ΣτΕ 593/2016 [ Παράνομο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης λόγω αυθαίρετων κατασκευών σε δασική έκταση]
Περίληψη
-Ο λόγος της προσφυγής, ότι το επίμαχο πρωτόκολλο στερείται νομίμου ερείσματος, λόγω της απομάκρυνσης από τον αναιρεσείοντα των αυθαίρετων κατασκευών πριν την έκδοση αυτού, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η οικειοθελής παράδοση/ απομάκρυνση των αυθαίρετων εγκαταστάσεων παράγει έννομες συνέπειες μόνο για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η κρίση αυτής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν είναι νόμιμη, για το λόγο δε αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να εξασφαλισθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
-Εφόσον το κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς πραγματικό είναι εκκαθαρισμένο, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να κάνει δεκτή την προσφυγή και να ακυρώσει το πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Μ. Μπαμπίλη
Δικηγόροι: Παν. Αθανασούλης
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 12290/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά του 1239/6.4.2006 πρωτοκόλλου του Δασάρχη Πάρνηθας, περί επιβολής σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ειδικής αποζημίωσης ύψους 1.113.349,12 ευρώ, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, λόγω διατήρησης αυθαίρετων κατασκευών εντός δημόσιας δασικής έκτασης, στη θέση «Καλλιστήρι» του Δήμου Φυλής Αττικής, για το χρονικό διάστημα από 30.3.2005 έως 19.3.2006.
- Επειδή, στο άρθρο 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και ισχύει από 1.1.2011 για τις εφ’ εξής ασκούμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ορίζεται ότι «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην παρ. 3 προϋποθέσεων (βλ. ΣτΕ 2553-2559, 2039, 543-544/2015, 1873/2012 7μ. κ.ά.). Επομένως, επί διαφοράς, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεως του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε (α) δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε (β) οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως προς το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει αντίθεση, όταν αυτή προκύπτει από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους, υπό την έννοια ότι η νομολογία την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων πρέπει να επιλύει αυτό καθ’ εαυτό το νομικό ζήτημα, το οποίο τίθεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και όχι κάποιο άλλο, ανάλογο ή παρόμοιο (βλ. ΣτΕ 389, 598, 3768/2014, 797/2013 7μ., 4163/2012 7μ. κ.α.). Περαιτέρω, η αντίθεση στη νομολογία ή η ανυπαρξία νομολογίας θα πρέπει να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας, συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά να αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής (πρβλ. ΣτΕ 3008, 3010, 3011/2013).
- Επειδή, με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι αναιρέσεως: Α) Κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 και του άρθρου 71 του ν. 998/1979 κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη, ότι η οικειοθελής απομάκρυνση των επίμαχων κατασκευών δεν έχει αναδρομική ισχύ για τα ήδη εκδοθέντα πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης, αλλά παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον. Β) Κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. κρίθηκε νόμιμο το επίμαχο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης, παρά τις πλημμέλειες του εγγράφου με το οποίο κλήθηκε ο αναιρεσείων σε ακρόαση, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και το αρμόδιο για την ακρόαση όργανο. Γ) Κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία κρίθηκε νόμιμο το επίμαχο πρωτόκολλο χωρίς να ληφθεί υπόψη το δεδικασμένο από τις 12275, 12276 και 12277/2009 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε ότι η συντελεσθείσα οικειοθελής απομάκρυνση – η οποία ισοδυναμεί με την οικειοθελή παράδοση – οδηγεί στην αναδρομική απαλλαγή από την καταβολή της ειδικής αποζημίωσης που επιβλήθηκε με πρωτόκολλα εκδοθέντα μέχρι την συντέλεσή της οικειοθελούς αυτής απομάκρυνσης / παράδοσης. Δ) Κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, του προβλεπόμενου στα άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος στη δίκαιη δίκη καθώς και του άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α., και των άρθρων 17 και 25 του Συντάγματος κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νόμιμη η έκδοση του επίμαχου πρωτοκόλλου, χωρίς να έχει καταρτισθεί δασολόγιο και χωρίς να έχει επιλυθεί η αμφισβήτηση περί του δασικού ή μη χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως με την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του ν. 998/1979 ενδικοφανή διαδικασία.
- Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 29.3.2013, εμπίπτει, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της, στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέρχεται σε 1.113.349,12 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ. Προκειμένου δε να κριθεί παραδεκτή η άσκησή της κατά τις ως άνω διατάξεις του ν. 3900/2010, με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης περί μη αναδρομικής απαλλαγής από τα ήδη εκδοθέντα πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης, παρά την οικειοθελή απομάκρυνση των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών, έρχεται σε αντίθεση προς την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα προς τις 1785/2001 και 4668/2011 αποφάσεις, ως προς δε τις πλημμέλειες τις κλήσεώς του σε ακρόαση πριν την έκδοση του επίμαχου πρωτοκόλλου, κατά τον αναιρεσείοντα, η σχετική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης έρχεται σε αντίθεση προς τα κριθέντα με την απόφαση 3244/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ ως προς τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα τιθέμενα με αυτούς νομικά ζητήματα.
- Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 652/2015, 2839/2008 κ.ά.), η κατά την διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) «ειδική αποζημίωση» αποτελεί, κατ’ ουσίαν, διοικητική κύρωση επιβαλλομένη για τη διατήρηση αυθαιρέτου κατασκευής εντός δάσους ή δασικής έκτασης και όχι αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση δημόσιας δασικής έκτασης, αφού μάλιστα μπορεί να επιβάλλεται και εις βάρος του ιδιοκτήτη αυτής, η δε επιβολή της εξυπηρετεί τον δημόσιο σκοπό της προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της Χώρας, ενώ όπως έχει επίσης κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 3379, 652/2015, 1672/2014, 4970/2013, 4668/2011, 4587/2009 7μ.), κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ενόψει του σκοπού τους, ο οποίος συνίσταται τελικώς στην κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν κατασκευασθεί αυθαιρέτως σε δάσος ή δασική ή αναδασωτέα έκταση, οι δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση του πρωτοκόλλου αίρονται εάν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημιώσεως που έχει επιβληθεί, σε όποιο ποσό και εάν ανέρχεται αυτή. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ανωτέρω σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του παραδεκτού προβολής του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται βασίμως, η δε κρινόμενη αίτηση ως προς το ανωτέρω ζήτημα και τον συναφή με αυτό λόγο αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό, αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 4.2.2013, η δε κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 29.3.2013.
- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 3428/20.11.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής αποφασίσθηκε η κατεδάφιση / απομάκρυνση αυθαίρετων κατασκευών συνολικής επιφάνειας 5.330,60 τ.μ., τις οποίες φέρεται ότι εγκατέστησε ο αναιρεσείων εντός δημόσιας δασικής έκτασης στην ως άνω θέση «Καλλιστήρι» του Δήμου Φυλής Αττικής. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης κατεδάφισης ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την 141/2002 απόφαση του Προέδρου του δικαστηρίου αυτού. Στη συνέχεια, αφού λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων, η 1253/20.3.2001 πρόσκληση του Δασάρχη Πάρνηθας για την κατεδάφιση των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 1239/6.4.2006 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 ειδική αποζημίωση, ποσού 1.113.349,12 ευρώ, λόγω διατήρησης των ως άνω κατασκευών κατά το χρονικό διάστημα από 30.3.2005 έως 19.3.2006. Σημειωτέον ότι, κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε στις 20.3.2006, διαπιστώθηκε ότι κατά την ημερομηνία αυτή, ο αναιρεσείων είχε ήδη απομακρύνει τις αυθαίρετες κατασκευές που αναφέρονται στην 3428/20.11.2001 σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Κατά του ως άνω υπ’ αριθμ. 1239/6.4.2006 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ο λόγος της προσφυγής, ότι το επίμαχο πρωτόκολλο στερείται νομίμου ερείσματος, λόγω της απομάκρυνσης από τον αναιρεσείοντα των αυθαίρετων κατασκευών πριν την έκδοση αυτού, απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η οικειοθελής παράδοση / απομάκρυνση των αυθαίρετων εγκαταστάσεων παράγει έννομες συνέπειες μόνο για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Ενόψει, όμως, των προαναφερθέντων στην σκέψη 6, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν είναι νόμιμη, για τον λόγο δε αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να εξαφανισθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
- Επειδή, εξ άλλου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στις 20.3.2006, ήτοι πριν την έκδοση του επίμαχου πρωτοκόλλου, ο αναιρεσείων είχε ήδη απομακρύνει τις αυθαίρετες κατασκευές, για τις οποίες επιβλήθηκε η ειδική αποζημίωση με το ανωτέρω πρωτόκολλο. Συνεπώς, εφόσον το κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς πραγματικό είναι εκκαθαρισμένο, το Δικαστήριο, μετά την κατά τα ανωτέρω αποδοχή της αίτησης αναιρέσεως και την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης, πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να κάνει δεκτή την προσφυγή του Κων/νου Κωστούλα, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκαν τα 2229531, 971912, 1531203, 5606692, 3102252 και 3377039/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου, και να ακυρώσει το 1239/6.4.2006 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας (βλ. ΣτΕ 3379, 652/2015).
- Επειδή, το δικαστήριο εκτιμώντας τις περιστάσεις κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.






