ΣτΕ 1010/2016 [Αιτιολογία κρίσης περί κοινοχρησίας πολεοδομικά δεσμευμένου ακινήτου]
Περίληψη
-Δεν αιτιολογείται νομίμως η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης. Το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει κρίση για το αν υφίσταται ή όχι εν προκειμένω ανοχή του αιτούντος Δήμου για τη θέση σε κοινή χρήση του ακινήτου του, όφειλε να προβεί σε εκτίμηση όλων των προβληθέντων κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του. Εν προκειμένω, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί κοινοχρησίας του επίμαχου ακινήτου με την ανοχή του Δήμου Αθηναίων στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα από το Δήμο Καλλιθέας στοιχεία τα οποία μνημονεύονται σε αυτήν. Το διαλαμβανόμενο, όμως, στην προηγούμενη σκέψη από 11.3.1987 έγγραφο του Δημάρχου Καλλιθέας προς τον Δήμαρχο Αθηναίων, που αναφέρεται στα από 7.2.2006 και 7.5.2007 υπομνήματα που κατέθεσε ο Δήμος Αθηναίων, προ της συζητήσεως, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, καίτοι ως εκ του περιεχομένου του, το οποίο αναφέρεται στα ως άνω υπομνήματα, ήταν κρίσιμο για την διαμόρφωση της κρίσης περί του αν υπήρχε, εν προκειμένω, ανοχή του Δήμου Αθηναίων και δη για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ελήφθη υπόψιν από το δικάσαν δικαστήριο.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Ν.Γκορτζολίδου
Δικηγόροι: Στ. Μπεζαντές, Στ. Καλαμπαλίκη, Αικ. Ραπτοπούλου, Ειρ. Χαλκιαδάκη
Βασικές Σκέψεις
1.Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 1577/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων και ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί με την 17496/4/20.5.1993 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά σε ακίνητο φερόμενο ως ανήκον σε αυτόν, εμβαδού 1.973 τ.μ., ευρισκόμενο στο οικοδομικό τετράγωνο 296 του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του αναιρεσιβλήτου Δήμου Καλλιθέας.
2.Επειδή, στο άρθρο 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (Α’ 17) και, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ίδιου νόμου, ισχύει από 7.5.2001, ορίζεται ότι: «1. Η αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση δύναται με απόφασή της να την ανακαλέσει, ολικώς ή μερικώς, πριν συντελεστεί, τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 1 για την κήρυξη αυτής. 2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξη της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθοριστεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης [.]. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, ανάπτυξη οικιστικών περιοχών και για αρχαιολογικούς σκοπούς. 3. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη. 5 […] 6 […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 29 του ως άνω Κ.Α.Α.Α. ορίζεται ότι: «1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των απαλλοτριώσεων που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του και εφεξής. 2. Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνον οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος. 3. […] 5. Απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων και ανάπτυξη οικιστικών περιοχών που κηρύχθηκαν οποτεδήποτε μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα διέπονται, κατά την έκταση που ορίζεται από την παράγραφο 2 από τις διατάξεις του Κώδικα τούτου, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ορίζονται από τις διατάξεις αυτές. 6 [.] 8. Με την επιφύλαξη των οριζομένων από τις λοιπές διατάξεις του παρόντος Κώδικα, από την έναρξη ισχύος αυτού καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αφορά θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν ή αντίκειται στις διατάξεις τούτου. Κάθε παραπομπή στον α.ν. 1731/1939 ή στο ν.δ. 797/1971 ή γενικά στη νομοθεσία περί απαλλοτριώσεων νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις τούτου. 9 […]».
3.Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 11 του Κ.Α.Α.Α., από τις οποίες διέπεται η παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η αίτηση άρσεως της επίμαχης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως υποβλήθηκε και η απόρριψή της στοιχειοθετήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του (πρβλ. ΣτΕ 251/2015, κ.ά.), δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Και αυτές, όμως, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με τον νόμο, επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς την συνταγματική προστασία της. Περαιτέρω, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η διοικητική διαδικασία ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσης απαλλοτρίωσης ακινήτου, αποβλέπουσα στην προστασία της ιδιοκτησίας από επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το, κατά το Σύνταγμα, ανεκτό όριο, κινείται, καταρχήν, από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, υπέρ του οποίου και τάσσεται. Συνεπώς, ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου απράκτων των κατά νόμο χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει με την προς τη Διοίκηση αίτησή του να υποβάλλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά, τυχόν, υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου, άγουν στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος ο αιτών φέρεται, καταρχήν, ως κύριος του αντιστοίχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή της σχετικής αίτησης προς τη Διοίκηση. Σε περίπτωση δε, κατά την οποία δεν προκύπτει σαφώς ή αμφισβητείται η κυριότητα του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα επί του ζητήματος κρίση, ελεγκτή, περαιτέρω, ως προς τη νομιμότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υποθέσεως διοικητικό δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το τελευταίο αυτό δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της νόμιμης υποχρέωσής του για την αυτεπάγγελτη έρευνα του εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, να εξετάζει εάν, με βάση τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ή υφιστάμενα στο φάκελο της Διοίκησης στοιχεία, αυτός φέρεται ως κύριος του επίμαχου ακινήτου, κατά συνεκτίμηση και των αντιστοίχων, καταλλήλως τεκμηριουμένων, τυχόν αντιθέτων ισχυρισμών των λοιπών διαδίκων (ΣτΕ 2924/2012 πρβλ. ΣτΕ 3627/2007 κ.α.).
