ΣτΕ 516/2016 [Επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στη Σιθωνία]
Περίληψη
-Το ΓΕΝ απάντησε τα εξής: « με πράσινες συνεχείς γραμμές έχει σημειωθεί η θέση, στην οποία κατά την ερμηνεία αεροφωτογραφιών, παρατηρείται ίχνος φυσικής ή διαμορφωμένης κατασκευής. Του ίχνους αυτού διακρίνονται στο διάγραμμα αποτυπωμένα τα χαρακτηριστικά του σημεία και με διαφορετική πυκνότητα από τη σύνηθη, κάτι που υποδηλώνει την περιγραφή λεπτομέρειας του εδάφους. Τα σημεία αυτά του διαγράμματος ακολουθήθηκαν από το ΓΕΝ/ΥΥ για το σχηματισμό των ανωτέρω γραμμών οι οποίες συμπίπτουν και με το φωτοερμηνευόμενο ίχνος». Κατόπιν τούτου, στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη έχει απεικονισθεί το συγκεκριμένο ίχνος. Συνπώς, ενόψει των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Δ. Νικόπουλος, Ελ. Κωστάντη, Νικ. Βασιλάκης
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 11227/16.10.2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία επανακαθορίσθηκαν οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στη θέση «Λατούρα» όρμου Παναγίας (ακρωτήριο Ρίτσου), του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου Νικολάου, του Δήμου Σιθωνίας Ν. Χαλκιδικής, προ της φερομένης ως ιδιοκτησίας των Ευστράτιου και Ιωάννη Ευθυβουλίδη (Δ΄495/27.10.2009).
- Επειδή, ο αιτών, φερόμενος ως ιδιοκτήτης οικοδομής επί ακινήτου, κειμένου στην οπίσθια πλευρά, σε σχέση με τον καθορισθέντα αιγιαλό, της φερόμενης ως ιδιοκτησίας Ευθυβουλίδη, η οποία, συνεπώς, παρεμβάλλεται μεταξύ της ιδιοκτησίας του αιτούντος και του εν λόγω αιγιαλού, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση. Εξάλλου, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης οι Ευστράτιος και Ιωάννης Ευθυβουλίδης, μετά από αίτηση των οποίων έγινε ο επίδικος επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού.
- Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις», (Α΄ 285), ορίζεται ότι «1. “Αιγιαλός” είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. 2. “Παραλία” είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα. 3. “Παλαιός αιγιαλός” είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού […].». Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι: «1. Εκτός της δυνατότητας της αυτεπάγγελτης κίνησης της διαδικασίας, όποιος ενδιαφέρεται για τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας, απευθύνεται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, η οποία μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την υποβολή σχετικής αίτησης ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο αν έχει ήδη γίνει καθορισμός. Σε περίπτωση, που δεν έχει γίνει ο καθορισμός αιγιαλού και παραλίας, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει στην Κτηματική Υπηρεσία αίτηση καθορισμού και τοπογραφικό διάγραμμα σύμφωνα με τις προδιαγραφές του άρθρου 4. 2. Αν το διάγραμμα έχει συνταχθεί από ιδιώτη μηχανικό, η Κτηματική Υπηρεσία μεριμνά για τον έλεγχο και τη θεώρησή του εντός μηνός από την υποβολή του και στη συνέχεια το θέμα εισάγεται ενώπιον της Επιτροπής στην πρώτη τακτική συνεδρίασή της. 3. Η Επιτροπή καθορίζει τις οριογραμμές του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού εντός μηνός από την εισαγωγή της υπόθεσης σε αυτήν και συντάσσει σχετική έκθεση … 4. Δεν μπορούν να περιληφθούν οικίες ή κτίσματα εντός της ζώνης του αιγιαλού, του οποίου για πρώτη φορά χαράσσεται η οριογραμμή, εφόσον έχει γίνει διάβρωση της ακτής πριν από τη χάραξη και τα κτίσματα είχαν ανεγερθεί πριν από τη διάβρωση και εκτός του τμήματος μέχρι του οποίου έφθανε άλλοτε η θάλασσα κατά τις μεγαλύτερες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. Τα κτίσματα αυτά δύνανται να απαλλοτριώνονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου αυτού. 5. Η έκθεση και το διάγραμμα επικυρώνονται, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.), με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και δημοσιεύονται μαζί με την επικυρωτική αυτή απόφαση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η παραπάνω σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν. διατυπώνεται το αργότερο εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών …
