν τα υπό διάφορες ονομασίες «ρεύματα» διά των οποίων συντελείται η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς. Εκτός από αυτή τη λειτουργία, τα ρεύματα αποτελούν, επίσης, φυσικούς αεραγωγούς, μαζί δε με τη χλωρίδα και την πανίδα τους είναι οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδρορεύματα στη φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας τους ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνον της εκτελέσεως των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθετήσεως της κοίτης και των πρανών τους προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλειομένης κάθε αλλοιώσεως της φυσικής τους καταστάσεως με επίχωση ή κάλυψη της κοίτης τους, ή τεχνική επέμβαση στα σημεία διακλαδώσεώς τους. Εξ άλλου, όπως, επίσης, έχει κριθεί, προκειμένου να λάβουν χώρα οι τυχόν επιτρεπόμενες επεμβάσεις σε υδρορεύματα ή και πλησίον αυτών, απαιτείται η προηγουμένη οριοθέτησή τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγρ. 1-3 του ν. 880/1979 (Α΄ 85), όπως οι παράγρ. αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 5 παρ. 1 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91), η οποία μπορεί να είναι και τμηματική, να αφορά, δηλαδή, μόνο την περιοχή των επεμβάσεων, εφ’ όσον, όμως, στην περίπτωση αυτή έχουν ληφθεί υπόψη τα υδρογεωλογικά στοιχεία που αφορούν το σύνολο του υδρορεύματος (ΣΕ 4531/2009 σκ. 7-8, 2890/2006 σκ. 5, 2669/2001 σκ. 13). Σκοπός της, κατά τα ανωτέρω, οριοθετήσεως είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του ρεύματος, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του ως υδρογεωλογικού στοιχείου και ως οικοσυστήματος (ΣΕ 1644/2006 σκ. 7, 1151/2007 σκ. 23). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων και χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού που προσκομίζεται από τους αιτούντες, προκύπτει ότι ο χείμαρρος «Μεγάλο Ρέμα» διέρχεται πλησίον και ανατολικώς του χώρου που προορίζεται για την κατασκευή του επίδικου έργου και, πάντως, σε ικανή απόσταση από τη θέση των επιμέρους εγκαταστάσεών του, καθώς και ότι εντός των ορίων της εκτάσεως αυτής δεν διέρχονται άλλα αξιόλογα ρέματα (βλ. και 1098/20.4.2010 έγγραφο της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν. Α. Σερρών προς το Δικαστήριο). Εξ άλλου, από τη γεωλογική και υδρογεωλογική μελέτη του έργου, που έχει ενσωματωθεί στην μ.π.ε. (βλ. ιδίως κεφάλαια 4.1.4. περί υδρογεωλογίας και υδρολιθολογικής συμπεριφοράς λιθολογικών τύπων γηπέδου, σελ. 18 επ. και 4.1.7. περί στοιχείων επιφανειακής υδρολογίας, σελ. 27 επ.), προκύπτει ότι στην επίμαχη θέση, η οποία βρίσκεται σε μισγάγγεια, χωρίς ανάντη λεκάνη απορροής, δεν παρατηρούνται πλημμυρικά φαινόμενα, ούτε φαινόμενα κατακρατήσεως επιφανειακών υδάτων, κύριος αποδέκτης των οποίων είναι το παρακείμενο ρέμα περιοδικής ροής, του οποίου η κύρια και φυσικώς διαμορφωμένη κοίτη ευρίσκεται εκτός των ορίων της περιοχής εγκαταστάσεως του έργου. Περαιτέρω, ο άξονας ροής ή στράγγισης στην άμεση περιοχή του προτεινόμενου έργου, η οποία έχει σχηματισθεί από ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, ταυτίζεται με μικρής σημασίας υδατορεύματα που αποτελούν φυσικό αποδέκτη της επιφανειακής ροής, ρεύματα, δηλαδή, που τροφοδοτούνται, ελλείψει ανάντη λεκάνης απορροής, μόνον από τα ύδατα της περιοχής κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων. Τέλος, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι εντός ή πλησίον του χώρου αυτού υπάρχουν σημεία υδροληψίας ή υδρευτικές ή αρδευτικές γεωτρήσεις, ούτε ότι πρόκειται να γίνουν έργα διευθετήσεως ή άλλου είδους επεμβάσεις επί της κοίτης του προαναφερόμενου ρέματος. Εν όψει τούτων, οι αορίστως προβαλλόμενοι με τα από 12.2.2010 και 20.4.2010 πρόσθετα δικόγραφα λόγοι, κατά τους οποίους μη νομίμως δεν οριοθετήθηκε πριν την έκδοση της προσβαλλομένης ο «διερχόμενος» από το χώρο εγκατάστασης του έργου χείμαρρος «Μεγάλο Ρέμα» και δεν ελήφθη υπ’ όψη ότι από τον ίδιο χώρο «διέρχονται» και άλλα ρέματα που καταλήγουν σε πηγές ύδρευσης και άρδευσης, με αποτέλεσμα να προκαλούνται αυξημένοι κίνδυνοι για το υδατικό σύστημα της περιοχής, γεγονός που συνιστά κατά νόμον λόγο αποκλεισμού της, όπως προβάλλονται, πρέπει να απορριφθούν (πρβλ. ΣΕ 2864/2007 σκ. 16, 2862/2007 σκ. 22, 1151/2007, σκέψη 23, 769/2005, σκέψη 16), δεδομένου μάλιστα ότι η διέλευση χειμάρρων ήσσονος σημασίας από το χώρο εκτελέσεως έργων για τη δημιουργία χ.υ.τ. δεν αποτελεί κατά νόμο λόγο αποκλεισμού του (βλ. παράρτημα Ι, παράγρ. 3, περιπτ. 3.1, 3.2, 3.3.α.5 και 3.3.2 της κ.υ.α. 114218/1997).
