ΣτΕ 4251/2014 [Χαρακτηρισμός κατασκευής ως μη επικίνδυνης από δομική και στατική άποψη]
Περίληψη
-Νομίμως επελήφθη η Διοίκηση του αιτήματος της αιτούσας, η οποία ζήτησε τη διάγνωση της επικινδυνότητας των επίμαχων δομικών στοιχείων της όμορης ιδιοκτησίας όχι ως προς το ενδεχόμενο κατάρρευσης των ιδίων, αλλά ως προς την πρόκληση βλαβών στα δικά της κτίσματα, περαιτέρω δε νομίμως εφαρμόσθηκε κατ’ αναλογία η προβλεπόμενη από τις διατάξεις που παρατίθενται στην πιο πάνω σκέψη διαδικασία διάγνωσης της επικινδυνότητας των κτισμάτων που διατρέχουν τα ίδια κίνδυνο κατάρρευσης. Η κρίση της Διοίκησης ως προς την μη επικινδυνότητα των δομικών στοιχείων της ιδιοκτησίας Μ. – Κ. για τα αντίστοιχα της αιτούσας στηρίχθηκε, κατά βάση, στην ύπαρξη αντισεισμικού αρμού μεταξύ των δομικών στοιχείων της ιδιοκτησίας αυτής και της ιδιοκτησίας της αιτούσας.
-Ενόψει των ισχυρισμών, καθώς και της προσκομισθείσης από την αιτούσα τεχνικής εκθέσεως, η Διοίκηση όφειλε να ερευνήσει αν η τοποθέτηση αντισεισμικού αρμού μεταξύ των μανδροτοίχων των δύο ιδιοκτησιών, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους (ύψος κ.λπ.), ήταν επιβεβλημένη σύμφωνα με τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και την οικοδομική άδεια και, σε καταφατική περίπτωση, αν ο νόμιμος αντισεισμικός αρμός μεταξύ των δύο μανδροτοίχων είχε πράγματι αφεθεί. Από το φάκελο της υπόθεσης, όμως, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση ερεύνησε τα ζητήματα αυτά.
-Η προσβαλλόμενη πράξη είναι, κατά το μέρος που χαρακτηρίζει ακίνδυνες τις επίμαχες κατασκευές, ανεπαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να ακυρωθεί.
Πρόεδρος: Χρ. Ράμμος
Εισηγητής: Χρ. Ντουχάνη
Δικηγόροι: Δ. Κατωπόδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 2344/11.9.2007 πράξης της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Με την πράξη αυτή κρίθηκε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί επικινδύνων οικοδομών, ως μη επικίνδυνη από στατική και δομική άποψη η περιτοίχιση και η δεξαμενή ύδατος, συγκυριότητας Α.Μ. και Φ. Κ., επί ακινήτου κειμένου επί της οδού Αγ. Νεκταρίου, στο οικοδομικό τετράγωνο 479 του εγκεκριμένου σχεδίου παραλίας Καλυβίων του νομού Αττικής. Περαιτέρω, με την ίδια πράξη ορίσθηκαν οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν με μέριμνα παντός κατά νόμον υποχρέου προς άρση της αβεβαιότητας σεισμικής συμπεριφοράς του τοιχίου της δεξαμενής ύδατος που είναι κάθετο προς το κοινό όριο.