- Σε περίπτωση εσφαλμένου καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται ο επανακαθορισμός κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Η διαδικασία για τον επανακαθορισμό κινείται είτε αυτεπαγγέλτως από την Κτηματική Υπηρεσία είτε ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου και προσκόμιση στοιχείων που να αποδεικνύουν το σφάλμα του πρώτου καθορισμού. Ο επανακαθορισμός της παραλίας, εφόσον συνεπάγεται μείωση της ζώνης της παραλίας που είχε αρχικώς καθορισθεί, επιτρέπεται μόνον αν δεν έχει συντελεσθεί η σχετική αναγκαστική απαλλοτρίωση. 10. Η προηγούμενη παράγραφος έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα όρια αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας έχουν καθορισθεί με βάση τον α.ν. 2344/ 1940». Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Η Επιτροπή αναζητά και συνεκτιμά όλα τα απαιτούμενα για την ακριβή οριοθέτηση του παλαιού αιγιαλού στοιχεία, τα οποία και παραθέτει στην έκθεσή της, ιδίως φυσικές ενδείξεις (όπως το αμμώδες, ελώδες ή βαλτώδες εκτάσεων συνεχομένων του αιγιαλού), αεροφωτογραφίες, χάρτες και διαγράμματα διαφόρων ετών, γεωλογικές μελέτες», ενώ στο άρθρο 9 ότι «1. Η Επιτροπή για τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας λαμβάνει υπόψη της ύστερα από αυτοψία τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ενδεικτικά: α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης, β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, δ) τη μορφολογία του πυθμένα, ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής, στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται, ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη, θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών. 2. …». Με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2971/2001, όπως και με τις προγενέστερες διατάξεις του α.ν. 2344/1940, θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον, κατά δέσμια αρμοδιότητα, καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή της μέγιστης συνήθους ανάβασης των χειμερίων κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο, κατά τα δεδομένα της κοινής ή της επιστημονικής πείρας, μέσο, όπως είναι και η αυτοψία των μελών της οικείας επιτροπής καθορισμού ορίων (πρβλ. ΣτΕ 2057/2014, 4807/2013, 5516/2012, 4513/2009, 4479/2009, 3615/2007 7μ., 1508/2003). Εξάλλου, εκτός από την περίπτωση μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων, περίπτωση επανακαθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, και, κατά συνεκδοχή, των οριογραμμών της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, ανακύπτει όταν αποδεδειγμένα, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα, έγινε εσφαλμένος καθορισμός της οριογραμμής αυτής (ΣτΕ 2245/2014, 1229/2014). Ειδικότερα, εφόσον ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν εσφαλμένως, κατά την άποψή του, καθορισθεί κατά το παρελθόν, η Διοίκηση οφείλει να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη σφάλματος κατά τον αρχικό καθορισμό (πρβλ. ΣτΕ 2057/2014, 4807/2013, 4608/2011, 457/2009).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 8489/23.11.1988 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής καθορίστηκαν για πρώτη φορά οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στη θέση «Λατούρα» όρμου Παναγιάς (ακρωτήριο Ρίτσου) Αγίου Νικολάου, μπροστά από τις ιδιοκτησίες Νικολάου Ευθυβουλίδη, Δημητρίου Καγιαλή κλπ. (Δ΄871/6.12.1988). Η ως άνω απόφαση επικύρωσε την από 10.9.1987 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας – παλαιού αιγιαλού (α.74 του π.