ΣτΕ 155/2024 [Νόμιμη αδειοδότηση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας στην Κάλυμνο]
Περίληψη
– Προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι παράνομες και ακυρωτέες, διότι η επίδικη μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας αδειοδοτείται πριν θεσπισθεί στην περιοχή ζώνη ανάπτυξης ιχθυοτροφείων, ιδίως δε πριν θεσπισθεί Π.Ο.Α.Υ. ή Π.Α.Σ.Μ. και χωρίς να προβλέπεται στην εν λόγω θέση η χωροθέτηση ιχθυοτροφείου από εγκεκριμένη Ζ.Ο.Ε. ή από εγκεκριμένο χωροταξικό ή ρυθμιστικό ή άλλο αντίστοιχο σχέδιο ούτε να έχει προηγηθεί ο καθορισμός Π.Ο.Α.Π.Δ., λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι πρόκειται για εγκατάσταση στο ευαίσθητο οικοσύστημα του θαλάσσιου κόλπου του Εμπορειού Καλύμνου. Συναφώς προβάλλεται ότι η επίδικη θέση δεν εμπίπτει στην Π.Α.Υ. Εμπορειού, που προβλέπεται στο Ειδικό Πλαίσιο για τις ιχθυοκαλλιέργειες.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. i της 31722/4.11.2011 απόφασης της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (Β’ 2505/4.11.2011), με την οποία εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις υδατοκαλλιέργειες, στις Περιοχές Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, υφιστάμενες μονάδες που δεν εντάσσονται σε Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) ή Περιοχές Άτυπης Συγκέντρωσης Μονάδων (ΠΑΣΜ), επειδή βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη από 2 χλμ από το όριο ΠΟΑΥ ή την πλησιέστερη μονάδα αντίστοιχα, διατηρούνται με την προϋπόθεση να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Πλαισίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υποπερ. Β της παρ. 1 του ίδιου άρθρου στις “Περιοχές με σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης των θαλάσσιων υδατοκαλλιεργειών”-ΠΑΥ Β, όπως είναι η περιοχή Κάλυμνος-Εμπορειός Β.20 (βλ. Παράρτημα-Πίνακα 1 Ειδικού Πλαισίου), επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, ο εκσυγχρονισμός, η επέκταση και η μετεγκατάσταση υφιστάμενων μονάδων εντός της ίδιας ΠΑΥ χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις. Εξάλλου, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, οι μονάδες που είχαν αδειοδοτηθεί και λειτουργούσαν κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Ειδικού Πλαισίου (δηλαδή πριν από τη δημοσίευσή του στις 4.11.2011 σε ΦΕΚ, κατά το άρθρο Τρίτο του Πλαισίου) εμπίπτουν στις “υφιστάμενες μονάδες”, οι οποίες επιτρεπτώς επεκτείνονται και μετεγκαθίστανται εντός ΠΑΥ κατηγορίας Β.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ και τα στοιχεία του φακέλου, η επίδικη μονάδα βρίσκεται εντός της ΠΑΥ Β Κάλυμνος-Εμπορειός και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος ισχυρισμός του αιτούντος. Εξάλλου, πρόκειται για μονάδα ήδη υφιστάμενη στην περιοχή κατά τον χρόνο έναρξης του Ειδικού Πλαισίου, που λειτουργούσε από το έτος 1994 με μικρότερη έκταση (10 στρεμμάτων) και δυναμικότητα (150 τόνων/έτος), αρχικά υπό άλλη επωνυμία και εν συνεχεία στο όνομα της παρεμβαίνουσας. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω διατάξεις του Ειδικού Πλαισίου νομίμως αδειοδοτήθηκε με τις προσβαλλόμενες πράξεις η επέκταση και μικρή μετατόπιση της επίδικης μονάδας εντός της ίδιας ΠΑΥ Β στην οποία βρισκόταν, πρέπει δε ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα.
Προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι παράνομες και ακυρωτέες, διότι η επίδικη μονάδα χωροθετήθηκε στην επίδικη θέση κατά παράβαση των ελάχιστων αποστάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 7 του Ειδικού Πλαισίου για τις υδατοκαλλιέργειες καθώς και του Ειδικού Πλαισίου για τον Τουρισμό του έτους 2009, σε σχέση με τουριστικές μονάδες, οικιστικές αναπτύξεις, παραλίες και καταδυτικό πάρκο που κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος υπάρχουν στην περιοχή. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι η επίδικη μονάδα βρίσκεται: α) σε απόσταση 500 μ. από τον παραλιακό οικισμό του Εμπορειού και σε άμεση οπτική επαφή με αυτόν, β) σε απόσταση 300 μ. από τουριστικές μονάδες και σε οπτική επαφή με παραλία, που αποτελεί τουριστικό πόλο του νησιού και γ) σε περιοχή όπου υπάρχει καταδυτικό πάρκο.
