ΣτΕ 585/2016 [Αυθαίρετα κτίσματα στον αιγιαλό και μεταξύ αιγιαλού και παραλίας]
Περίληψη
-Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, αλλά και η από 1.11.2001 έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων που ενσωματώθηκε στην παραπάνω απόφαση, με την οποία χαρακτηρίζονται ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες οι επίμαχες κατασκευές που βρίσκονται, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, εντός του αιγιαλού και της ζώνης παραλίας στη θέση « Σπηλιά Σουσούνη» του οικισμού Φοίνικα Σύρου, αναρμοδίως εκδόθηκε από όργανο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Κυκλάδων, για το λόγο δε αυτόν που προβάλλεται εμμέσως, θα ήταν όμως εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως διότι ανάγεται στην αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.
-Η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.
Πρόεδρος: Κ. Σακελλαροπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Δικηγόροι: Γλ. Σιούτη, Ελ. Μπάλας
Βασικές Σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της
Επικρατείας με την 7/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς σε συμβούλιο, ζητείται η
ακύρωση α) της 36/συν.4/2.4.2003 (απόσπασμα πρακτικού 81/01) απόφασης της Επιτροπής
Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, με την οποία απορρίφθηκε ένσταση της Αγγ. Σουσούνη
κατά της από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτων και β) της ως άνω, από 1.11.2001,
έκθεσης αυτοψίας (που αναφέρεται εκ παραδρομής στο δικόγραφο με ημερομηνία 12.11.2001), με
την οποία χαρακτηρίστηκαν ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες παλαιά ισόγεια κατοικία μεταξύ
αιγιαλού και παραλίας και τουαλέτα εντός του αιγιαλού στη θέση «Σουσούνι» στον οικισμό Φοίνικα
Σύρου και επιβλήθηκαν πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων, ύψους 239.400 δρχ. και
53.200 δρχ., αντίστοιχα.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Ε΄ Τμήματος, στην οποία
παραπέμφθηκε με την 2259/2014 απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση λόγω της
σπουδαιότητας του ζητήματος που ανέκυψε, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989
(Α΄ 8).
4. Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περίπτ. η΄ του ν. 702/1977 (Α΄268), όπως τροποποιήθηκε με το
άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3659/2008 (Α΄77), η εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης μετά την ισχύ του ν.
3900/2010 υπάγεται σε πρώτο βαθμό στην αρμοδιότητα του οικείου Διοικητικού Εφετείου
(Πειραιώς), εφόσον δε η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εν προκειμένω νόμιμος λόγος,
συνιστάμενος στην οικονομία της δίκης, να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση σε πρώτο και
τελευταίο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991, Α΄150 (Σ.τ.Ε.
4/2011 σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, πρβλ. Σ.τ.Ε. 1889/2006 Ολομ. σκ. 10, 1287/2004,
3038/2001, 3193/2000 Ολομ. σκ. 8 κ.ά.).
5. Επειδή, η αιτούσα απεβίωσε μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, τη δίκη δε συνεχίζουν με
δήλωση στο ακροατήριο η Αγγελική και η Θεοδώρα Χριστομάνου που φέρονται, σύμφωνα με τα
προσκομισθέντα στοιχεία, ως κληρονόμοι της αιτούσας.
6. Επειδή, με τον ν. 3852/2010 (Α΄87) συνεστήθησαν, ως οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης
δευτέρου βαθμού, οι περιφέρειες και καταργήθηκαν οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι ενιαίες
νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα (άρθρα 3 και 283 παρ. 2, αντίστοιχα),
μεταφέρθηκαν δε στους οικείους δήμους αρμοδιότητες που προηγουμένως ανήκαν στις
νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις ή σε κρατικά όργανα (άρθρα 94 και 95). Ως προς τις εκκρεμείς δίκες
των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων που καταργήθηκαν, ο ν. 3852/2010 διέλαβε στο άρθρο 283
ειδικές μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες ορίσθηκαν, αρχικώς, τα ακόλουθα: «1. […] 2. […] Οι
εκκρεμείς, κατά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, δίκες των Νομαρχιακών
Αυτοδιοικήσεων, συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να
διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για την κάθε μία από
αυτές […] ». Εν συνεχεία, με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85), η ισχύς του οποίου
άρχισε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 47 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, ήτοι από 11.4.2012, αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της ως άνω παραγράφου 2
του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 και ορίσθηκε ότι «Οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών
Αυτοδιοικήσεων, εκτός από αυτές που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις των πολεοδομικών
γραφείων που συνεχίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα θέματα αυτά, συνεχίζονται,
αυτοδικαίως, από τις ιδρυόμενες περιφέρειες, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική
διαδικαστική πράξη συνέχισης για την καθεμία από αυτές». Από τις παραπάνω διατάξεις της
παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ.
13 του ν. 4071/2012, προκύπτει ότι οι εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων
που έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο πράξεων ή παραλείψεων οργάνων τους, οι οποίες είχαν
εκδοθεί ή συντελεστεί κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας σχετικά με την έκδοση οικοδομικών αδειών,
τον προέλεγχο αυτών, τον έλεγχο των σχετικών μελετών, καθώς και τον έλεγχο και την επιβολή
προστίμων για τις αυθαίρετες κατασκευές σύμφωνα με το π.δ. 267/1998, συνεχίζονται μετά την
11.4.2012, δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 4071/2012, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση από
τους δήμους, οι οποίοι ασκούν τις εν λόγω αρμοδιότητες, από τους ίδιους δε δήμους συνεχίζονται
οι δίκες αυτές και μετά την 1.1.2013, δυνάμει του άρθρου 1 της από 31.12.2012 Πράξης
Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 256), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013 (Α΄ 98),
όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4257/2014, Α´ 93 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4356/2015,
2886/2015, 4779/2014 7μ., 4556/2014 κ.ά.).