δ. 636/1997), η οποία συνοδεύεται από το από Απριλίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα τοπογράφου – μηχανικού, θεωρηθέν την 15.3.1998 από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Χαλκιδικής, στο οποίο αποτυπώνονται α) Με κόκκινη, συνεχή, πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή του αιγιαλού, β) Με κίτρινη, συνεχή, πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή της παραλίας και γ) Με μπλε, συνεχή, πολυγωνική γραμμή η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού. Σύμφωνα με όσα παρατίθενται στην ανωτέρω έκθεση, από «… την αντίληψη που σχηματίσθηκε από την επιτόπια επίσκεψη για το πλάτος της βρεχόμενης ζώνης της ξηράς, την μορφολογία της περιοχής, την κατάσταση του εδάφους της ακτής, την κατάσταση του θαλάσσιου χώρου, τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή» διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «… β. Το έδαφος που περικλείεται μέσα στις μπλε γραμμές 7,33,34,10 35΄,35,36,13 είναι αμμώδες σε βάθος και προσχωσιγενές και σχηματίστηκε από την μεταφορά φερτών υλών από βρόχινα νερά λόγω των έντονων κλίσεων των δύο μισγαγγειών, από τις οποίες η του παλαιού αιγιαλού 7,33,34,10 δέχεται τα νερά από πολύ μεγαλύτερη λεκάνη απορροής. Στοιχείο που ενισχύει την παραπάνω άποψη είναι ότι ο πυθμένας της θάλασσας στα ρηχά είναι βούρκος λόγω των φερτών ανόργανων και οργανικών ουσιών σε συνδυασμό με την ιλύ. Επίσης τα θαλάσσια ρεύματα της ευρύτερης περιοχής δεν επηρεάζουν σχεδόν καθόλου τις παραλίες των δύο μικρών κολπίσκων (απομάκρυνση άμμου από τις ακτές κλπ.), πράγμα που διευκολύνει την παραπάνω άποψη της πρόσχωσης των δύο τμημάτων. Οι δύο παραπάνω εκτάσεις των παλαιών αιγιαλών (7,33,34,10 και 35΄,35,36,13) είναι κυρίως χορτολιβαδικές και μέσα σ’ αυτές υπάρχουν καλλωπιστικά δένδρα και φυτά, ήτοι στην πρώτη λεύκες ηλικίας 15 ετών περίπου και πικροδάφνες και στην δεύτερη πεύκα, μουριές, λεύκες κλπ. μικρότερης ηλικίας. Ακόμη στην έκταση 7,33,34,10 υπάρχουν εμφανή ίχνη μπαζώματος προφανώς για να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της». Οι παρεμβαίνοντες υπέβαλαν στην Κτηματική Υπηρεσία Νομού Χαλκιδικής του Υπουργείου Οικονομικών την από 28.2.2006 αίτηση, με την οποία ζήτησαν τον επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού μπροστά από το ακίνητο ιδιοκτησίας τους, ισχυριζόμενοι ότι ο αρχικός καθορισμός των επίμαχων οριογραμμών είναι εσφαλμένος και οφείλεται σε λανθασμένη εκτίμηση των στοιχείων και λοιπών δεδομένων της περιοχής από την επιτροπή αιγιαλού. Με την ως άνω αίτηση οι παρεμβαίνοντες συνυπέβαλαν, μεταξύ άλλων, την από Ιανουαρίου 2006 γεωλογική έκθεση πολιτικού μηχανικού και γεωλόγου με θέμα «Για τη διαμόρφωση της ακτής και της θέσης της παλαιάς ακτογραμμής στην τοποθεσία “Λατούρα” του όρμου Παναγιάς (ακρωτήριο Ρίτσου) Αγίου Νικολάου στο Νομό Χαλκιδικής», η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χάραξη της γραμμής του παλαιού αιγιαλού έγινε αυθαίρετα, δηλαδή, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα γεωλογικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Ενόψει του αιτήματος αυτού, η Επιτροπή καθορισμού αιγιαλού και παραλίας προέβη στη διενέργεια αυτοψίας στην επίμαχη περιοχή και, αφού συνεκτίμησε τα κατά το νόμο απαραίτητα στοιχεία, συνέταξε την από 5.10.2006 έκθεση, η οποία συνοδεύεται από το από Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα αγρονόμου – τοπογράφου μηχανικού. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της ανωτέρω έκθεσης, η αρχική χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού, σε μεγάλο βάθος εντός της ξηράς, είναι εσφαλμένη διότι «α) Πρόκειται για αρκετά κλειστό κόλπο που ο προσανατολισμός της ακτής του δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μεγάλου κυματισμού, λόγω της ύπαρξης σε μικρή σχετικά απόσταση της απέναντι ξηράς και β) η εικόνα της ακτής επιτρέπει τον σαφή προσδιορισμό της βρεχόμενης έκτασης της ξηράς, αν λάβει κανείς υπόψη του το ίχνος του κυματισμού επί της ξηράς που είναι η κορυφή (φρύδι) του διαμορφωθέντος από την απόσυρση των υδάτων πρανούς, το όριο της ποώδους βλάστησης και πάντως ότι το σύνηθες χειμέριο κύμα δεν μπορεί να φθάνει και να ξεπερνά τους ευκαλύπτους, οι οποίοι είναι μεγάλα δένδρα και δεν θα είχαν αναπτυχθεί εάν βρέχονταν από το θαλασσινό νερό». Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι «απαιτείται η χάραξη οριογραμμής παραλίας και θα ήταν σκόπιμο να χαραχθεί σε απόσταση δέκα μέτρων από την οριογραμμή του αιγιαλού εσώτερα στην ξηρά και παράλληλα σ’ αυτή, ώστε και να εξυπηρετηθεί ο σκοπός για τον οποίο καθορίζεται η παραλία, αλλά και να διατηρηθεί το ενιαίο πλάτος του αρχικού καθορισμού της παραλίας που ήταν επίσης 10 μ.». Εξάλλου, ως προς τον παλαιό αιγιαλό, στην εν λόγω έκθεση σημειώνονται τα εξής: «Ευσταθεί εν μέρει η άποψη της αρχικής επιτροπής καθορισμού, περί επίχωσης της θάλασσας από φερτές ύλες που αποσαθρώθηκαν από τις κλιτείς που περιβάλλουν την εξεταζόμενη περιοχή, και υπάρχει παλαιός αιγιαλός μέχρι την οριογραμμή της παραλίας και όχι εσώτερα, διότι « α) Αν κάποτε έφθανε η θάλασσα στη θέση του αρχικού καθορισμού του παλιού αιγιαλού και περιορίσθηκε σήμερα στον ενεργό αιγιαλό, σημαίνει ότι η θάλασσα υποχώρησε κατόπιν προσχώσεων που οφείλονται είτε σε φυσικά αίτια, είτε σε τεχνητά, δηλαδή σε ανθρώπινη παρέμβαση. Η περίπτωση να έχει υποχωρήσει η θάλασσα λόγω ταπείνωσης της στάθμης των υδάτων απορρίπτεται, διότι το φαινόμενο του παλαιού αιγιαλού θα υπήρχε παντού πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Επειδή το ακίνητο ήταν αγρός από παλιά (τουλάχιστον πριν το 1940, …) υποτιθέμενη τεχνητή πρόσχωση προς δημιουργία του θα έπρεπε να είχε γίνει προπολεμικά. Όμως επιχωμάτωση σε τέτοια έκταση ήταν πρακτικά ανέφικτη με τα μέσα της εποχής αλλά και δεν θα συνέφερε οικονομικά λόγω μεγάλου κόστους από τη μία και μικρής, τότε, αξίας, από την άλλη, του κτήματος που θα δημιουργούνταν. Δεν πιθανολογείται λοιπόν τεχνητή πρόσχωση. Η φυσική πρόσχωση, θα μπορούσε να είχε γίνει με μεταφορά και απόθεση υλικών είτε από την ξηρά μέσω του τοπικού δικτύου αποστράγγισης, είτε με μεταφορά υλικού με θαλάσσια ρεύματα, είτε με συνδυασμό των δύο. Όπως όμως διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία και σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στην από Ιανουαρίου 2006 γεωλογική έκθεση … δεν δικαιολογείται εκτεταμένη πρόσχωση της θάλασσας από φερτές ύλες λόγω διάβρωσης των κλιτύων της μισγάγγειας από τα νερά της βροχής, αφού οι κλιτείς είναι βραχώδεις και δεν αποσαθρώνονται εύκολα. Ακόμη δεν υπάρχει ρέμα σ’ εκείνη τη θέση και γενικά η λεκάνη απορροής είναι περιορισμένης έκτασης. Δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη θαλασσίων ρευμάτων κατά την αυτοψία. Η επιτροπή δεν διέθετε σχετικά στοιχεία, αλλά το κλειστό σχήμα του κόλπου και η σε μικρή απόσταση ευρισκόμενη απέναντι ακτή, δεν συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης ρευμάτων τα οποία δρουν προσαμμωτικά και β) Η θέση της ακτής συγκρινόμενη στις αεροφωτογραφίες φωτοληψίας 1945 και 1993 φαίνεται σχεδόν αμετάβλητη. Οι όποιες φυσικές διεργασίες που θα είχαν συντελέσει στην πρόσχωση της ακτής σε μεγάλο βάθος και στην δημιουργία παλαιού αιγιαλού, θα έπρεπε να είχαν «μεγαλώσει» τον παλαιό αιγιαλό και στο διάστημα μεταξύ των ετών 1945 και 1993 και η μεταβολή θα φαινόταν στις αεροφωτογραφίες, πράγμα που όμως δεν διαπιστώνεται. Η άποψη περί της μη ύπαρξης παλαιού αιγιαλού στη θέση που αρχικά καθορίσθηκε, ενισχύεται και από το ότι η αρχική απάντηση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ) προς την επιτροπή καθορισμού στις 4-12-1987, στα πλαίσια της από το νόμο προβλεπόμενης γνωμοδότησής του, συνέστηνε στην επιτροπή να αιτιολογήσει πλήρως την ύπαρξη του παλαιού αιγιαλού, καθ’ όσον από την εξέταση των διαθέσιμων σε αυτό στοιχείων (αεροφωτογραφριών κ.