- Επειδή, στο φάκελο της υπόθεσης περιλαμβάνεται αποδεικτικό επίδοσης, το οποίο φέρει την υπογραφή αφενός της αιτούσας και, αφετέρου, προσώπου, του οποίου δεν αναφέρεται η ιδιότητα. Σύμφωνα με το εν λόγω αποδεικτικό, το ως άνω πρόσωπο παρέδωσε στην αιτούσα το «2344 … έγγραφο της Δ/σης Ο.Κ.Κ. με τα συνημμένα του». Το αποδεικτικό αυτό φέρει ημερομηνία 18.10.2007, η δε παρούσα αίτηση κατατέθηκε την 60ή ημέρα από την επομένη της ημερομηνίας αυτής. Υπό τα δεδομένα αυτά και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται, εν πάση περιπτώσει, εμπροθέσμως, η δε αιτούσα, με ενέργειες της οποίας κινήθηκε η διαδικασία διάγνωσης της επικινδυνότητας των επιμάχων και ομόρων προς την ιδιοκτησία της κατασκευών, έχει προφανές έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
- Επειδή, στο άρθρο 422 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν., π.δ. της 14/27-7-1999, Δ΄ 580), που αποδίδει το περιεχόμενο του άρθρου 1 του από 13.4.1929 π. δ/τος «Περί επικινδύνων οικοδομών» (Α΄ 153) ορίζεται ότι: «1 … 2. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική (κοινώς ετοιμόρροπη) όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελίωσης, κακής ποιότητας ή σύνθεσης των υλικών από τα οποία αποτελείται, κακότεχνης εργασίας δόμησης …, ακατάλληλης διάταξης ή σύνδεσης ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων της δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της ασφάλεια … Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιΐας, ρωγμές δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης (για τα υπό εκτέλεση έργα) ή την επενέργεια ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου … 3. …». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 423 του Κ.Β.Π.Ν., (άρθρο 2 του ως άνω πρ. δ/τος), «1. Κάθε πολίτης δικαιούται να καταγγέλλει την πιθανολογούμενη ύπαρξη κινδύνου στις οικοδομές, η δε αστυνομική αρχή και η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία δικαιούνται να θέσουν υπό έλεγχο για εξακρίβωση υπάρχοντος τυχόν κινδύνου κάθε κατασκεύασμα, είτε αποπερατωμένο είτε υπό κατασκευή. 2. Σε κάθε περίπτωση αρμόδια για την άσκηση του ελέγχου ως προς τον υφιστάμενο κίνδυνο κατασκευών είναι η πολεοδομική υπηρεσία, στην οποία και πρέπει να παραπέμπεται κάθε σχετική καταγγελία ή αίτηση, … 3. Όταν ο ιδιοκτήτης … ακινήτου ζητά τον έλεγχό του από την πολεοδομική υπηρεσία από άποψη ασφάλειας για μελετώμενες εργασίες δόμησης … ή για επαύξηση της φόρτωσής του, οφείλει να συνυποβάλλει μαζί με την αίτησή του και σχετική έκθεση εξέτασης της κατασκευής από δύο ιδιώτες πολιτικούς μηχανικούς, … και όσα σχετικά διαγράμματα θεωρήσει αναγκαία η υπηρεσία. Εφόσον παραστεί ανάγκη ο ιδιοκτήτης εκτελεί με δική του δαπάνη και φροντίδα κάθε απαιτούμενη δοκιμαστική εργασία», ενώ, κατά το άρθρο 425 του Κ.Β.Π.Ν., (άρθρο 4 του ως άνω πρ. δ/τος), «1. Η αρμόδια για τον έλεγχο του κινδύνου πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από καταγγελία ή αίτηση ή ειδοποίηση της αστυνομίας ή και αυτεπάγγελτα, προβαίνει σε αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και συντάσσει σχετική έκθεση (πρωτόκολλο) … 2. Η παραπάνω έκθεση πρέπει να … καθορίζει το είδος και την έκταση του κινδύνου, καθώς επίσης και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα … (και) να μνημονεύει αν η κατεδάφιση επιβάλλεται επειδή αποκλείονται οι επισκευές … 3. Για την αποτροπή του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κ.λπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις. Πάντως οι υποδεικνυόμενες εργασίες πρέπει να επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις [π.