7. Επειδή, εν προκειμένω, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της πενταμελούς
συνθέσεως του Ε΄ Τμήματος παρέστη η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου η οποία, σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 όπως ίσχυσαν αρχικώς, συνέχιζε την εκκρεμή
δίκη αντί της καταργηθείσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων. Με την 2259/2014 απόφαση
του Τμήματος η υπόθεση παραπέμφθηκε λόγω σπουδαιότητας στην επταμελή σύνθεση,
αντίγραφο δε της παραπεμπτικής απόφασης επιδόθηκε στην ως άνω Περιφέρεια που είχε
νομίμως παραστεί ως διάδικος (βλ. το από 8.7.2014 αποδεικτικό της επιμελήτριας δικαστηρίων
Ευγενίας Συρίγου-Δεσύπρη). Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, μετά την
ισχύ του ν. 4071/2012 και την τροποποίηση της παραγράφου 2 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010,
σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 της από 31.12.2012 Π.Ν.Π. και τα άρθρα 1 του ν. 4147/2013 και
31 του ν. 4257/2014, η παρούσα δίκη με το προαναφερθέν αντικείμενο συνεχίζεται νομίμως κατά
του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης. Επομένως, η παράσταση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου κατά τη
συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως πρέπει να κηρυχθεί
άκυρη, διότι η ως άνω Περιφέρεια δεν είναι πλέον διάδικος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2886/2015, 2814/2015,
1501/2015, 2349/2013, 1420/2013, 1161/2013, 4461/2012, 4460/2012, 4458/2012). Εξάλλου,
εφόσον η παραπεμπτική απόφαση επιδόθηκε στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, που ήταν διάδικος
κατά τη αρχική συζήτηση της υπόθεσης, ο οικείος δε Δήμος καθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου
διάδικος και συνεχίζει τις σχετικές δίκες, η υπόθεση νομίμως συζητήθηκε αν και δεν παρέστη ο
Δήμος Σύρου-Ερμούπολης.
8. Επειδή, η αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και εμπροθέσμως κατά της απόφασης
36/συν.4/2.4.2003 της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας
και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων. Αντιθέτως, η από 1.11.2001
έκθεση αυτοψίας προσβάλλεται απαραδέκτως, διότι ενσωματώθηκε στην συμπροσβαλλόμενη και
μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων
Αυθαιρέτων (Σ.τ.Ε. 388/2014, 505/2011 7μ. κ.ά.).
9. Επειδή, ο ν. 1337/1983 (Α΄33), στο πλαίσιο των αρχών και κανόνων πολεοδομικού σχεδιασμού
τους οποίους θέσπισε, με τα άρθρα 15 έως 22 ρύθμισε θέματα σχετικά με την τύχη των
αυθαίρετων κατασκευών, προέβη δε σε διαχωρισμό αυτών, ανάλογα με τον χρόνο ανέγερσής
τους, σε παλαιά αυθαίρετα, δηλαδή σε εκείνα που είχαν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και σε νέα
αυθαίρετα, ανεγερθέντα ή ανεγειρόμενα μετά την 31.1.1983. Ειδικότερα, στο άρθρο 15 του νόμου
(άρθρο 386 του από 14.7.1999 π.δ., Δ΄580, – Κ.Β.Π.Ν.), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.
6 και 7 του ν. 1512/1985 (Α΄4) και το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 1772/1988 (Α΄91) ορίζονται τα εξής:
«1. Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983
και που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν
πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που
προβλέπονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου αυτού. Η αναστολή ισχύει μέχρις ότου
κριθεί η οριστική διατήρηση ή μη κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου […] 2. Δεν υπάγονται στις
διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται κατά τις ισχύουσες διατάξεις τα
κτίσματα που βρίσκονται: α) σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης (οδούς, πλατείες κ.λπ.), β) μέσα
στη ζώνη ασφαλείας των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών […], γ)
μέσα στον αιγιαλό και τη Ζώνη Παραλίας κατά το Ν. Διάταγμα 393/1974 […], δ) σε δημόσια
κτήματα, ε) σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, στ) σε αρχαιολογικούς χώρους και ζ) σε ρέματα.
3. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος είναι δυνατό να
εξαιρεθούν από την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού περιοχές ή κτίσματα για
λόγους ασφαλείας ή που αποβαίνουν σε βάρος του πολιτιστικού ή φυσικού περιβάλλοντος ή,
προκειμένου περί περιοχών σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του έτους 1923, που αποβαίνουν
υπέρμετρα σε βάρος της πόλης ή του οικισμού, ή στοιχείου της πόλης ή του οικισμού που έχει
ιδιάζουσα σημασία […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του αυτού ν. 1337/1983 (άρθρο 387 του
Κ.Β.Π.Ν.), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 8 παρ. 8 και 9 του ν. 1512/1985, 2 παρ. 5 του ν.