Εν προκειμένω, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα από τα στοιχεία του φακέλου και τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν προκύπτουν τα εξής: α) Η επίδικη μονάδα, που δεν βρίσκεται σε κλειστό κόλπο ή στενό θαλάσσιο δίαυλο, δεν είναι ορατή από τον οικισμό του Εμπορειού Καλύμνου από τον οποίο απέχει 1021 μ. σε ευθεία γραμμή από το πλησιέστερο σημείο. Συναφώς, το Τμήμα Αλιείας Π.Ε. Καλύμνου της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου είχε θέσει όρο η μονάδα να μην είναι ορατή από τον Εμπορείο με την θετική γνωμοδότησή της, η οποία ελήφθη υπόψη. Εξάλλου, δεν προσκομίζεται από τον αιτούντα κάποιο στοιχείο από το οποίο ν’ αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του περί ορατότητας της μονάδας από τον εν λόγω οικισμό, αντιθέτως προσκομίζεται τοπογραφικό σύμφωνα με το οποίο η απόσταση αυτής από τον Εμπορειό είναι 840 μ. Συνεπώς, εν προκειμένω, τηρείται η προαναφερθείσα ελάχιστη απόσταση των 500 μ., που προβλέπεται στο Ειδικό Πλαίσιο σε σχέση με υφιστάμενο οικισμό, όταν δεν υπάρχει οπτική επαφή, β) Περαιτέρω, ως προς την ύπαρξη τουριστικών εγκαταστάσεων, ο αιτών προσκομίζει έγγραφο επιμορφωτικού – πολιτιστικού περιβαλλοντολογικού συλλόγου στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στην περιοχή του Εμπορειού λειτουργούν ένα ξενοδοχείο και οκτώ καταλύματα με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Ωστόσο, η εν λόγω βεβαίωση, που δεν προέρχεται από φορέα αρμόδιο για τις τουριστικές εγκαταστάσεις, αφενός μεν δεν προσδιορίζει τις εγκαταστάσεις αυτές, αφετέρου δε δεν αναφέρει συγκεκριμένες αποστάσεις κάθε εγκατάστασης ξεχωριστά από την επίδικη μονάδα ούτε εάν υπάρχει ή μη οπτική επαφή. Επιπλέον, σύμφωνα με τη ΜΠΕ, το ακρωτήριο Κεφαλά πλησίον του οποίου βρίσκεται η επίδικη μονάδα είναι ακατοίκητο χωρίς τουριστικές μονάδες, ενώ και ο οικισμός Εμπορειού, με τον οποίο δεν υπάρχει οπτική επαφή, απέχει πλέον των 500 μ. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των ελάχιστων αποστάσεων που προβλέπει το Ειδικό Πλαίσιο από τουριστικές εγκαταστάσεις, γ) Σχετικά με την ύπαρξη παραλίας στην περιοχή, κατά τη ΜΠΕ σε απόσταση 510 μ. από την επίδικη μονάδα και χωρίς οπτική επαφή από αυτήν βρίσκεται μία αμμώδης παραλία, στην οποία δεν υπάρχει πρόσβαση από την ξηρά. Συνεπώς, αφενός μεν δεν πρόκειται για κολυμβητική παραλία πλησίον τουριστικών εγκαταστάσεων ή οικισμών, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση τηρείται η ελάχιστη απόσταση των 500 μ. δ) Τέλος, ως προς την ύπαρξη καταδυτικού πάρκου στην περιοχή, προσκομίσθηκαν από τον αιτούντα Δήμο φυλλάδια του “Δικτύου Καταδυτικών Διαδρομών Καλύμνου” και δύο έγγραφα του ιδίου που αναφέρονται σε κτιριακές εγκαταστάσεις καταδυτικού κέντρου, οι οποίες όμως δεν είχαν λειτουργήσει. Ωστόσο, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ούτε αποδεικνύεται από τον αιτούντα η ίδρυση καταδυτικού πάρκου πλησίον της επίδικης μονάδας μέχρι την ημερομηνία έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, για την προέγκριση παραχώρησης της θαλάσσιας έκτασης στην επίδικη θέση ελήφθη υπόψη, μεταξύ άλλων, και έγγραφο του Τμήματος Αλιείας Π.Ε. Καλύμνου, στο οποίο αναφέρεται η ύπαρξη δύο καταδυτικών διαδρομών στη θαλάσσια περιοχή του ακρωτηρίου Κεφαλά. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των ελάχιστων αποστάσεων από καταδυτικό πάρκο. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει ν’ απορριφθεί συνολικά ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος καθ’ ο μέρος αφορά παράβαση των διατάξεων του Ειδικού Πλαισίου για τις υδατοκαλλιέργειες ως προς τις ελάχιστες αποστάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων ελήφθη υπόψη και η παράμετρος της προστασίας της τουριστικής δραστηριότητας της περιοχής, όπως δε προκύπτει από την θετική γνωμοδότηση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Τουρισμού Δωδεκανήσου του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών και Τουρισμού, η αδειοδότηση της επίδικης μονάδας δεν επηρεάζει αρνητικά την τουριστική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής του νησιού. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η προσβαλλόμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας της επίδικης μονάδας εκδόθηκε κατόπιν εισήγησης της Διεύθυνσης Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, όπως συνάγεται από τη συνυπογραφή σχεδίου της απόφασης αυτής από τον αρμόδιο υπάλληλο της ανωτέρω Διεύθυνσης, επιπλέον δε μεταξύ των δικαιολογητικών που υπεβλήθησαν για την έκδοση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της επίδικης μονάδας περιλαμβάνεται η ΑΕΠΟ- δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, επί της οποίας είχε γνωμοδοτήσει θετικά υπό όρους η ίδια ως άνω Διεύθυνση που υπογράφεται από τον ασκούντα καθήκοντα Γενικού Γραμματέα. Εξάλλου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ελήφθησαν υπόψη οι θετικές γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας Διεύθυνσης Αλιείας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, καθώς και η θετική γνωμοδότηση της Περιφερειακής Διευθυντής Δωδεκανήσου του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών και Τουρισμού. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη ότι κοινά δικαιολογητικά, όπως εν προκειμένω η γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Αγροτικών Υποθέσεων για την εκδοθείσα ΑΕΠΟ, υποβάλλονται μία φορά, ο περί του αντιθέτου λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης πραγματικής βάσης.
Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει η εξασφάλιση χερσαίων εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση της ε7άδικης μονάδας σε κατά το δυνατόν εγγύς περιοχή, ανάλογα και με τη φύση και λειτουργία κάθε επιμέρους χερσαίας εγκατάστασης, πρέπει δε ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος, με τον οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητούνται ειδικώς τα εν λόγω στοιχεία. Όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ εν προκειμένω, εγκρίνεται η μικρή μετακίνηση της επίδικης μονάδας, περίπου 200 μ. ανατολικότερα, από την αρχική θέση, πρόκειται δε πράγματι για απλή μετατόπιση, κατά τα οριζόμενα στον νόμο, και όχι για μετεγκατάσταση, η οποία, σε κάθε περίπτωση, επιτρέπεται εντός της ίδιας ΠAY. Ως εκ τούτου, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος.
Σε περίπτωση επέκτασης υφιστάμενης μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας παραχωρούνται οι απαιτούμενες νέες εκτάσεις με απευθείας μίσθωση για τον υπολειπόμενο χρόνο της μίσθωσης της αρχικής έκτασης χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, μετά δε τη λήξη του χρόνου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναμίσθωσης, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται μεν περισσότερος χρόνος μίσθωσης της έκτασης, προβλέπεται, ωστόσο, έλεγχος ως προς την τήρηση σειράς προϋποθέσεων που αφορούν στη νόμιμη λειτουργία της μονάδας σύμφωνα και με τους όρους αδειοδότησής της και συνεπώς είναι αυστηρότερες. Επιπλέον, η αναμίσθωση επιτρέπεται, υπό προϋποθέσεις, να γίνει και πριν τη λήξη της αρχικής μίσθωσης, για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τα 20 έτη. Από τον συνδυασμό των εφαρμοστέων διατάξεων προκύπτει ότι επί επεκτάσεως υφιστάμενης μονάδας, με ταυτόχρονη μικρή μετατόπιση, όπως εν προκειμένω σε μικρή απόσταση 200 μ. από την αρχική θέση, δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν αντί της συνέχισης της αρχικής μίσθωσης να λάβει χώρα αναμίσθωση για το σύνολο της απαιτούμενης νέας έκτασης πριν τη λήξη της αρχικής σύμβασης για χρονικό διάστημα μέχρι 20 έτη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος, με τον οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητείται η πλήρωση των ειδικότερων προϋποθέσεων που απαιτούνται στον νόμο για την αναμίσθωση.
Πρόεδρος: Π. Καρλή
Εισηγητής: Ζ. Θεοδωρικάκου