4.Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 (Α’ 33) [βλ. άρθρο 415 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας]: «Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση ιδιωτικά ακίνητα, εφόσον αυτά προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, με την προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχήν του ιδιοκτήτη. Για τη μετάθεση συνεπώς της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διαθέσεως του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να υπάρχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (πρβλ. ΣτΕ 744/1987 Ολομ., 2924/2012, 497/2013, 4629/2013).
5.Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με την 17496/4/20.5.1993 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά «Έγκριση της ειδικής Πολεοδομικής Μελέτης Αναθεώρησης του Ρυμοτομικού Σχεδίου του Δήμου Καλλιθέας» (Δ’ 656/14.6.1993) χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστο, ακίνητο εκτάσεως 1.973 τ.μ. που βρίσκεται στην οδό Κέκροπος αρ. 49 του Δήμου Καλλιθέας και ανήκει στο Ο.Τ. 296. Το συγκεκριμένο πιο πάνω ακίνητο (οικόπεδο) περιήλθε στον αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων ως κληροδότημα από το Γεώργιο Διαμαντόπουλο με την 3652/31.3.1907 διαθήκη αυτού, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Τόμο 65/1907, σε συνδυασμό με το 2832/1970 συμβόλαιο εκούσιας διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Απόστολου Παρλιάρου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλλιθέας στον Τόμο ΠΒ με α.α. 485. Στις 18.11.2004 επιδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών – Πειραιώς και προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αντίστοιχες αιτήσεις με τις οποίες ζήτησε την άρση του ρυμοτομικού βάρους που επιβλήθηκε και στο πιο πάνω ακίνητο του με την ανωτέρω από 14.6.1993 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά, δεδομένου ότι δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση και το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει (δώδεκα περίπου έτη) από την κήρυξη της, υπερέβαινε τον εύλογο προς τούτο χρόνο. Η Διοίκηση απέρριψε τις αιτήσεις αυτές σιωπηρώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την επίδοση αυτών. Κατά της σιωπηρής αυτής αρνήσεως ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με αυτήν υποστήριξε ότι εφόσον το ένδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε με την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Πειραιά ως κοινόχρηστος χώρος και η Διοίκηση δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως αν και έχουν παρέλθει από το χρόνο επιβολής της δώδεκα περίπου έτη, ο χαρακτηρισμός αυτός καθίσταται πλέον οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας του που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας. Το δικάσαν Πρωτοδικείο, αφού ερμήνευσε το ασκηθέν ένδικο βοήθημα ως προσφυγή, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 1577/2007 απόφασή του ερμηνεύοντας τις διατάξεις του αρ. 11 του Ν. 2882/2001 και 28 του Ν. 1337/1983 και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο ακίνητο κηρύχθηκε με την 17496/4/20.5.1993 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά απαλλοτριωτέο καθόσον χαρακτηρίσθηκε ως κοινόχρηστος χώρος – δημοτικός κήπος, το ίδιο αυτό ακίνητο, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα , με σχετικό υπόμνημα, από τον Δήμο Καλλιθέας στοιχεία, δόθηκε από το έτος 1985 στην κοινή χρήση με τη δενδροφύτευσή του από το Δήμο Καλλιθέας, ενώ, ο αναιρεσείων Δήμος δεν αντιτάχθηκε στην πραγματική αυτή κατάσταση πριν το έτος 2000, οπότε και εξέδωσε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, δέχθηκε ότι επί του ακινήτου αυτού διαμορφώθηκε πραγματική κατάσταση κοινοχρησίας, η οποία διατηρήθηκε με την ανοχή του ιδιοκτήτη για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών (από το έτος 1985 έως το έτος 2000) το οποίο, ενόψει της φύσης του νομικού προσώπου του ιδιοκτήτου, εν προκειμένω, Δήμος, ο οποίος διαθέτει νομική υπηρεσία και υλικοτεχνική υποδομή να παρακολουθεί τις υποθέσεις του, είναι μακρό». Έκρινε δε, περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο ότι ενόψει της πραγματικής αυτής κατάστασης και της ανοχής του Δήμου έχει λάβει χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 1337/1983, μετάθεση της κυριότητας του ένδικου ακινήτου υπέρ του Δήμου Καλλιθέας, χωρίς να οφείλεται αποζημίωση.