1772/1988 και 5 παρ. 6 του ν. 2052/1992, ορίζεται ότι «1. Τα εκτός σχεδίου πόλεων ή οικισμών
προ του 1923 αυθαίρετα κτίσματα της παρ. 1 του άρθρου 15 που εντάσσονται σε πολεοδομικό
σχέδιο και βρίσκονται σε δομήσιμους χώρους μπορεί να εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης,
έστω και αν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής εφόσον
ταυτόχρονα: α) δεν παραβλάπτουν υπέρμετρα την πόλη ή τον οικισμό ή στοιχείο αυτών που έχει
ιδιάζουσα σημασία, με σημαντική υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και των ακάλυπτων χώρων
ή με αύξηση του ύψους, β) δεν παραβλάπτουν το άμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον γενικά ή με την
ειδική χρήση που έχουν και γ) δεν είναι επικίνδυνα από στατική άποψη […] 2. Δεν
περιλαμβάνονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται τα αυθαίρετα
κτίσματα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 15 […] 7. Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού
εφαρμόζονται ανάλογα και για τα αυθαίρετα κτίσματα της παρ. 1 του άρθρου 15 που βρίσκονται σε
εγκεκριμένα σχέδια πόλεων ή μέσα στα όρια οικισμών προ του 1923», ενώ ως προς τα νέα
αυθαίρετα στο άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (άρθρο 382 του Κ.Β.Π.Ν.) προβλέπεται ότι «Τα
αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός
εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923 […] καθώς και
όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από
τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα
κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο». Εξάλλου, στο άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ. του
1985 (ν. 1577/1985, Α΄210), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 2831/2000
(Α΄140) ορίζεται ότι «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού
απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως
[…] η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση […] κτιρίων […] 2. […] 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται
α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε
ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές με τα
αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο
κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που
ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή
αναθεώρηση οικοδομικής αδείας. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής
άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα […]». Τέλος,
στο άρθρο 1 του π.δ. 267/1998 (Α΄195) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η διαπίστωση και ο
χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται
ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που
συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον
εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του […] 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του
αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι
διαστάσεις του καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση
περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του
άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε
ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία (30) ημερών από την ημερομηνία
τοιχοκόλλησης της έκθεσης, να υποβάλλει ένσταση ή αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται
ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό
του ύψους των προστίμων κατά τις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 23 του ν. 2300/90 στην κατά
τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η
ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε
επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
φορολογίας εισοδήματος των υπόχρεων, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1337/1983
όπως ισχύει. 3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την
αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη
κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον
υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο
υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό
αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή
διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση
της διακοπής. Ο Δήμος ή κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα την έκθεση στο
δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για (30) ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το
δήμο ή την κοινότητα της έκθεσης, δεν εμποδίζει τη πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Ο δήμος
ή η κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και να ενημερώσει εντός των τριάντα ημερών
(30) την πολεοδομική υπηρεσία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερομένων στην έκθεση
αυτοψίας υπόχρεων», στο δε άρθρο 4 του ίδιου π.δ. προβλέπεται ότι «1. Κατά της έκθεσης
αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος […] 4. Η ένσταση εξετάζεται από
τετραμελή επιτροπή […]. Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφερομένου,
αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης, με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω
στην ένσταση και υπογράφεται από τα μέλη και τον γραμματέα αυτής […]. Η απόφαση της
επιτροπής είναι οριστική. Αν απορριφθεί η ένσταση το αυθαίρετο κατεδαφίζεται μέσα σε 10 ημέρες
από την έκδοση της απόφασης είτε από τον κύριο ή τους συγκυρίους του αυθαιρέτου είτε από την
αρμόδια πολεοδομική αρχή, τα δε πρόστιμα όπως τελικά οριστικοποιήθηκαν από την επιτροπή,
βεβαιώνονται στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και
αποδίδονται εξ ολοκλήρου στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων
[…]».
10. Επειδή, για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας και την επιβολή
των κατά νόμο προστίμων με έκθεση αυτοψίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του
άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ. 1985 και του π.δ. 267/1998, αρκεί η διαπίστωση ότι η κατασκευή
εκτελέστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβαση εκδοθείσας
άδειας ή με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση (Σ.τ.Ε. 1594/2014
7μ., πρβλ. 3500/2009 Ολομ). Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν
στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1337/1983 προβλέφθηκε η αναστολή κατεδάφισης ορισμένων
κατηγοριών αυθαιρέτων κατασκευών, αλλά ειδικώς στην παράγραφο 2 ορίσθηκε ότι δεν
υπάγονται στη ρύθμιση αυτή, μεταξύ άλλων, και τα αυθαίρετα τα οποία είχαν ανεγερθεί εντός του
αιγιαλού και της παραλίας. Επομένως, αυθαίρετα κτίσματα ανεγειρόμενα εν μέρει ή εν όλω στον
αιγιαλό ή τη ζώνη παραλίας κατεδαφίζονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους, μη δυνάμενα να
«νομιμοποιηθούν» σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 1337/1983
(Σ.τ.Ε. 126/2005, 833/2002).