χ. περίπτωση μη επισκευής αλλά κατεδάφισης επισκευάσιμου μεν αλλά ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτηρίου] … Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εφαρμόζει ταχέως και εμπροθέσμως τα υποδεικνυόμενα στην έκθεση αυτοψίας μέτρα, δικαιούμενος να πραγματοποιεί και ριζικότερα … 4. Αν δεν πραγματοποιήσει ο ιδιοκτήτης εμπρόθεσμα την εφαρμογή των υποδεικνυόμενων από την έκθεση μέτρων, τότε η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην άρση του κινδύνου …», κατά δε το άρθρο 426 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 5 του αυτού πρ. δ/τος), «1. Αντίγραφο της έκθεσης του προηγούμενου άρθρου κοινοποιείται από την πολεοδομική υπηρεσία στον ιδιοκτήτη … Οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται να υποβάλουν ενστάσεις κατά της έκθεσης … 2. Όταν υποβληθούν ενστάσεις κανονικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην πολεοδομική υπηρεσία που έχει συντάξει την έκθεση, αυτή επιμελείται για την αναθεώρησή της. Η αναθεώρηση της αρχικής έκθεσης πρέπει να ενεργείται πάντα από ανώτερο τεχνικό υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας, διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό. Αν δεν υπηρετεί διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός στην πολεοδομική υπηρεσία που έχει συντάξει την αρχική έκθεση, τότε η αναθεώρηση παραπέμπεται στην προϊστάμενη αυτής πολεοδομική υπηρεσία. … Επίσης ενεργείται πάντοτε η αναθεώρηση όταν πρόκειται για ενστάσεις που αναφέρονται σε κίνδυνο ασφάλειας από στατική και δομική άποψη στις περιπτώσεις: α) κατασκευής μονολιθικών από σκυροκονίαμα ή από οπλισμένο σκυροκονίαμα … β) … γ) … δ) … 3. Η αναθεωρητική έκθεση συντάσσεται … όπως και η αρχική. Κατ’ αυτής επιτρέπονται ενστάσεις μόνο εφόσον πρόκειται για τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο τέσσερεις περιπτώσεις ασφάλειας από στατική και δομική άποψη … (Οι ενστάσεις) παραπέμπονται … στον οικείο Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας, ο οποίος και αποφασίζει τελικά …. 4 … 5. Στις τέσσερεις περιπτώσεις ασφάλειας από στατική και δομική άποψη που μνημονεύονται στην παραπάνω παράγραφο 2 οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται να εφεσιβάλουν την απόφαση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, του οποίου την επέμβαση μπορεί να ζητήσει και ο τελευταίος, αν το κρίνει αναγκαίο, αν η απόφασή του αντιτίθεται σε έκθεση δύο ιδιωτών πολιτικών μηχανικών διπλωματούχων ανώτατων αναγνωρισμένων τεχνικών σχολών, η οποία συντάσσεται με φροντίδα των ενδιαφερομένων. Το Υπουργείο αποφασίζει, αφού εξετάσει την υπόθεση με επιτροπή και δοκιμές ή κατά οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο τρόπο νομίσει .…». Τέλος, στο άρθρο 427 παρ. 4 του Κ.Β.Π.Ν. ορίζεται ότι «Αν ο κίνδυνος οφείλεται σε παράβαση των οικοδομικών κανονισμών, οι οποίοι έπρεπε να τηρηθούν κατά την εκτέλεση του έργου, εκτός από την παρέμβαση της αρχής για την άρση του κατά τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται και οι διατάξεις … για τις αυθαίρετες κατασκευές». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 422 και επ. του Κ.Β.Π.Ν., ως επικίνδυνες οικοδομές νοούνται εκείνες, οι οποίες είναι οι ίδιες ετοιμόρροπες, κοινώς ή επικινδύνως κατά τις διακρίσεις του άρθρου 422 παρ. 2., και των οποίων η δομική ή στατική ανεπάρκεια μπορεί να προκαλέσει την ολική ή μερική κατάρρευσή τους. Ο κίνδυνος, εξάλλου, που εγκυμονεί η εν λόγω δομική ή στατική ανεπάρκεια μπορεί να απειλεί όσους χρησιμοποιούν ή επισκέπτονται τις ίδιες τις επικίνδυνες κατασκευές ή τους χώρους που τις περιβάλλουν, ιδιωτικούς ή κοινόχρηστους, καθώς και πάσης φύσεως αντικείμενα και αγαθά, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι παρακείμενοι χώροι, αδόμητοι ή δομημένοι και οι επ’ αυτών οικοδομές και κτίσματα, και αίρεται με τη διαδικασία που καθορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 423 και επ. του Κ.Β.Π.Ν., ανάλογα με τη σοβαρότητα και την αμεσότητά του. Περαιτέρω, όμως, η διαδικασία αυτή δεν αποκλείεται να εφαρμόζεται και επί κτισμάτων, τα οποία δεν είναι τα ίδια ετοιμόρροπα, κοινώς ή επικινδύνως, αλλά προκαλούν στατικούς κινδύνους σε άλλα κτίσματα διότι έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την προστασία των άλλων κτισμάτων, είτε η ανέγερσή τους έλαβε χώρα αυθαιρέτως είτε βάσει οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων αυτών. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία η τασσόμενη από τις ως άνω διατάξεις διαδικασία τηρείται μόνον κατ’ αναλογία, οι συντασσόμενες εκθέσεις επικινδύνου έχουν την έννοια της διαπίστωσης της επικινδυνότητας ορισμένης οικοδομής, που δεν διατρέχει η ίδια κίνδυνο κατάρρευσης, για άλλη, όμορη οικοδομή.