- Επειδή, κατά την εκπόνηση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων του επίδικου έργου ελήφθησαν υπόψη τα γεωλογικά χαρακτηριστικά και η εν γένει τεκτονική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής της λεκάνης των Σερρών, όπως τα υπάρχοντα τεκτονικά ρήγματα, η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και η χαμηλή σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής κατασκευής του έργου (ζώνη Ι της κλίμακας Ι-IV), από τα οποία προκύπτει, κατά την ακυρωτικώς ανέλεγκτη τεχνική κρίση της Διοικήσεως, ότι η σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής είναι χαμηλή και ότι δεν παρατηρούνται ρήγματα στην περιοχή άμεσης επιρροής του έργου (βλ. κεφ. 4.1.5 Τεκτονική δραστηριότητα, σελ. 18 επ., 26). Εξ άλλου με την προσβαλλομένη τίθενται όροι για την στεγανοποίηση του πυθμένα και των πρανών του χ.υ.τ.υ. ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο διαρροών υπό κανονικές και μη συνθήκες λειτουργίας. Εν όψει τούτων ο προβαλλόμενος με την πρώτη αίτηση και το από 20.4.2010 πρόσθετο δικόγραφο λόγος ότι η μ.π.ε. δεν έλαβε υπ’ όψη την έντονη σεισμικότητα της περιοχής, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει θραύση του υποβάθρου στεγανοποίησης του πυθμένα του χώρου υγειονομικής ταφής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, όπως εκτίθεται στην μ.π.ε., πέντε περίπου χιλιόμετρα νοτίως της θέσεως του έργου υφίστανται στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ νοτιανατολικά αυτού, και σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός χιλιομέτρου, λειτουργεί πεδίο βολής, πλην οι εγκαταστάσεις αυτές δεν πρόκειται να δημιουργήσουν προβλήματα στην ασφαλή μεταφορά των αποβλήτων και τη διέλευση των απορριμματοφόρων (βλ. κεφ. 4.2.8. της μ.π.ε., Υφιστάμενη υποδομή περιοχής, σελ. 47). Εν όψει τούτων, εφ’ όσον η Διοίκηση έλαβε υπόψη την ύπαρξη των ανωτέρω στρατιωτικών εγκαταστάσεων και εκτίμησε ότι δεν επηρεάζουν τη λειτουργία του έργου, ο προβαλλόμενος με την πρώτη αίτηση λόγος, κατά τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη ότι ο χώρος ανέγερσης των επίδικων εγκαταστάσεων αποτελεί τμήμα της οριοθετημένης ως επικίνδυνης περιοχής του πεδίου βολής της 10ης Ταξιαρχίας Πεζικού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (πρβλ. ΣΕ 3610/2002 Ολομ., σκ. 12), ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της σχετικής κρίσεως της Διοικήσεως είναι απαράδεκτη.
- Επειδή, με την πρώτη αίτηση και το από 12.2.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι μη νομίμως η μ.π.ε. δεν εκτιμά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου από την ύπαρξη κοιτασμάτων ουρανίου στην περιοχή, δηλαδή ραδιενεργού υλικού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι στην περιοχή εκτελέσεως του έργου εντοπίστηκαν κοιτάσματα ουρανίου.