11. Επειδή, περαιτέρω, κατά το άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα «Πράγματα κοινής χρήσης είναι
ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι,
οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους» και κατά το άρθρο 968 «Τα
κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει
διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο». Εξάλλου, ο α.ν. 2344/1940 «Περί αιγιαλού και παραλίας»
(Α΄154), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας,
ορίζει στο άρθρο 1 ότι «Ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η
βρεχoμένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον,
ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ’ αυτού», στο άρθρο 2,
όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 719/1977 (Α΄301), ότι «1. Ο
καθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού γίνεται υπό της κατά το άρθρον 10 του Αναγκ. Νόμου
1540 έτους 1938 Επιτροπής […] 2. Ο κατά την προηγουμένην παράγραφον καθορισμός γίνεται
επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, συντασσομένου υπό της Διευθύνσεως
Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών […]», στο άρθρο 3 ότι «1. Η έκθεσις της κατά
το προηγούμενον άρθρον Επιτροπής μετά του διαγράμματος, επικυρούμενα υπό του Υπουργού
των Οικονομικών κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως του Γ.Ε.Ν., συντάσσονται εις τριπλούν, και
το μεν εν των πρωτοτύπων τούτων κατατίθεται εις το αρχείον της Διευθύνσεως Δημοσίων
Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, το δεύτερον διαβιβάζεται εις το Γραφείον
Κτηματολογίου του Υπουργείου Συγκοινωνίας και το τρίτον αποστέλλεται εις τον αρμόδιον φύλακα
μεταγραφών, όπου και κατατίθεται, μεταγραφομένης της εκθέσεως εις την μερίδα του Δημοσίου
[…]» και στο άρθρο 4 ότι «1. Τμήματα ιδιωτικών τυχόν κτημάτων, χαρακτηρισθέντα υπό της κατά
το άρθρον 3 Επιτροπής ως μη τοιαύτα, αλλ’ως ανήκοντα εις τον αιγιαλόν, θεωρούνται ως
κηρυχθέντα απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου, ίνα περιληφθώσιν εις τον αιγιαλόν,
άμα τη δημοσιεύσει διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της εκθέσεως της Επιτροπής μετά του
διαγράμματος κατά τα εν άρθρω 3 οριζόμενα. 2. Εις τους κυρίους των κτημάτων τούτων και εις
τους αξιούντας οιαδήποτε δίκαια επ’ αυτών παρέχεται εξάμηνος προθεσμία από της κατά την
παράγραφον 3 του προηγουμένου άρθρου δημοσιεύσεως της εκθέσεως, εντός της οποίας
οφείλουσι να αναγγείλωσιν εις τον Υπουργόν των Οικονομικών τας αξιώσεις των, υποβάλλοντες
και τους τίτλους, εφ’ων στηρίζουσι τα αξιούμενα δικαιώματά των. 3 […] 4. Παρερχομένης
απράκτου της κατά την παράγραφον 2 εξαμήνου προθεσμίας τυχόν εμπράγματα δικαιώματα
οιουδήποτε ή αξιώσεις περί αποζημιώσεως μη αναγγελθείσαι εις το Υπουργείον των Οικονομικών
αποσβέννυνται. 5 […] 6. Μετά την πάροδον απράκτου της κατά την παράγραφον 2 εξαμήνου
προθεσμίας ή, εν περιπτώσει εμπροθέσμου αναγγελίας αξιώσεων ιδιωτών περί αποζημιώσεως,
μετά την κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου κατάθεσιν εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και
Δανείων της καθορισθείσης αποζημιώσεως, ο αιγιαλός θεωρείται καθορισθείς οριστικώς και η
απόδειξις τούτου διά τε την Διοίκησιν και τα Δικαστήρια γίνεται μόνον διά της κατά τα άρθρα 2 και
3 εκθέσεως συν τω διαγράμματι». Στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου, όπως η παράγραφος 1
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 5 του ν. 1337/1983, ορίζεται ότι «1. Όπου ο αιγιαλός δεν
μπορεί λόγω της φύσεως της συνεχόμενης ξηράς να εξυπηρετήσει το σκοπό που αναφέρεται στο
άρθρο 7 του νόμου αυτού, επιτρέπεται η διαπλάτυνσή του με την πρόσθεση λωρίδας γης που δεν
επιτρέπεται να οικοδομηθεί από την παρακείμενη ξηρά μέχρι πλάτους 50 μέτρων, που αρχίζει από
το προς την ξηρά όριο του αιγιαλού. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον προσαυξάνουσα
τον αιγιαλόν λωρίς γης καλείται εν τω παρόντι νόμω “παραλία”, στο δε άρθρο 6, όπως οι παρ. 2
και 5 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 13 του ν. 1078/1980 (Α΄238), ορίζεται ότι «1. Η οριογραμμή
της κατά το προηγούμενον άρθρον παραλίας καθορίζεται υπό της κατά το άρθρον 2 Επιτροπής
και χαράσσεται επί του αυτού κατά το άρθρον 2 διαγράμματος διά κιτρίνης γραμμής. 2. Η κατά το
άρθρον 5 του παρόντος νόμου διαπλάτυνσις του αιγιαλού και η δημιουργία παραλίας γίνεται δι’
αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, επικυρούσης, κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως του
Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, την έκθεσιν της Επιτροπής μετά του διαγράμματος. Από της
δημοσιεύσεως διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της ανωτέρω αποφάσεως, μετά της
εκθέσεως και του διαγράμματος, θεωρείται οριστικώς καθορισθείσα η παραλία. 3. Τα επί των
ακινήτων τούτων εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου
αποζημιούνται υπό του Δημοσίου κατά τας εκάστοτε κειμένας διατάξεις περί αποζημιώσεως
απαλλοτριουμένων ακινήτων λόγω δημοσίας ανάγκης ή κοινής ωφέλειας […] 5. Από της
δημοσιεύσεως της κατά την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου αποφάσεως περί δημιουργίας
της παραλίας οι κύριοι των υπό ταύτης καταλαμβανομένων κτημάτων θεωρούνται ότι έλαβον
γνώσιν τούτου και οφείλουσιν επί διετίαν να μη προβώσιν εις έργα ανοικοδομήσεως,
δενδροφυτεύσεως και άλλα καθιστώντα επιζήμιον εις το Δημόσιον την απαλλοτρίωσιν. Η τυχόν
παρά την απαγόρευσιν ανοικοδόμησις ή δενδροφύτευσις ή δημιουργία επί της παραλίας άλλων
έργων θεωρείται γενομένη επί σκοπώ παρεμποδίσεως της δημιουργίας της παραλίας και τα έργα
ταύτα δεν αποζημιούνται κατά την ακολουθούσαν διαδικασίαν της απαλλοτριώσεως […]».