- Επειδή, εξάλλου, όπως έχει κριθεί, η αρμόδια για τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου πολεοδομική υπηρεσία, όταν διαπιστώσει ότι ορισμένη οικοδομή είναι η ίδια, εν όλω ή εν μέρει, απλώς ετοιμόρροπη ή, στην ειδική περίπτωση που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, ότι προκαλεί κινδύνους σε όμορο κτίσμα, καθορίζει ενόψει του είδους και της εκτάσεως του διαγνωσθέντος κινδύνου τα προς αποτροπή του αναγκαία και πρόσφορα μέτρα (πρβλ. ΣτΕ 1293/2008 κ.ά.). Ρητώς δε ορίζεται στις διατάξεις αυτές ότι «υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κ.λπ.» και σε έσχατη μόνο περίπτωση, όταν «αποκλείονται οι επισκευές», διατάσσονται οριστικές κατεδαφίσεις (βλ. άρθρο 425 παρ. 2 και 3 του ΚΒΠΝ). Περαιτέρω, η πράξη χαρακτηρισμού οικοδομής ως απλώς επικίνδυνης από στατικής και δομικής απόψεως (κοινώς ετοιμόρροπης), καθώς και οι εκδιδόμενες διαδοχικώς πράξεις κατόπιν ενστάσεως και εφέσεως, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς, αφ’ ενός ως προς το είδος και την έκταση των διαπιστουμένων ανεπαρκειών, κακοτεχνιών και λοιπών ζημιών της οικοδομής και του εξ αυτών κινδύνου για την στατική και δομική επάρκειά της, και αφ’ ετέρου ως προς τα επιβαλλόμενα για την άρση της επικινδυνότητας μέτρα. Η αιτιολογία αυτή δύναται να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 2313/2008, 2105/2008 κ.ά.). Η αυτή υποχρέωση αιτιολογήσεως υφίσταται και σε περίπτωση αρνήσεως χαρακτηρισμού οικοδομής ως κοινώς ετοιμόρροπης, οπότε πρέπει να περιγράφεται λεπτομερώς η κατάσταση της οικοδομής ως προς τυχόν υφιστάμενες ανεπάρκειες, κακοτεχνίες και λοιπές ζημίες και να εκτίθενται ειδικώς οι διαπιστώσεις της αρχής για την μη συνδρομή περιπτώσεως κινδύνου. Αν, εξάλλου, η αρμόδια αρχή, κατ’ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου και της πραγματικής κατάστασης, διαπιστώσει ότι δεν συντρέχει από τεχνική άποψη παρόμοια περίπτωση, μπορεί, προτού εκφέρει οριστική κρίση, να επιβάλει στον υποβαλόντα αίτημα χαρακτηρισμού οικοδομής ως κοινώς ετοιμόρροπης και εμμένοντα στο αίτημα αυτό την υποχρέωση να προσκομίσει σχετική τεχνική έκθεση, προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί στατικής και δομικής ανεπαρκείας (ΣτΕ 2313/2008).
- Επειδή, όπως, εν προκειμένω, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στις 17.6.2004 διενεργήθηκε αυτοψία από υπάλληλο του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής στην οικοδομή των Φ. Κ. και Α. Μ., που ευρίσκεται στην οδό Αγ. Νεκταρίου και στο οικοδομικό τετράγωνο 479 της Παραλίας Καλυβίων του ν. Αττικής. Στην εκδοθείσα σχετικώς 7933/2004 έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι κατ’ αυτήν διαπιστώθηκε ότι στον πίσω χώρο της οικοδομής υπάρχει πισίνα, το παλαιό τοιχίο της οποίας εφάπτεται του ορίου (με την ιδιοκτησία της αιτούσας) με ενδιάμεσο αρμό 5 εκ., όπως βεβαιώνεται στην τεχνική έκθεση του ιδιώτη μηχανικού Μ. Σ.. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι δεν απαιτείται η λήψη κανενός μέτρου ασφαλείας, αφού δεν παρατηρήθηκαν ρωγμές, καθιζήσεις κ.