ά.), διαπίστωνε ότι η εξεταζόμενη έκταση έχει “την γενική μορφή χορτολιβαδικών εκτάσεων». Κατόπιν τούτων, η εν λόγω Επιτροπή κατέληξε με την έκθεσή της ότι έγινε εσφαλμένος καθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, καθόρισε δε τις νέες οριογραμμές στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα. Η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής διαβίβασε, με το 1158/26.4.2007 έγγραφό της, την ως άνω έκθεση της επιτροπής και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (ΓΕΝ), προκειμένου το τελευταίο να διατυπώσει την κατ’ άρθρο 5 παρ. 5 του ν. 2971/2001 σύμφωνη γνώμη του. Εν αναμονή της γνωμοδότησης του ΓΕΝ, ο αιτών υπέβαλε στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής την από 3.7.2007 ένσταση, στην οποία διατύπωσε τη διαφωνία του με τον επιχειρούμενο επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, κοινοποίησε δε αυτήν τόσο στο ΓΕΝ όσο και στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η εν λόγω ένσταση συνοδευόταν από α) Το από Μαΐου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα πολιτικού μηχανικού, β) Την από Ιουνίου 2007 έκθεση φωτοερμηνείας δασολόγου – περιβαλλοντολόγου, γ) Την από Ιουνίου 2007 γεωλογική έκθεση γεωλόγου και, τέλος, δ) Την 14.034/2.7.2007 ένορκη κατάθεση του αιτούντος ενώπιον συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι το ΓΕΝ ζήτησε τη σύνταξη νέας έκθεσης της επιτροπής αιγιαλού, που να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία της ένστασης, η επιτροπή αιγιαλού προέβη σε νέα αυτοψία στην επίμαχη περιοχή και αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την από 3.7.2007 ένσταση του αιτούντος καθώς και το σύνολο των συνυποβληθέντων με αυτήν στοιχείων, συνέταξε την από 4.10.2007 έκθεση, η οποία συνοδεύεται από το κατά τα ανωτέρω, από Ιουνίου 2006, τοπογραφικό διάγραμμα αγρονόμου – τοπογράφου μηχανικού. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, η αρχική χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού είναι εσφαλμένη διότι η τελευταία α) «… απέχει από το προς τη θάλασσα όριο της ποώδους βλάστησης, δηλαδή βρίσκεται εσώτερα προς την ξηρά, απόσταση πλέον των δέκα μέτρων, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι όπου φθάνουν τα κύματα δεν αναπτύσσεται βλάστηση. Σημειώνεται ότι η θέση της ακτογραμμής και το όριο της βλάστησης παραμένουν αμετάβλητες από το 1945 μέχρι σήμερα, όπως διαπιστώνεται από τις αεροφωτογραφίες (α/φ) των ετών 1945 και 1960», β) ο αρχικώς χαραχθείς αιγιαλός περιλαμβάνει επιπλέον μία σειρά μεγάλων δέντρων (ευκαλύπτων), «… τα οποία δεν θα είχαν αναπτυχθεί εάν βρέχονταν από το θαλασσινό νερό» και «γ) Η μορφολογία της ακτής (κλειστός κολπίσκος, ευρισκόμενος σε μικρή απόσταση [1700 μ.] από την απέναντι ακτή), οι επικρατούντες στην περιοχή άνεμοι (με διεύθυνση βόρεια – βορειανατολική, ενώ ο προσανατολισμός της ακτής είναι βορειοδυτικός) και τα μικρά βάθη του πυθμένα δεν συνηγορούν για μεγάλου πλάτους αιγιαλό στην περιοχή». Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση αναφέρεται και ότι ο παλαιός αιγιαλός, με κορυφές 7,33,34 και 10, έχει χαραχθεί σε λάθος θέση, δηλαδή σε μεγάλο βάθος μέσα στην ξηρά, διότι «… Η απόσταση μεταξύ των οριογραμμών παλαιού αιγιαλού και αιγιαλού, μετρούμενη επί του τοπογραφικού διαγράμματος του καθορισμού, είναι 41 μέτρα, πράγμα που σημαίνει ότι έλαβε χώρα αναλόγου μήκους πρόσχωση της θάλασσας, μετατοπιζομένης έτσι της ακτογραμμής κατά 40 περίπου μέτρα. Όμως, όπως φαίνεται από τις διαθέσιμες από το 1945 μέχρι το 1993 α/φ της περιοχής, η θέση της ακτογραμμής δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά μέχρι σήμερα. Άρα η όποια πρόσχωση είχε συντελεσθεί πριν από το 1945. Αλλά πρόσχωση της θάλασσας προπολεμικά, σε μήκος 40 περίπου μέτρων και με έκταση 2,5 περίπου στρεμμάτων, ήταν πρακτικά ανέφικτη με τα μέσα της εποχής. Και αν ακόμη μπορούσε να γίνει, δεν θα συνέφερε οικονομικά λόγω του μεγάλου κόστους των εργασιών, από τη μία, και της μικρής τότε αξίας του κτήματος που θα δημιουργούνταν, από την άλλη. … Μένει να εξετασθεί η φυσική πρόσχωση. Αυτή θα μπορούσε να γίνει με μεταφορά και απόθεση υλικών είτε από την ξηρά μέσω του τοπικού δικτύου αποστράγγισης, είτε με μεταφορά υλικού με θαλάσσια ρεύματα, είτε με συνδυασμό των δύο. Όπως όμως διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία, δεν δικαιολογείται εκτεταμένη πρόσχωση της θάλασσας από φερτές ύλες λόγω διάβρωσης των κλιτύων της μισγάγγειας από τα νερά της βροχής, αφού οι κλιτείς είναι βραχώδεις και δεν αποσαθρώνονται εύκολα … ως προς τον βαθμό ευκολίας της διάβρωσης του εδάφους, οι προσκομισθείσες δύο γεωλογικές μελέτες είναι αντικρουόμενες. Ακόμη, δεν υπάρχει κάποιο ρέμα σ’ εκείνη τη θέση και γενικά η λεκάνη απορροής είναι περιορισμένης έκτασης. Κατά την αυτοψία δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη θαλασσίων ρευμάτων. … η σύσταση του εδάφους του χαρακτηρισθέντος παλαιού αιγιαλού, ότι δηλαδή δεν είναι καθαρή θαλάσσια άμμος, δεν συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης ρευμάτων τα οποία έδρασαν προσαμμωτικά σε τέτοια έκταση. Έτσι συνάγεται το συμπέρασμα ότι ούτε φυσική πρόσχωση στο βαθμό που σημειώνεται στον αρχικό καθορισμό του παλαιού αιγιαλού έγινε … λόγω της μορφολογίας του εδάφους (…) ισχύει μεν η άποψη της επιτροπής του αρχικού καθορισμού, ότι δηλαδή υπήρξε μεταφορά φερτών υλών και πρόσχωση της θάλασσας, αλλά όχι τόσο εκτεταμένη. Γίνεται δεκτή πρόσχωση με έκταση μέχρι ένα στρέμμα. Πρέπει να χαραχθεί οριογραμμή παλαιού αιγιαλού παράλληλα σχεδόν με την ακτογραμμή, επειδή οι αποθέσεις των φερτών υλών από τα όμβρια έγιναν σε όλο το μήκος της ακτογραμμής και, με την βοήθεια του κυματισμού, συμμετρικά. Το πλάτος του παλαιού αιγιαλού (απόσταση από την οριογραμμή του αιγιαλού), για πρόσχωση μέχρι ενός στρέμματος θάλασσας και πλάτος του κολπίσκου 65 μέτρα περίπου, προκύπτει μέχρι 15 μέτρα (1000 : 65 = 15)». Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή ενέμεινε στην αντίληψη περί εσφαλμένου αρχικού καθορισμού των οριογραμμών στην επίμαχη θέση και προέβη σε νέο επανακαθορισμό επί του τοπογραφικού διαγράμματος του Ιουνίου 2006. Στη συνέχεια, η ως άνω έκθεση και το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα διαβιβάστηκαν, με το 625/29.2.2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Χαλκιδικής, στο ΓΕΝ. Το τελευταίο, με το Φ.544.5/16/09/15.1.2009 έγγραφό του, συμφώνησε με τον επίδικο επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, υπό τις εξής προϋποθέσεις: «… α. Να σφραγιστεί το διάγραμμα ως προς τη θεώρησή του από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία β. Να απεικονισθούν στο διάγραμμα τα πρανή του υπάρχοντος στην περιοχή ρέματος, τα οποία, ενώ έχουν αποτυπωθεί, δεν έχουν αποδοθεί στο διάγραμμα. …». Μετά και την σύμφωνη γνώμη του ΓΕΝ, η από 4.10.2007 έκθεση της Επιτροπής και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα διαβιβάσθηκαν από την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 11227/15.10.2009 επικυρωτική απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (Δ΄495/27.10.2009).