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 24 του ίδιου α.ν. 2344/1940, η οποία προστέθηκε
με το άρθρο μόνο του ν.δ. 393/1974 (Α΄110) «Τα άνευ αδείας ανεγερθέντα, ανεξαρτήτως χρόνου
ανεγέρσεως, ή ανεγερθησόμενα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα επί του
αιγιαλού ή της παραλίας κατεδαφίζονται ανεξαρτήτως εάν ταύτα κατοικούνται ή άλλως πως
χρησιμοποιούνται. Προς τούτο ο αρμόδιος Οικον. Έφορος συντάσσει πρωτόκολλον
κατεδαφίσεως, όπερ κοινοποιεί επί αποδείξει εις τον αυθαιρέτως ανεγείραντα ίνα ούτος, εντός
προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών προέλθη εις την κατεδάφισιν των κτισμάτων και άρσιν των
πάσης φύσεως κατασκευασμάτων εκ του χώρου του αιγιαλού ή της παραλίας. Παρερχομένης
απράκτου της ως άνω προθεσμίας, η κατεδάφισις ενεργείται υπό συνεργείων των αρμοδίων
Πολεοδομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, κατόπιν σχετικού εγγράφου του
Οικον. Εφόρου […]». Οι διατάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων
κατασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και της
παραλίας και στην αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει, τυχόν, αλλοιωθεί με την χωρίς
άδεια ανέγερση εντός αυτών πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος.
Εξάλλου, ο νόμος επιτάσσει την κατεδάφιση των κτισμάτων που κατασκευάσθηκαν ή
κατασκευάζονται αυθαιρέτως στον αιγιαλό ή την παραλία, χωρίς την προβλεπόμενη από τη
νομοθεσία περί αιγιαλού διοικητική άδεια, ανεξαρτήτως του μονίμου ή μη χαρακτήρα τους και του
χρόνου ανέγερσής τους (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3354/2014 7μ., 1549/2009, 4222/2005, 3739/2005,
126/2005, 3793/2004 κ.ά.), αρκεί δε ο καθορισμός παραλίας για να χαρακτηρισθεί κτίσμα
ευρισκόμενο εντός της ζώνης αυτής ως αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, εφόσον το κτίσμα έχει
ανεγερθεί χωρίς άδεια (πρβλ. 3354/2014 7μ., 4587/2011, 2274/2011, 2598/2005, 680/2002,
1638/2001, πρβλ. και άρθρο 27 του ν. 2971/2001, Α΄285).
12. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατίθενται στις σκέψεις 9 και 11, όπως
αυτές ίσχυαν τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας, συνάγεται ότι η
κατεδάφιση πάσης φύσεως κτισμάτων και εν γένει κατασκευασμάτων που έχουν ανεγερθεί
αυθαιρέτως στον αιγιαλό και την παραλία διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 3
του α.ν. 2344/1940 «Περί αιγιαλού και παραλίας», όπως το άρθρο 24 συμπληρώθηκε με το άρθρο
μόνο του ν.δ. 393/1974 και στο οποίο μάλιστα ρητώς παραπέμπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις
του άρθρου 15 παρ. 2 περιπτ. γ΄ του ν. 1337/1983 περί αυθαιρέτων κατασκευών. Κατά συνέπεια,
αρμόδιο όργανο για την έκδοση πράξης με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση αυθαιρέτων
κατασκευών στον αιγιαλό και την παραλία είναι ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας (Σ.τ.Ε.
2598/2005, 3253/2005, 576/2000, 288/1999, 3161/1993, 288/1993, 738/1989, 2924/1986,
3236/2985, 4457/1984 κ.ά. πρβλ. και Σ.τ.Ε. 3622/2014 7μ., 3354/2014 7μ.).
13. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου και τα στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι
προκύπτουν τα εξής: Σε απλό, μη επικυρωμένο ως προς την ακρίβειά του, τοπογραφικό
σκαρίφημα του έτους 1976, θεωρημένο από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας
Κυκλάδων, εμφαίνεται ο παραλιακός οικισμός Φοίνικας της νήσου Σύρου ως οικισμός
προϋφιστάμενος του έτους 1923. Με την 757/1980 άδεια της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της
αυτής Νομαρχίας επετράπη στην Αγγ. Σουσούνη η κατασκευή τουαλέτας στον ανωτέρω οικισμό.