- Επειδή, αντικείμενο της προσβαλλόμενης πράξεως είναι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων χ.υ.τ.υ., και συνοδευτικών εγκαταστάσεων διαλογής ανακυκλώσιμων υλικών και επεξεργασίας απορριμμάτων, όχι δε άλλων εγκαταστάσεων, όπως του σταθμού μεταφόρτωσης απορριμμάτων Ν. Ζίχνης, ο οποίος προβλέπεται στον περιφερειακό σχεδιασμό διαχείρισης αποβλήτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και οι περιβαλλοντικοί όροι του οποίου εγκρίθηκαν με την 2587/23.7.2003 απόφαση του Νομάρχη Σερρών, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί. Επομένως αβασίμως προβάλλεται με τα δικόγραφα προσθέτων λόγων της πρώτης αιτήσεως ότι η προσβαλλομένη είναι πλημμελής διότι η μ.π.ε. δεν ερεύνησε τις επιπτώσεις από την τυχόν αδυναμία λειτουργίας του ανωτέρω σταθμού μεταφόρτωσης, ενώ η παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της νομιμότητας του περιφερειακού σχεδιασμού ως προς το ζήτημα αυτό είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη.
- Επειδή, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης κ.υ.α. ουδόλως επηρεάζεται από το ότι στο προοίμιό της μνημονεύεται απλώς, για λόγους πληρότητας παραθέσεως του ιστορικού της υποθέσεως, η ακυρωθείσα 4797/13.8.2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, και συνεπώς ο αντίθετος λόγος ακυρώσεως, που προβάλλεται με την πρώτη αίτηση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, από καμία διάταξη δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την έκδοση πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών χ.υ.τ.υ. η προηγούμενη εξασφάλιση της αναγκαίας εκτάσεως για την κατασκευή του έργου. Αντιθέτως, στη διάταξη του άρθρου 3 παράγρ. 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (Α΄ 17), ορίζεται ότι «1. Για την έκδοση απόφασης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απαιτούνται: α) …, β) …, γ) τήρηση των διαδικασιών για τη χωροθέτηση του έργου, που προβλέπονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το ν. 1650/1986 και την κ.υ.α. 69269/5387/ 25.10.1990 (ΦΕΚ 67 Β΄), όπως ισχύουν κάθε φορά, εφόσον το έργο για το οποίο θα κηρυχθεί απαλλοτρίωση περιλαμβάνεται μεταξύ των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές. Η τήρηση των διαδικασιών αυτών μπορεί να παραλείπεται όταν η συγκεκριμένη θέση του έργου έχει ήδη ειδικά προβλεφθεί σε κείμενο ευρύτερου χωροταξικού ή πολεοδομικού σχεδιασμού.» Επομένως αβασίμως προβάλλεται με το από 20.4.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι η προσβαλλομένη είναι μη νόμιμη διότι δεν εξασφαλίσθηκε προηγουμένως η απόκτηση 153,3 στρεμμάτων ιδιωτικών εκτάσεων αναγκαίων για τη δημιουργία του έργου με την αναγκαστική απαλλοτρίωσή τους και την καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως (πρβλ. ΣΕ 3446/1998 Ολομ. σκ. 7). Αβασίμως επίσης προβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο ότι ελλείπει νόμιμη προϋπόθεση εκδόσεως της προσβαλλομένης εκ του ότι η προηγηθείσα Π.Υ.Σ. 15/25.5.2005 (Α΄ 124) περί παραχωρήσεως 637,8 στρ. για την κατασκευή του έργου είναι ανίσχυρη ως αφορώσα χ.υ.τ.α. και όχι χ.υ.τ.υ, κατά παράβαση των κριθέντων με την ακυρωτική απόφαση 2954/2005, δεδομένου αφενός ότι, όπως προεκτέθηκε, η απόκτηση της ανωτέρω εκτάσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της προσβαλλομένης, και αφετέρου ότι με την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου ακυρώθηκε η αρχική πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για πλημμέλεια της ίδιας αυτής πράξης και όχι της εν λόγω Π.Υ.Σ. που εκδόθηκε μεταγενεστέρως, εν πάση δε περιπτώσει η Π.Υ.Σ. αυτή περί παραχωρήσεως, ως ατομική πράξη, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως. Τέλος οι προβαλλόμενοι με το από 20.4.2010 πρόσθετο δικόγραφο λόγοι, με τους οποίους αμφισβητείται ευθέως από διάφορες απόψεις η νομιμότητα της εν λόγω Π.Υ.Σ., είναι απαράδεκτοι, διότι με το δικόγραφο προσθέτων λόγων δεν επιτρέπεται η διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης (ΣΕ 1169/2011 σκ. 6 κ.ά.).
- Επειδή, οι τεχνικές εκθέσεις και τα πραγματικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αιτούντες προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους και τα οποία είναι μεταγενέστερα της προσβαλλομένης ή δεν υποβλήθηκαν προηγουμένως στη Διοίκηση, δεν είναι ληπτέα υπόψη ως απαραδέκτως προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Επειδή, επομένως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις.