- Επειδή, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, με την από 4.10.2007 έκθεση της Επιτροπής, η οποία συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη, έγινε δεκτό ότι η αρχική χάραξη του παλαιού αιγιαλού, κατά την οποία η απόσταση μεταξύ της νέας γραμμής αιγιαλού και του ορίου του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού είναι 41 μέτρα και η καλυπτόμενη έκταση 2,5 στρέμματα, είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, μεταξύ δε αυτών και όλα τα στοιχεία που είχε προσκομίσει ο αιτών, έκρινε ότι, ενόψει και της μορφολογίας του εδάφους στην περιοχή, υπήρξε μεν μεταφορά φερτών υλών και πρόσχωση της θάλασσας, η οποία δικαιολογεί καταρχήν την ύπαρξη παλαιού αιγιαλού, ο τελευταίος όμως έχει, συγκριτικά προς τον αρχικό καθορισμό, σημαντικά μικρότερο πλάτος και έκταση, ήτοι 15 μέτρα (έναντι 41) και 1 στρέμμα (έναντι 2,5) αντίστοιχα. Η κατά τα ανωτέρω κρίση της Επιτροπής στηρίζεται στην προαναφερόμενη αναλυτική και επαρκή αιτιολογία που περιέχεται στις προμνησθείσες εκθέσεις της αρμόδιας Επιτροπής, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που αμφισβητεί τις σχετικές επιστημονικές και τεχνικές κρίσεις της Διοίκησης, στις οποίες ερείδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (πρβλ. ΣτΕ 4553/2011, 1052/2010).
- Επειδή, συναφώς με τον προηγούμενο λόγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο έτερος προβαλλομενος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η από 4.10.2007 έκθεση της Επιτροπής, επί της οποίας ερείδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εντοπίζει κανένα απολύτως σφάλμα του αρχικού καθορισμού των επίμαχων οριογραμμών, αλλά περιορίζεται, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.9 του ν. 2971/2001, σε επανεκτίμηση των ίδιων πραγματικών δεδομένων. Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, την από 4.10.2007 έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων καθώς και την, προγενέστερη αυτής, από 5.10.2006 έκθεση της ίδιας επιτροπής, ο επίδικος επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού ερείδεται στην κρίση της Διοίκησης ότι ο αρχικός καθορισμός (έτους 1988) των κατά τα ανωτέρω οριογραμμών ήταν εσφαλμένος, διότι εχώρησε κατά πλάνη περί τα πράγματα, προκύπτουσα, μάλιστα, κατά την εκτίμηση της επιτροπής και από νεότερα στοιχεία.