Σύμφωνα με ανυπόγραφο τοπογραφικό σκαρίφημα, το οποίο φέρει τίτλο «Άνευ μηχανικού-
Κατασκευή τουαλέτας εις οικίαν Αγγελικής Σουσούνη εις Φοίνικα Σύρου», η υπό κατασκευή
τουαλέτα αποτυπώνεται ως προσθήκη σε υπάρχον κτίσμα, η μια πλευρά του οποίου είναι 8 μ. Στο
ίδιο σκαρίφημα το κτίσμα αποτυπώνεται σε απόσταση 22,5 μ. περίπου από τη θάλασσα, η δε
τουαλέτα με ύψος 3 μ. και τη σημείωση «επικάλυψη [οροφής] με ψευτόπλακες και ξύλινα
δοκάρια», έχει δε τεθεί στο σκαρίφημα σημείωση του Βασ. Χόρτη, αρχιτέκτονα της Νομαρχίας
Κυκλάδων, με ημερομηνία 17.7.1980, στην οποία εκτίθεται ότι «Ηλέγχθη (χωρίς αυτοψία)
σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 37608/76 απόφαση του Υφυπουργού Δημοσίων Έργων …». Με την
από 16.7.1981 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής χαράχθηκαν τα όρια αιγιαλού και παραλίας σε 4
τοπογραφικά διαγράμματα των όρμων Φοίνικα και Ποσειδωνίας Ν. Σύρου, τα οποία είχαν εγκριθεί
από τη Νομαρχία το έτος 1971. Στην έκθεση της Επιτροπής σημειώνεται ότι «εξαιρούνται της
παραλίας τα εις αυτήν κτίσματα». Ακολούθως, με την απόφαση 3507/1983 της Νομάρχου
Κυκλάδων (Δ΄554) επικυρώθηκαν η έκθεση της Επιτροπής και τα διαγράμματα καθορισμού ορίων
αιγιαλού και παραλίας στον όρμο Φοίνικα και σε τμήμα του όρμου Ποσειδωνίας. Επίσης, με την
απόφαση 5797/1993 της Νομάρχου Κυκλάδων (ΦΕΚ Δ΄ 1244) τα όρια του οικισμού Φοίνικα
επανακαθορίσθηκαν εν μέρει σε ορισμένα σημεία κατά τροποποίηση της Τ.Π. οικ. 402/86
απόφασης του Νομάρχη. Με την απόφαση 765/24.8.1998 του Κοινοτικού Συμβουλίου Φοίνικα
καθορίσθηκε το τέλος ακίνητης περιουσίας που επιβαρύνει τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της
περιοχής στο έγγραφο δε αυτό περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και ακίνητο «64 Σουσούνη».
Εξάλλου, σύμφωνα με απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων (Α΄ ανάρτηση) του
Εθνικού Κτηματολογίου η Αγγελική Σουσούνη φέρεται να δήλωσε ότι είναι κυρία γεωτεμαχίου
εμβαδού 312 τ.μ. και κατοικίας 48 τ.μ. στην θέση «Σπηλιά Σουσούνη». Σε απάντηση της από
13.2.2001 αίτησης της Αγ. Σουσούνη εκδόθηκε το 427/Φ.αιγ.Φοίνικα/23.8.2001 έγγραφο της
Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, στο οποίο αναφέρεται, πλην άλλων, ότι το αίτημα
επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί, μόνον αυτό,
εφόσον το κρίνει αναγκαίο η αρμόδια επιτροπή, ότι από τα στοιχεία που είχε προσκομίσει η
Αγγελική Σουσούνη δεν φαίνεται να ανήκει στην ιδιοκτησία της το σύνολο της έκτασης των 400 τ.μ.
ή των 381 τ.μ., αλλά μόνο έκταση εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, την οποία είχε αγοράσει ο απώτερος
δικαιοπάροχός της το έτος 1917, ότι πρέπει να εξηγήσει ή να αποδείξει στην Κτηματική Υπηρεσία
πως προέκυψε η ιδιοκτησία της στην αποδοχή της κληρονομιάς και ότι για να προχωρήσει η
διαδικασία του επανακαθορισμού θα πρέπει να υποβληθεί λεπτομερές υψομετρικό τοπογραφικό
διάγραμμα σε όλο το μήκος της ακτογραμμής. Επακολούθησε η από 1.11.2001 έκθεση αυτοψίας
του υπαλλήλου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Κυκλάδων Δημ. Μπουντούρη, με την οποία
χαρακτηρίστηκαν, κατ’ επίκληση των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του π.δ. 267/1998, ως αυθαίρετες και
κατεδαφιστέες, α) «παλαιά ισόγειος κατοικία στο τμήμα μεταξύ αιγιαλού και παραλίας, β) «w.c.
εντός της ζώνης του αιγιαλού» και γ) «στέγη από ψευτόπλακα-ελενίτ» και επιβλήθηκαν πρόστιμα
ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων ύψους 239.400 δρχ. και 53.200 δρχ., αντίστοιχα. Όπως
προκύπτει από το σκαρίφημα-οδοιπορικό της έκθεσης αυτοψίας, στο οποίο αποτυπώνονται και οι
γραμμές αιγιαλού και παραλίας, η ισόγειος παλαιά κατοικία εμβαδού 51,20 τ.μ. (16Χ3,20)
βρίσκεται στη ζώνη παραλίας και η τουαλέτα εμβαδού 2 τ.μ. (1Χ2) στη ζώνη του αιγιαλού και σε
μεγάλη απόσταση από την κατοικία (πρβλ. και Ε.Α. 213/2005). Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε
αυτοψία από τους Θ. Κιουπίδη και Συμ. Αυγητίδου, υπαλλήλους της Κτηματικής Υπηρεσίας
Κυκλάδων, στη θέση «Σπηλιά Σουσούνη» ή «Αργελιός» του Φοίνικα Σύρου και συνετάγη η από
24.4.2002 έκθεση αυτοψίας, στην οποία εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «…Όπως
φαίνεται και από το τοπογραφικό σκαρίφημα, που συνοδεύει την παρούσα, μέσα στα όρια του
αιγιαλού υφίσταται: α) μικρό κτίσμα (το οποίο, όμως, καθώς φαίνεται και στο τοπογραφικό
διάγραμμα χάραξης του αιγιαλού προϋπήρχε πριν τον διοικητικό καθορισμό της γραμμής του
αιγιαλού) διαστάσεων 2Χ3 μ. περίπου, β) τμήμα (συνολικού μήκους περίπου 20 μ.) μάντρας. Η
μάντρα αυτή περιφράσσει την φερόμενη ιδιοκτησία “Σουσούνη-Χριστομάνου” και αποτελείται από
συρματόπλεγμα στερεωμένο πάνω σε τοιχίο, ύψους περίπου 80 cm, κατασκευασμένο από
τσιμεντολίθους (μονής στρώσης). Το καταπατημένο κομμάτι του αιγιαλού (το οποίο περικλείεται
