ΣτΕ 1437*/2016 [Αυθαίρετη εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας]
Περίληψη
-Η χορήγηση της πολεοδομικής εγκρίσεως προϋποθέτει αφ’ ενός την χορήγηση άδειας από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από την ΕΕΤΤ και αφ’ ετέρου για την εγκατάσταση κεραίας ακίνητης τηλεφωνίας την έκδοση αποφάσεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, δεδομένου, άλλωστε, ότι με την πρώτη από τις πράξεις αυτές προσδιορίζεται η θέση στην οποία επιτρέπεται η εγκατάσταση της κεραίας, ενώ με τη δεύτερη ορίζονται, κατ’ εκτίμηση και αξιολόγηση της σχετικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή της περιβαλλοντικής εκθέσεως, οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η εγκατάσταση της κεραίας, οι όροι δε αυτοί ενδέχεται να αφορούν ή να επηρεάζουν, πλην άλλων, το είδος και την διαμόρφωση και των δομικών κατασκευών. Εξ άλλου, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η νομιμοποίηση αυθαιρέτων δομικών κατασκευών κεραίας κατ’ επίκληση των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 και των επιτρεπομένων από τις διατάξεις αυτές δομικών κατασκευών, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ., χωρεί υπό τις αυτές προϋποθέσεις, ήτοι, εφ’ όσον έχουν εκδοθεί η άδεια του ανωτέρω Υπουργού ή της Ε.Ε.Τ.Τ. και η απόφαση εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων.
-Για το χαρακτηρισμό της εγκαταστάσεως της επιμάχου κεραίας ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέας και την επιβολή των κατά τον νόμο προστίμων με έκθεση αυτοψίας, αρκούσε η διαπίστωση ότι η κεραία είχε τοποθετηθεί χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί η αναγκαία προς τούτο έγκριση δομικών κατασκευών, μη απαιτούμενης κρίσεως περί του αν παραβιάζονται ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, αφ’ ετέρου δε, η κατά το άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ./1985 νομιμοποίηση των άνευ αδείας δομικών κατασκευών για την εγκατάσταση της εν λόγω κεραίας προϋπέθετε την ύπαρξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, την οποία δε διέθετε η επίμαχη εγκατάσταση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβληθείσα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου απόφαση της ως άνω Επιτροπής αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, η δε περί του αντιθέτου κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως παρίσταται πλημμελής, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο εφέσεως. Εξ άλλου, η μνεία στο κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως υπόμνημα και η προσκομιδή υπό της εφεσιβλήτου εταιρείας της μετέπειτα εκδοθείσης αποφάσεως του Περιφερειάρχου Αττικής, περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων της εγκαταστάσεως της επιδίκου κεραίας, ουδεμίαν ασκεί επιρροή επί του αντικειμένου της παρούσης δίκης, δεδομένου ότι, πάντως η επίδικη εγκατάσταση δεν διέθετε έγκριση δομικών κατασκευών.
*Συναφής η ΣτΕ 4380/2016
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Ρ. Γιαννουλάτου
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την έφεση αυτήν ζητείται η εξαφάνιση της 3120/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της εφεσιβλήτου εταιρείας κατά της 54/18.04.2005 αποφάσεως της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διευθύνσεως Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της εκκαλούσης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως. Με την απόφαση αυτήν είχε απορριφθεί ένσταση της εφεσιβλήτου κατά της από 22.02.2005 εκθέσεως αυτοψίας της ιδίας Υπηρεσίας, με την οποία, δυνάμει των διατάξεων του
πδ 267/1998 είχε χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετη η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας στο δώμα του, ευρισκομένου στην συμβολή των οδών Εθνικής Αντιστάσεως και Φλέμινγκ, στην περιοχή της Ραφήνας Αττικής, κτιρίου του ΟΤΕ και είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυτής. - Επειδή, την δίκη, υπό το προεκτεθέν αντικείμενο, νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, ως ενεργητικώς νομιμοποιούμενος, αντί της Περιφερείας Αττικής, διαδόχου της καταργηθείσης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής, ο
Δήμος Παλλήνης [άρθρα 3 παράγραφοι 1 και 3 περ. θ΄, 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), σε συνδυασμό προς τις
διατάξεις του άρθρου 283 παρ. 2 του ιδίου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικατεστάθη με το άρθρο 6 παρ. 13 του
ν. 4071/2012 (Α΄ 85) και άρθρο 1 της, κυρωθείσης με το άρθρο 1 του
ν. 4147/2013 (Α΄ 98), από 31.12.2012 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου] (βλ. το 8058/28.08.2012 έγγραφο του Δημάρχου Ραφήνας-Πικερμίου, με το οποίο βεβαιώνεται ότι εν σχέσει με την άσκηση των πολεοδομικών αρμοδιοτήτων ο ανωτέρω Δήμος υποστηρίζεται από τον Δήμο Παλλήνης). - Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24α παρ. 1 του
ν. 2075/1992 (Α΄ 129), όπως το άρθρο αυτό προσετέθη με το άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88), ετροποποιήθη με τα άρθρα 34 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137) και 5 του ν. 2181/1994 (Α΄ 10) και διετηρήθη σε ισχύ με τα άρθρα πέμπτο παρ. 3 περ. Β και έκτο του ν. 2246/1994 (Α΄ 172), για την εγκατάσταση κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά και ειδικότερα σε περιοχές εντός σχεδίων πόλεων και οικισμών, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών (ήδη από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων [ΕΕΤΤ], άρθρα 3 παρ. 14 εδάφιο κ΄ και 16 του ν. 2867/2000, Α΄ 273).