- Επειδή, προβάλλεται ότι στο προοίμιο της προσβαλλόμενης δεν μνημονεύονται, όπως απαιτείται κατά το νόμο, α) πράξη της Επιτροπής από την οποία να προκύπτει η συμμόρφωσή της προς τις παρατηρήσεις που περιέχονται στη σύμφωνη γνώμη του ΓΕΝ και β) νεότερη, δηλαδή μετά τη διαπίστωση της κατά τα ανωτέρω συμμόρφωσης της Επιτροπής, σύμφωνη γνώμη του ΓΕΝ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την Φ.544.5/16/09/15.1.2009 γνωμοδότησή του το ΓΕΝ συμφώνησε με τον επίδικο επανακαθορισμό των κατά τα ανωτέρω οριογραμμών, στον οποίο προέβη η αρμόδια Επιτροπή με την από 4.10.2007 έκθεσή της, επεσήμανε δε, στην ίδια γνωμοδότηση, την ανάγκη να τεθεί σφραγίδα στη θεώρηση, από την Κτηματική Υπηρεσία, του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει την ως άνω έκθεση καθώς και την ανάγκη να απεικονισθούν στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα τα πρανή του υπάρχοντος στην περιοχή ρέματος «… τα οποία, ενώ έχουν αποτυπωθεί, δεν έχουν αποδοθεί στο διάγραμμα». Συνεπώς, το ΓΕΝ γνωμοδότησε σχετικά, ασκώντας πλήρως και οριστικά την κατά το νόμο αρμοδιότητά του, δεν απαιτείτο δε, και μάλιστα ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, ούτε η έκδοση νεότερης πράξης της Επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας περί «συμμόρφωσης» προς τις παρατηρήσεις του ΓΕΝ ούτε, βεβαίως, η έκδοση νεότερης σύμφωνης γνώμης του ΓΕΝ, μετά την ως άνω «συμμόρφωση». Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Επειδή, προβάλλεται ότι ο επιχειρηθείς με την προσβαλλόμενη πράξη επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού έγινε μη νομίμως χωρίς, προηγουμένως, να έχει οριοθετηθεί το υπάρχον στην περιοχή ρέμα. Από τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το ΓΕΝ, με το Φ.544.5/16/09/15.1.2009 έγγραφό του, συμφώνησε με τον επίδικο επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων: «… α. … β. Να απεικονισθούν στο διάγραμμα τα πρανή του υπάρχοντος στην περιοχή ρέματος, τα οποία, ενώ έχουν αποτυπωθεί, δεν έχουν αποδοθεί στο διάγραμμα. …». Επί του εγγράφου αυτού, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία Νομού Χαλκιδικής απάντησε (359/17.2.2009 έγγραφό) ότι στην περιοχή επανακαθορισμού δεν υπάρχει σαφώς σχηματισμένο ρέμα, δηλαδή δεν υπάρχουν πτώσεις του εδάφους που να ορίζουν πρανή ρέματος, ούτε εντοπίζεται σχηματισμένη κοίτη, ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα δεν υπάρχουν αποτυπωμένα σημεία που να υποδηλώνουν ρέμα, ζήτησε δε από το ΓΕΝ να της υποδείξει πού εντοπίζει το ρέμα, στέλνοντας, ταυτόχρονα και σχετικές φωτογραφίες της επίμαχης θέσης όπως ήταν την ημέρα της αυτοψίας από την αρμόδια Επιτροπή. Εξάλλου, και στις δύο προαναφερόμενες εκθέσεις της Επιτροπής, δηλαδή της 5.10.2006 και της 4.10.2007, σημειώνεται ρητώς ότι δεν υπάρχει κάποιο ρέμα στην επίμαχη θέση και ότι γενικά η λεκάνη απορροής είναι περιορισμένης έκτασης. Το ΓΕΝ, με το Φ.544.5/350/09 έγγραφό του, απάντησε τα εξής: «1. … διαβιβάζεται συνημμένα επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος του διαγράμματος καθορισμού, επί του οποίου με πράσινες συνεχείς γραμμές έχει σημειωθεί η θέση, στην οποία κατά την ερμηνεία αεροφωτογραφιών, παρατηρείται ίχνος φυσικής ή διαμορφωμένης κατασκευής. Του ίχνους αυτού διακρίνονται στο διάγραμμα αποτυπωμένα τα χαρακτηριστικά του σημεία και με διαφορετική πυκνότητα από τη σύνηθη, κάτι που υποδηλώνει την περιγραφή λεπτομέρειας του εδάφους. Τα σημεία αυτά του διαγράμματος ακολουθήθηκαν από το ΓΕΝ/ΥΥ για το σχηματισμό των ανωτέρω γραμμών οι οποίες συμπίπτουν και με το φωτοερμηνευόμενο ίχνος». Κατόπιν τούτων, στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προσβαλλόμενη πράξη έχει απεικονισθεί το συγκεκριμένο ίχνος. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι, ακόμα και με την εκδοχή ότι υπάρχει πράγματι ρέμα στην επίμαχη περιοχή, έχει πάντως γίνει η ζητηθείσα αποτύπωση στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα.
- Επειδή, μη προβαλλόμενου άλλου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.