μεταξύ της γραμμής αιγιαλού και της μάντρας) έχει συνολικό εμβαδόν, περίπου 30 m2. Αξίζει να
σημειωθεί ότι μέσα στη ζώνη παραλίας υφίσταται ενιαίο κτίριο. Το κεντρικό τμήμα του κτίσματος
(το οποίο στο τοπογραφικό σκαρίφημα σημειώνεται ως “Υφιστάμενο στο τοπογραφικό”)
εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα χάραξης του αιγιαλού και άρα προϋπήρχε του
διοικητικού καθορισμού του αιγιαλού. Κατά την αυτοψία μας διαπιστώσαμε ότι το προϋπάρχον
κτίσμα έχει επιμηκυνθεί με την προσθήκη επεκτάσεων εκατέρωθεν του προϋπάρχοντος κτιρίου με
αποτέλεσμα οι σημερινές διαστάσεις του να είναι, περίπου, 3,5Χ17 μ. Έμπροσθεν του υπάρχει
καλαμοσκεπής, πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων, περίπου, 4Χ17 μ. και πέραν αυτής (προς τη
γραμμή του αιγιαλού), χαμηλότερος αναβαθμός με αμπελοπεριβόλι …». Επακολούθησε η έκδοση
του 2674/116/10.5.2002 πρωτοκόλλου του προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων,
με το οποίο καθορίσθηκε σε βάρος της Αγγ. Σουσούνη αποζημίωση ύψους 583,2 ευρώ για την
αυθαίρετη χρήση αιγιαλού εμβαδού 30 τ.μ. από 1.5.1997 έως 30.4.2002. Με την απόφαση 3/2003
του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης έγινε δεκτή ανακοπή της Αγγ. Σουσούνη και ακυρώθηκε το
προαναφερθέν πρωτόκολλο. Εξάλλου, η Αγγ. Σουσούνη επέδωσε στη Ν.Α. Κυκλάδων την από
28.5.2002 εξώδικη δήλωση, με την οποία ζήτησε την ανάκληση εγγράφου (υπ’ αριθμ. 3601/2002)
της ανωτέρω υπηρεσίας, ισχυριζόμενη ότι κακώς η παλαιά οικία αναφέρεται στο έγγραφο αυτό ως
αυθαίρετη, ότι η οικία είναι κατασκευασμένη στην υπάρχουσα μορφή της από το έτος 1917 σε
έκταση που αγοράσθηκε το ίδιο έτος και αποτελούσε κατοικία του πατέρα της και της οικογένειας
της, ότι η τουαλέτα κατασκευάσθηκε το έτος 1980 κατόπιν της προαναφερθείσας άδειας της
πολεοδομίας, ενώ τέθηκε σε αχρησία η παλαιά εξωτερική τουαλέτα. Παράλληλα και σε συνέχεια
της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης, η Αγγ. Σουσούνη υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και
Περιβάλλοντος της Ν.Α. Κυκλάδων, την από 29.10.2002 «προσφυγή- ένσταση» κατά της
προαναφερθείσας από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών, καθώς και τις από
29.10.2002 και 15.11.2002 συναφείς αιτήσεις, προσκόμισε δε και τεχνική έκθεση του αγρονόμου-
τοπογράφου μηχανικού Αντ. Τάτση, στην οποία εκτίθεται ότι η κατοικία και η περίφραξη
εμφαίνονται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1966 και 1978. Εν συνεχεία, εκδόθηκε η,
προσβαλλόμενη εν προκειμένω, απόφαση 36/συνεδρ.4/2.4.2003 της Επιτροπής Εκδίκασης
Ενστάσεων Αυθαιρέτων με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση με τις ακόλουθες αιτιολογίες: «[…]
α) Δεν προσκομίσθηκαν αεροφωτογραφίες […] προ του 1955 ώστε να προκύπτει η κατασκευή
κτισμάτων. Η προσκομιζόμενη φωτογραφία (όχι αεροφωτογραφία) δεν αποδεικνύει την
χρονολογία λήψης. β) Από το φωτογραφικό υλικό φαίνονται τα υλικά των κτισμάτων των οποίων
τμήματα είναι κατασκευασμένα από σύγχρονα υλικά και δεν υπάρχουν στο εμπόριο κατά τα έτη
προ του 1955. γ) Ο ιδιοκτήτης προσκόμισε συμβόλαιο για έκταση 40 τ.μ., όχι για 400 μ. ή 381 τ.μ.,
έχει αποφανθεί και η κτηματική υπηρεσία Κυκλάδων στις 23 Αυγούστου 2001 όπου μεταξύ των
άλλων αναφέρεται “ότι δεν δικαιολογείται η έκταση αυτή και ο ενδιαφερόμενος πρέπει να
προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία”. δ) Το Ειρηνοδικείο Ερμούπολης με την υπ’ αριθμ. 3/03
απόφαση αποφαίνεται για έκταση οικοπέδου 30 τ.μ. Δεν αποφαίνεται για τη νομιμότητα κτισμάτων
που έχει αποφανθεί η υπηρεσία μας. ε) Για τα κτίσματα έπρεπε ο ιδιοκτήτης να πράξει εντός
διμήνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση 77824/3159 της 9.12.03/12.1.1984 […]. στ) Η
από 757/1980 οικοδομική άδεια για κατασκευή του wc-τουαλέτας εκδόθηκε χωρίς αυτοψία
σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 37608/76 απόφαση Υπουργού Δημ. Έργων. Η οικοδομική άδεια
αναφέρεται στο ακίνητο και όχι στον εκάστοτε κύριο του ακινήτου και ως εκ τούτου δεν δημιουργεί
εμπράγματα δικαιώματα σε εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε. Ο ισχυρισμός ως αποδεικτικό
στοιχείο “ότι υφίστανται στο τοπογραφικό” είναι ανίσχυρος, διότι ουδέποτε ελέγχθηκε και εγκρίθηκε
το τοπογραφικό αυτό από την υπηρεσία μας, ούτε αυτό υπογράφεται από τεχνικό, τοπογράφο ή
μηχανικό. Εξάλλου αυτό αναφέρεται σε έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας (όχι της υπηρεσίας
μας) η οποία δεν υποχρεούται και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το καθεστώς με το οποίο
εκδίδονται οι οικοδομικές άδειες από την υπηρεσία μας και αν αυτές οι διοικητικές πράξεις
δημιουργούν εμπράγματα δικαιώματα στον κύριο του ακινήτου. ζ) Η διαπίστωση και ο
χαρακτηρισμός αυθαιρέτου έγιναν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 § 3 του π.δ. 267/1998
[…]».
14. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου
βάσεως και επαρκούς αιτιολογίας και αντίκειται στις ισχύουσες διατάξεις του ΓΟΚ και τις
προγενέστερες αυτού πολεοδομικές διατάξεις, διότι από τα τεθέντα στη διάθεση της Δ/νσης
Πολεοδομίας στοιχεία προκύπτει ότι η επίμαχη κατοικία προϋφίστατο του έτους 1955 και κείται στη
ζώνη παραλίας και όχι του αιγιαλού, όπως εσφαλμένως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη
απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων. Με την κρινόμενη αίτηση
προβάλλεται, ακόμη, ότι στην απόφαση 3/2003 του Ειρηνοδικείου Ερμουπόλεως αναφέρεται ότι το
επίδικο (των 30 τ.μ.) αποτελεί τμήμα ευρύτερης ιδιοκτησίας μέσα στο οποίο υπάρχει από παλιά
μικρό κτίσμα και αμπελοπεριβόλι, ότι μη νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή τα
προσκομισθέντα στοιχεία καθορισμού των ορίων του οικισμού Φοίνικα καθώς και τα τοπογραφικά
διαγράμματα της Τεχνικής Υπηρεσίας της Ν.Α. Κυκλάδων, ότι η κατασκευή της τουαλέτας δυνάμει
της 757/1980 άδειας νομίμως πραγματοποιήθηκε χωρίς τοπογραφικό και αυτοψία και ότι μη
νομίμως και με ανεπαρκή αιτιολογία δεν ελήφθη υπόψη το από 24.4.2002 τοπογραφικό
σκαρίφημα της Κτηματικής Υπηρεσίας της Ν.Α. Κυκλάδων από το οποίο αποδεικνύεται, κατά τα
προβαλλόμενα με την αίτηση, η παλαιότητα της οικίας, διότι δεν απαιτείται κατά νόμον η θεώρηση
του εν λόγω τοπογραφικού από την πολεοδομική υπηρεσία, όπως έγινε δεκτό στην
προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων. Η Ν.Α. Κυκλάδων
με το οικ.6686/03/14.8.2003 έγγραφο απόψεων επί της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζεται, πλην
άλλων, ότι η όλη διαδικασία της ένστασης ήταν εκπρόθεσμη, όπως, όμως προαναφέρθηκε, η
Επιτροπή Εκδίκασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων με την προσβαλλόμενη εν προκειμένω πράξη της
δέχθηκε το αντίθετο, αφού η ένσταση κατά της από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας απορρίφθηκε ως
αβάσιμη και μετά από ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
15. Επειδή, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 12, η κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων στον αιγιαλό και
την παραλία κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της από 1.11.2001 έκθεσης αυτοψίας διέπεται από
τις ειδικές διατάξεις του α.ν. 2344/1940 «Περί αιγιαλού και παραλίας», αρμόδιο δε όργανο για την
έκδοση πράξης με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση κτίσματος που έχει ανεγερθεί αυθαιρέτως
στον αιγιαλό ή την παραλία είναι ο προϊστάμενος της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων.
Επομένως, με τα δεδομένα της υπόθεσης που προαναφέρθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση της
Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, αλλά και η από 1.11.2001 έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων
που ενσωματώθηκε στην παραπάνω απόφαση, με την οποία χαρακτηρίζονται ως αυθαίρετες και
κατεδαφιστέες οι επίμαχες κατασκευές που βρίσκονται, όπως βεβαιώνεται στην από 24.4.2002
έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, εντός του αιγιαλού και
της ζώνης παραλίας στη θέση «Σπηλιά Σουσούνη» του οικισμού Φοίνικα Σύρου, αναρμοδίως
εκδόθηκε από όργανο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Κυκλάδων κατά τις διατάξεις του π.δ.
267/1998 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2598/2005, 288/1999, 288/1993, 738/1989), για τον λόγο δε αυτόν που
προβάλλεται εμμέσως, θα ήταν όμως εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως διότι ανάγεται στην
αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη (Σ.τ.Ε. 3431/2006 7μ.,
2306/2000, 288/1999), η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτων
πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων
ακυρώσεως.
16. Επειδή, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο Δήμος Σύρου-Ερμούπολης πρέπει να απαλλαγεί
από τη δικαστική δαπάνη των αιτουσών που συνεχίζουν τη δίκη.