Εξ άλλου, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας απαιτείται, όπως έχει κριθεί [ΣΕ 1264/2005 (Ολ). Βλ. και
ΣΕ 847-850/2014, 3102/2014, 4635-4638/2011, 3921-3922/2007)], πλην άλλων, η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, χορηγουμένη από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας (άρθρο 31 παρ. 17 του ν. 3431/2006, Α΄ 13), αρχικώς, βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του ν. 1650/1986
(Α΄ 160) και της κυα 69269/5387/1990 (Β΄ 678) και, ακολούθως, βάσει των διατάξεων του ν. 1650/1986, όπως ετροποποιήθη με τον ν. 3010/2002
(Α΄ 91), και της κυα 15393/2332/2002 (Β΄ 1022). Κατά την διαδικασία της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων εξετάζονται, μεταξύ άλλων, με σκοπό την προστασία του πληθυσμού αλλά και την διαφύλαξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, όλα τα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν από τις ιδιαιτερότητες της θέσεως όπου πρόκειται να λειτουργήσει η κεραία και ιδίως οι αναμενόμενες, εν όψει των χαρακτηριστικών της θέσεως αυτής και του είδους των εγκαταστάσεων, επιπτώσεις της λειτουργίας της κεραίας στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, καθώς και οι τρόποι αντιμετωπίσεως των επιπτώσεων αυτών. Τέλος, η έγκριση των αναγκαίων για την εγκατάσταση της κεραίας δομικών κατασκευών χορηγείται από την αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία και ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια (βλ. ΣΕ 850, 3102/2014). Όμως, οι έχουσες πολεοδομικό χαρακτήρα ρυθμίσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής άνευ της συνδρομής και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσουν οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, διότι, κατά τον σκοπό του νόμου, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν εντάσσονται στις πολεοδομικές διατάξεις του ΓΟΚ που διέπουν εν γένει την ανέγερση κτισμάτων και κατασκευών, αλλά συνθέτουν, από κοινού με τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 24α του
ν. 2075/1992, ειδική διαδικασία προκειμένου να επιτραπεί η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας και αποτελούν το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής. Ως εκ τούτου, η χορήγηση της πολεοδομικής εγκρίσεως προϋποθέτει αφ’ ενός την χορήγηση αδείας από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από την ΕΕΤΤ και αφ’ ετέρου την έκδοση αποφάσεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, δεδομένου, άλλωστε, ότι με την πρώτη από τις πράξεις αυτές προσδιορίζεται η θέση στην οποία επιτρέπεται η εγκατάσταση της κεραίας, ενώ με τη δεύτερη ορίζονται,
κατ’ εκτίμηση και αξιολόγηση της σχετικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή της περιβαλλοντικής εκθέσεως, οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η εγκατάσταση της κεραίας, οι όροι δε αυτοί ενδέχεται να αφορούν ή να επηρεάζουν, πλην άλλων, το είδος και την διαμόρφωση και των δομικών κατασκευών. Εξ άλλου, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η νομιμοποίηση αυθαιρέτων δομικών κατασκευών κεραίας κατ’ επίκληση των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 και των επιτρεπομένων από τις διατάξεις αυτές δομικών κατασκευών, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ., χωρεί υπό τις αυτές προϋποθέσεις, ήτοι, εφ’ όσον έχουν εκδοθεί η άδεια του ανωτέρω Υπουργού ή της Ε.Ε.Τ.