ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (Οκτώβριος 2006)
-
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2006
Η πληθωρική παραγωγή περιβαλλοντικών κανόνων ανέβασε από τη δεκαετία του ΄80 κατά πολύ τον πήχη της περιβαλλοντικής προστασίας στη χώρα μας. Οι περισσότεροι θεσπίστηκαν, όπως είναι γνωστό, για την προσαρμογή του ελληνικού προς το κοινοτικό δίκαιο. Όσο όμως αυξανόταν ο αριθμός τους και ενισχυόταν η κανονιστική πυκνότητά τους τόσο πιο έντονα ετίθετο επί τάπητος η εφαρμογή τους, ενόψει μάλιστα των επιταγών του άρθρου 24 του Συντάγματoς που αποκτούσαν απτό περιεχόμενο με τη δημιουργική νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας. Το πρόβλημα προσέλαβε, με την παρέλευση του χρόνου, εκρηκτικές διαστάσεις και αναδείχθηκε γρήγορα ως κεντρικό της περιβαλλοντικής μας πολιτικής. Η προστασία του περιβάλλοντος δοκιμάζεται έτσι προ πολλού στη χώρα μας στο επίπεδο όχι των κανόνων αλλά της εφαρμογής τους και της μετουσίωσής τους σε πράξη.
Ο νομοθέτης δεν άργησε να συνειδητοποιήσει την ανάγκη της τήρησης των περιβαλλοντικών κανόνων, που ως έρεισμα είχε προπάντων τη συνταγματική υποχρέωση του κράτους «να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αειφορίας» για την προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 1 Συντ.). Στο βασικό νόμο 1650/1986 κατέστρωσε μία δέσμη διατάξεων που απέβλεπαν στην οργάνωση ενός πρώτου συστήματος που θα μπορούσε να συμβάλλει στην εφαρμογή των περιβαλλοντικών κανόνων. Οι σχετικές επιλογές του εμπνέονταν όμως από παραδοσιακές αντιλήψεις, αφού ο νομοθέτης αναζήτησε λύσεις στις παρωχημένες δομές της διοίκησης. Επόμενο ήταν λοιπόν, η διοίκηση να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτή τη δύσκολη αποστολή. Η αξιοποίηση παραδοσιακών θεσμών -όπως ο ιεραρχικός έλεγχος, οι διοικητικές προσφυγές και η διοικητική εποπτεία- δεν ήταν εξ αντικειμένου δυνατόν να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες που αυξάνονταν διαρκώς.
Με υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία διαπίστωνε την αδυναμία της διοίκησης να εγγυηθεί την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, προβλέφθηκε στο νόμο 2242/1994 η σύσταση ενός ελεγκτικού μηχανισμού. Το «Ειδικό Σώμα Ελεγκτών για την Προστασία του Περιβάλλοντος» άργησε να συγκροτηθεί, λειτούργησε υποτονικά και πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Με το ν. 2947/2001 συστάθηκε έπειτα η «Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος» (στο εξής: Ειδική Υπηρεσία). Πρόκειται για ένα εσωτερικό μηχανισμό ελέγχου που εντάσσεται στη δομή του ΥΠΕΧΩΔΕ και υπάγεται στον Υπουργό.
Αξίζει ενπρώτοις να σημειωθεί ότι η Ειδική Υπηρεσία άρχισε να συγκροτείται μετά την παρέλευση δύο περίπου χρόνων από τη νομοθετική πρόβλεψή της. Η δημιουργία της δεν συνοδεύτηκε όμως από την εξασφάλιση της αναγκαίας στελέχωσης, τον απαραίτητο εξοπλισμό και τη διάθεση πόρων. Εκτός αυτού, άρχισε τη δράση της χωρίς ένα υποτυπώδες έστω σχέδιο δράσης. Τα χρονίζοντα αιτήματα που αποτυπώνονται στην πρόσφατη έκθεσή της για το 2005 είναι χαρακτηριστικά της κατάστασης που εξακολουθεί να επικρατεί. Και εδώ συναντούμε δηλαδή μία γνώριμη παθογένεια του ελληνικού διοικητικού συστήματος. Οι αναγκαίοι θεσμοί δημιουργούνται με καθυστέρηση και δεν εξοπλίζονται, ούτε στην αρχή αλλά ούτε και στη συνέχεια, με τα απαραίτητα μέσα για να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Αφήνονται «στην τύχη τους», καταδικασμένοι να υπολειτουργούν.
Η ανάγνωση της έκθεσης της Ειδικής Υπηρεσίας βεβαιώνει του λόγου το αληθές. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, δεν μπορεί να προσφέρει πολλά πράγματα στην τιθάσευση των περιβαλλοντικών προβλημάτων που οξύνονται σε όλη τη χώρα. Μόνο αν ενισχυόταν με όλα τα αναγκαία μέσα και διέθετε ένα σύγχρονο σχέδιο δράσης, θα μπορούσε να παράγει αποτελέσματα και θα συνέβαλε στην προστασία του χειμαζόμενου περιβάλλοντος. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι η αρμοδιότητά της συμπλέκεται συχνά με την αρμοδιότητα άλλων Υπουργείων καθώς και του Γενικού Επιθεωρητή Δημοσίας Διοίκησης, αντιλαμβάνεται τις αξεπέραστες πολλές φορές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει στο έργο της. Δεν φτάνουν λοιπόν οι καλές προθέσεις.
Οι πολλοί ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν αποδίδουν πάντοτε καρπούς. Χρειαζόμαστε λίγους, αξιόπιστους και αποτελεσματικούς που να λειτουργούν αχειραγώγητοι με γνώμονα τη περιβαλλοντική νομιμότητα. Τη σημασία αυτής της παραμέτρου μπορεί εύκολα να κατανοήσει κανείς, αν συγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τα προβλήματα προστασίας του περιβάλλοντος οι εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί που υπάγονται στη διοίκηση και οι ανεξάρτητοι εξωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί. Αντιπαραβάλλοντας τις εκθέσεις της Ειδικής Υπηρεσίας και τα πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη, συνειδητοποιεί κανείς εύκολα τη διαφορά.
Εφόσον κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη περισσοτέρων εσωτερικών και εξωτερικών ελεγκτικών μηχανισμών, αυτοί πρέπει να διέπονται βασικά από κοινούς κανόνες δράσης και να συναρθρώνονται εντέλει σε ένα ορθολογικό και συνεκτικό σύστημα. Μόνον έτσι θα ήταν δυνατόν να εγγυηθούν την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο ανάπτυξη. Εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί, όπως η Ειδική Υπηρεσία, που δεν είναι σε θέση να συμβάλλουν ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος αποδεικνύονται ατελέσφοροι και λειτουργούν περισσότερο ως άλλοθι της αδυναμίας της εκάστοτε κυβέρνησης να διαμορφώσει και να εφαρμόσει μια σοβαρή και αξιόπιστη πολιτική. Γι’ αυτό ακριβώς η προσφορά τους, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ειδικής Υπηρεσίας, είναι εξαιρετικά περιορισμένη.