6.Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι σε περίπτωση παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει πράξη περί συνδρομής προϋποθέσεων άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης το δικαστήριο ελέγχει μόνο αν η απαλλοτρίωση διατηρήθηκε για διάστημα πέραν του ευλόγου χρόνου χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η συντέλεση της, και σε καταφατική περίπτωση αναπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια υπηρεσία «προκειμένου να κρίνει αυτή αν συντρέχουν οι λοιπές προυποθέσεις άρσης της απαλλοτρίωσης, όπως αυτές του άρθρου 28 Ν. 1337/1983». Συνεπώς, καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε το πρώτον ότι στο εν λόγω οικόπεδο έχει διαμορφωθεί πραγματική κατάσταση κοινοχρησίας με ανοχή του ιδιοκτήτη και έχει μετατεθεί η κυριότητα στον Δήμο Καλλιθέας απορρίπτοντας για τον λόγο αυτό την προσφυγή.
7.Επειδή, ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 3, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι το δικαστήριο, στο πλαίσιο της έρευνας των προϋποθέσεων άρσης της επίμαχης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όφειλε να εξετάσει τον πολεοδομικό χαρακτήρα του ακινήτου και αν ο αιτών φέρεται ως κύριος του επίμαχου ακινήτου, συνεκτιμώντας αντίθετους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους αντιδίκους.
8.Επειδή, περαιτέρω, ο αιτών Δήμος προβάλλει ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο ακίνητο έχει καταστεί, κατά το άρθρο 28 Ν. 1337/1983, κοινόχρηστο με την ανοχή του Δήμου Αθηναίων είναι πλημμελώς αιτιολογημένη διότι δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων κατέληξε στην κρίση αυτή. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η ανωτέρω κρίση δεν είναι νόμιμη διότι το χρονικό διάστημα που αφέθηκε το επίδικο ακίνητο στην κοινή χρήση δεν θεωρείται ικανό να επιφέρει μετάθεση της κυριότητας υπέρ του Δήμο Καλλιθέας και δεν υφίστατο ανοχή του Δήμου Αθηναίων ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης και ειδικότερα του από 11.3.1987 εγγράφου του Δημάρχου Καλλιθέας προς τον Δήμαρχο Αθηναίων στο οποίο αναφέρεται: ‘Ο Δήμος Αθηναίων έχει πέντε (5) οικόπεδα στην Καλλιθέα συνολικής έκτασης 5.786 τ.μ. Αυτά μέχρι σήμερα παραμένουν αναξιοποίητα. Εμείς ζητάμε την έγκρισή σας για να τα διαμορφώσουμε σε χώρους για τα παιδιά και θα είναι στην διάθεσή σας όταν εσείς τα χρειασθείτε. Φυσικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν θα αλλάξει…”.
9.Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν αιτιολογείται νομίμως η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης. Το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει κρίση για το αν υφίσταται ή όχι εν προκειμένω ανοχή του αιτούντος Δήμου για τη θέση σε κοινή χρήση του ακινήτου του, όφειλε να προβεί σε εκτίμηση όλων των προβληθέντων κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του. Εν προκειμένω, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί κοινοχρησίας του επίμαχου ακινήτου με την ανοχή του Δήμου Αθηναίων, στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα από τον Δήμο Καλλιθέας στοιχεία τα οποία μνημονεύονται σε αυτήν. Το διαλαμβανόμενο όμως, στην προηγούμενη σκέψη από 11.3.1987 έγγραφο του Δημάρχου Καλλιθέας προς τον Δήμαρχο Αθηναίων, που αναφέρεται στα από 7.2.2006 και 7.5.2007 υπομνήματα που κατέθεσε ο Δήμος Αθηναίων, προ της συζητήσεως, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, καίτοι ως εκ του περιεχομένου του, το οποίο αναφέρεται στα ως άνω υπομνήματα, ήταν κρίσιμο για την διαμόρφωση της κρίσης περί του αν υπήρχε, εν προκειμένω, ανοχή του Δήμου Αθηναίων και δη για μεγάλο χρονικό διάστημα ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 28 ν. 1337/83, δεν ελήφθη υπόψιν από το δικάσαν δικαστήριο. Συνεπώς, για τον προαναφερόμενο λόγο, που προβάλλεται βασίμως, κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.