Τ. και η απόφαση εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων (βλ. ΣτΕ 4635–4638/2011, 847–850/2014, 3102/2014). - Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί [ΣΕ1056-1057/2012 (7μ), 847-850/2014, 3102/2014)], από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 31 του προαναφερθέντος ν. 3431/2006 συνάγεται ότι η ρύθμιση της παραγράφου 19 αυτού, με την οποία παρέχεται η δυνατότης εκ των υστέρων περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως για τους υφισταμένους άνευ αυτής, κατά την έναρξη ισχύος του, σταθμούς καταλαμβάνει εκείνους, οι οποίοι είχαν κατά τα λοιπά αδειοδοτηθεί έως την δημοσίευση της, εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 3010/2002, κυα 15393/2002, με την οποία για πρώτη φορά προεβλέφθη ρητώς ότι η συγκεκριμένη δραστηριότης υπόκειται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση, δηλαδή διέθεταν τις απαιτούμενες από το ισχύον κατά τον χρόνο εκδόσεως των σχετικών πράξεων καθεστώς λοιπές εγκρίσεις [την έγκριση του Υπουργού Μεταφορών ή της ΕΕΤΤ, την προβλεφθείσα με την κυα 53571/3839/2000 (Β΄ 1105) για την εφαρμογή μέτρων προφυλάξεως του κοινού έγκριση της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας [ΕΕΑΕ], καθώς και την έγκριση για την εκτέλεση δομικών εργασιών]. Και τούτο διότι με την ανωτέρω ρύθμιση δεν αποσκοπείται η νομιμοποίηση σταθμών, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί παρανόμως και για τους οποίους δεν είχαν εγκριθεί περιβαλλοντικοί όροι έως την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων, αλλά μόνον η δυνατότης να καλυφθεί η έλλειψη αυτή (της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων) για τους σταθμούς εκείνους οι οποίοι, κατόπιν της λήψεως των υπολοίπων αδειών είχαν εγκατασταθεί υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο δεν απαιτείτο η παραπάνω προϋπόθεση.
- Επειδή, εξ άλλου, το άρθρο 22 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού [ΓΟΚ/1985] (ν. 1577/1985, Α΄ 210) ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι, για την εκτέλεση οιασδήποτε εργασίας δομήσεως εντός ή εκτός οικισμού, απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμοδίου πολεοδομικής υπηρεσίας, στην δε παράγραφο 3, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την τροποποίησή της με τα άρθρα 19 παρ. 3 του ν. 2831/2000 (Α΄ 140) και 8 παρ. 4 του ν. 3044/2002 (Α΄ 197), προβλέπει τα εξής: “Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας… ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας… Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει… Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής αδείας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου. Στην περίπτωση αυτήν, η αναθεώρηση πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών από τον υπόχρεο…”. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του πδ 267/1998
(Α΄ 195), όπως ισχύει μετά την δημοσίευση του ν. 3212/2003 (Α΄ 308), προκύπτει ότι για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαιρέτου θεσπίζεται διοικητική διαδικασία, η οποία ολοκληρώνεται με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 4 του εν λόγω διατάγματος, εκδιδομένη κατόπιν ενδικοφανούς προσφυγής (ενστάσεως) του ενδιαφερομένου κατά της προβλεπομένης στο άρθρο 1 εκθέσεως αυτοψίας. Ειδικότερα, στις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 4 του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι: “1. Κατά της έκθεσης αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος… 4. Η ένσταση εξετάζεται από τετραμελή επιτροπή… Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης, με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και υπογράφεται από τα μέλη και τον γραμματέα της… Η απόφαση της επιτροπής είναι οριστική…”. - Επειδή, όπως έχει κριθεί [πρβλ. ΣΕ 1594-1595/2014 (7μ), 3098/2014] κατά την έννοια των διατάξεων που έχουν παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη, για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέας και την επιβολή των κατά τον νόμον προστίμων με έκθεση αυτοψίας εκδιδομένη κατά τις διατάξεις αυτές, αρκεί η διαπίστωση ότι η κατασκευή έχει εκτελεσθεί χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβασιν εκδοθείσης αδείας ή βάσει ανακληθείσης ή ακυρωθείσης με δικαστική απόφαση αδείας, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση ότι πρόκειται για κατασκευή, με την οποία παραβιάζονται πολεοδομικές διατάξεις. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχει μία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις αλλά δεν παραβιάζονται οι ισχύοντες όροι δομήσεως ή περιορισμοί χρήσεως ούτε άλλη ουσιαστική πολεοδομική διάταξη, δεν απαιτείται κατά την ανωτέρω ρύθμιση, ως τύπος για την έκδοση της εκθέσεως αυτοψίας, να ειδοποιείται ο ενδιαφερόμενος να μεριμνήσει για την έκδοση της οικείας οικοδομικής αδείας ή την αναθεώρηση τυχόν υφισταμένης. Δεν αποκλείεται
πάντως, στην περίπτωση αυτήν να υποβληθεί, με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου, αίτηση για την έκδοση ή την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, με σκοπό τη νομιμοποίηση της κατασκευής, τόσο προ της εκδόσεως εκθέσεως αυτοψίας όσο και μετά την έκδοση αυτής, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την άσκηση ενστάσεως κατά της εκθέσεως αυτοψίας, οπότε η εκτέλεση της εκθέσεως κατά το μέρος που αφορά την κατεδάφιση αναστέλλεται κατά το διάστημα που κατά τον νόμο απαιτείται για την έκδοση ή αναθεώρηση της αδείας, εφόσον δε εκδοθεί ή αναθεωρηθεί η σχετική άδεια, η έκθεση αυτοψίας δεν δύναται πλέον να εκτελεσθεί κατά το μέρος αυτό. Κατ’ εξαίρεση, έγγραφη ειδοποίηση του ενδιαφερομένου ως προϋπόθεση εκδόσεως εκθέσεως αυτοψίας απαιτείται μόνον για κατασκευές για την νομιμοποίηση των οποίων απαιτείται αναθεώρηση ισχυούσης οικοδομικής αδείας, εφ’ όσον έχουν τηρηθεί βάσει της αδείας αυτής τα προβλεπόμενα περιγράμματα και συντελεστές δομήσεως και όγκου. - Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22.02.2005 έκθεση αυτοψίας αρμοδίου υπαλλήλου της Διευθύνσεως Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Ανατολικής Αττικής εχαρακτηρίσθη αυθαίρετη και κατεδαφιστέα η εγκατάσταση, από την εφεσίβλητο εταιρεία, κεραίας κινητής τηλεφωνίας “χωρίς άδεια, κατά παράβαση του Ν. 1337/83 & του άρθρου 22 του ΓΟΚ/85”, στην προαναφερθείσα θέση και επεβλήθησαν τα πρόστιμα ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυτής. Επί ενστάσεως της εφεσιβλήτου εταιρείας κατά της ανωτέρω εκθέσεως αυτοψίας εξεδόθη η από 18.04.2005 απόφαση της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων της ιδίας ως άνω Υπηρεσίας, με την οποίαν η ένσταση απερρίφθη, καθ’ ο μέρος εστρέφετο κατά του χαρακτηρισμού ως αυθαιρέτου της εγκαταστάσεως της κεραίας, με την αιτιολογία ότι η ως άνω εγκατάσταση έγινε “χωρίς πολεοδομική έγκριση”, έγινε δε εν μέρει δεκτή ως προς τα επιβληθέντα πρόστιμα. Αίτηση ακυρώσεως της εφεσιβλήτου κατά του απορριπτικού κεφαλαίου της ως άνω αποφάσεως έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο αφού εδέχθη ότι, κατά την έννοια των ισχυουσών κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεων του άρθρου 24α του ν. 2075/1992, για την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις περί αυθαιρέτων διατάξεις του ΓΟΚ/1985 (άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 3, όπως η παράγραφος 3 ετροποποιήθη με το άρθρο 19 παρ. 3 του
ν. 2831/2000), “η πολεοδομική αρχή, προκειμένου να διατάξει την κατεδάφιση αυθαίρετης δομικής κατασκευής για την τοποθέτηση
κεραίας κινητής τηλεφωνίας, ερευνά αν έχει χορηγηθεί η κατά τις
ανωτέρω διατάξεις αναγκαία έγκριση του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών… [ήδη ΕΕΤΤ], για την εγκατάσταση της κεραίας, καθώς και αν με την επίμαχη κατασκευή παραβιάζονται οι ισχύουσες ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής…[και ότι] η αρμόδια πολεοδομική αρχή, αν κρίνει, το πρώτον ή κατόπιν σχετικής ένστασης, ότι η εν λόγω κατασκευή δεν αντίκειται στις ως άνω ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, οφείλει, πριν κηρύξει την κατασκευή ως κατεδαφιστέα, να ειδοποιήσει τον ενδιαφερόμενο προς υποβολή των αναγκαίων στοιχείων για την έκδοση ή την αναθεώρηση οικοδομικής άδειας”, έκρινε ότι η προσβληθείσα ενώπιόν του απόφαση της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων με την οποία απερρίφθη, κατά τα ανωτέρω, η ένσταση της εφεσιβλήτου εταιρείας ήτο πλημμελώς αιτιολογημένη διότι δεν απήντησε στον προβληθέντα υπ’ αυτής ουσιώδη ισχυρισμό ότι “η αυθαίρετη κατασκευή δεν παραβιάζει τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, γιατί τοποθετήθηκε σε νομίμως υφιστάμενο κτίσμα… και μπορούσε να νομιμοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 (παρ.3) του ΓΟΚ”, αλλά την απέρριψε, αποκλειστικώς,
λόγω της ελλείψεως πολεοδομικής εγκρίσεως, χωρίς να ερευνήσει, ως ώφειλε, “αν είχε προηγηθεί η έγκριση του Υπουργείου Μεταφορών
για την εγκατάσταση της κεραίας και αν η επίδικη κατασκευή
παραβίαζε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις… και… αν μπορούσε να νομιμοποιηθεί… οι τυχόν [δε] ελλείψεις εγκρίσεων άλλων αρχών (πχ έγκρισης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων) που εμποδίζουν τη χορήγηση πολεοδομικής έγκρισης και κατά συνέπεια τη νομιμοποίηση της επίδικης κατασκευής, θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της… απόφασης, ως απάντηση επί του… ισχυρισμού περί της δυνατότητας νομιμοποίησης.”. - Επειδή, υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα και εν όψει των γενομένων δεκτών στις προηγούμενες σκέψεις, ο προβληθείς υπό της εφεσιβλήτου, ενώπιον της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων, προπαρατεθείς ισχυρισμός δεν ήτο ουσιώδης. Και τούτο διότι, αφ’ ενός μεν, για τον χαρακτηρισμό της εγκαταστάσεως της επιμάχου κεραίας ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέας και την επιβολή των κατά τον νόμο προστίμων, με την από 22.05.2005 έκθεση αυτοψίας, αρκούσε η διαπίστωση ότι η κεραία είχε τοποθετηθεί χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί η αναγκαία προς τούτο έγκριση δομικών κατασκευών, μη απαιτουμένης κρίσεως περί του αν παραβιάζονται ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, αφ’ ετέρου δε, η κατά το άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ./1985 νομιμοποίηση των άνευ αδείας δομικών κατασκευών για την εγκατάσταση της εν λόγω κεραίας προϋπέθετε την ύπαρξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, την οποία δεν διέθετε η επίμαχη εγκατάσταση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβληθείσα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου απόφαση της ως άνω Επιτροπής αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, η δε περί του αντιθέτου κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως παρίσταται πλημμελής, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο εφέσεως. Εξ άλλου, εν όψει των γενομένων δεκτών στην πέμπτη σκέψη, η μνεία στο κατατεθέν μετά την συζήτηση της υποθέσεως υπόμνημα και η προσκομιδή υπό της εφεσιβλήτου εταιρείας της μετέπειτα εκδοθείσης 66970/12/30.11.2012 αποφάσεως του Περιφερειάρχου Αττικής, περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων της εγκαταστάσεως της επιδίκου κεραίας, ουδεμίαν ασκεί επιρροή επί του αντικειμένου της παρούσης δίκης, δεδομένου ότι, πάντως, η επίδικη εγκατάσταση δεν διέθετε έγκριση δομικών κατασκευών.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
- Επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, το Δικαστήριο χωρεί στην εξέταση της αιτήσεως ακυρώσεως, συμφώνως προς το άρθρο 64 του πδ 18/1989 (Α΄8).
- Επειδή, υπό τα δεδομένα του ιστορικού της υποθέσεως και εν όψει των γενομένων δεκτών επί της εφέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής Κρίσεως Ενστάσεων Αυθαιρέτων παρίσταται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αιτούσης εταιρείας, καθώς και της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως στο σύνολό της.