λπ. και ότι, συνεπώς, το κτίριο δεν είναι διόλου επικίνδυνο από στατική και δομική άποψη. Κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας εκθέσεως μη επικινδύνου, η αιτούσα υπέβαλε την 9094/24.6.2004 ένσταση, ισχυριζόμενη ότι η ύπαρξη αντισεισμικού αρμού, του οποίου, άλλωστε, αμφισβήτησε το πλάτος και το μήκος, δεν καθιστούσε ακίνδυνη την κατασκευή στην όμορη ιδιοκτησία, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μελέτη για την κατασκευασθείσα εκεί πισίνα, καθώς και ότι δεν ελέγχθηκε η δική της κατοικία. Κατατέθηκε μάλιστα και η από 28.6.2004 σχετική τεχνική έκθεση του ιδιώτη πολιτικού μηχανικού Παντελή Εμμανουήλ, ο οποίος διαπίστωσε, κατόπιν αυτοψίας στην οικοδομή της αιτούσας επί της παρόδου Αγ. Νεκταρίου, έντονες ρωγμές στον οργανισμό πληρώσεως και ειδικότερα στο τμήμα της οικοδομής που συνορεύει με την ιδιοκτησία Μπουρνάζου – Καλαϊτζόγλου και στην πλάκα οροφής, καθώς και ότι οι ιδιοκτήτες του όμορου οικοπέδου προέβησαν στην κατασκευή τοίχων αντιστηρίξεως παράλληλα με το κοινό όριο των ως άνω ιδιοκτησιών και σε επαφή με αυτό, όσο και κάθετα προς το κοινό όριο, χωρίς να έχουν αφήσει τον αναγκαίο αντισεισμικό αρμό, με συνέπεια οι κατασκευές αυτές να επηρεάζουν δυσμενώς την οικοδομή της αιτούσας. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε νέα αυτοψία στην ως άνω οικοδομή στις 13.7.2004 από υπάλληλο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και συντάχθηκε η 11053/2405/22.7.2004 αναθεωρητική έκθεση ακινδύνου. Με αυτή διαπιστώθηκε ότι «… στο όμορο οικόπεδο [προς αυτό] ιδιοκτησίας κας Στελλάκη Ευδοξίας, όπου υπάρχει οικοδομή με τμήμα pilotis, ανεγείρεται οικοδομή ιδιοκτησίας κ.κ. Μπουρνάζου Ανδρέα και Καλαϊτζόγλου Φωτεινής με την 747/02 οικοδομική άδεια και την 525/04 αναθεώρηση αυτής, όπου σύμφωνα με τα σχέδια … μετατοπίσθηκε κατά 1,00 μ. από το κοινό όριο των ιδιοκτησιών το τοιχίο της προβλεπόμενης πισίνας. Παρέμεινε σε επαφή με το όριο τοιχίο εξ οπλισμένου σκυροδέματος με εύρος αρμού 5cm, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα μηχανικό της οικοδομής κ. Μάριο Σωτήρχο. Ο πολιτικός μηχανικός κ. Παντελής Εμμανουήλ στην από 28.6.2004 έκθεσή του δηλώνει ότι δεν έχει αφεθεί αρμός. Διαπιστώθηκαν μικρές τριχοειδείς ρωγμές στον οργανισμό πληρώσεως. Δεν διαπιστώθηκαν ρωγμές στο φ.ο. [φέροντα οργανισμό] της οικοδομής της κας Στελλάκη», ο δε ενεργήσας την αυτοψία αποφάνθηκε ότι δεν υφίσταται επικινδυνότητα από άποψη στατική και δομική, καλώντας το Τμήμα Αυθαιρέτων του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου να επιληφθεί ως προς την τήρηση ή μη του αρμού του τοιχίου που βρίσκεται σε επαφή με την ιδιοκτησία της αιτούσας. Κατά της δευτεροβάθμιας εκθέσεως μη επικινδύνου η αιτούσα άσκησε την 4705/8.9.2004 ένσταση ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς περί μη υπάρξεως -ή, εν πάση περιπτώσει- ανεπαρκείας αρμού. Ακολούθησε νέα αυτοψία στις 19.10.2004 από τους πολιτικούς μηχανικούς της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Αττικής, Μιχαήλ Κωβαίο και Δημήτριο Φωτιάδη, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η ΠΕΧΩ 3588/ Φ.5-3/05/18.1.2006 «τριτοβάθμιος έκθεση μη επικινδύνου οικοδομής». Με την έκθεση αυτή διαπιστώθηκε ότι «Α) … επί του ανωτέρω κοινού ορίου των ιδιοκτησιών … οι συνιοδιοκτήται … κατασκεύασαν περιτοίχιση εξ οπλισμένου σκυροδέματος (μονομπλόκ) μεταβλητού ύψους λόγω κλίσεως του πέριξ εδάφους, του οποίου η μέγιστη τιμή υπολογίζεται εις 3 μ. περίπου. Κατά τμήμα του μήκους αυτής η ανωτέρω περιτοίχιση λειτουργεί και ως τοίχος αντιστηρίξεως. Οι συνιοδιοκτήται … επί πλέον κατασκεύασαν δεξαμενήν ύδατος (πισίνα) εις απόσταση περίπου 1 μ. εκ του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών … Β) Αι ανωτέρω κατασκευαί είναι συμβαταί με την … αναθεωρητικήν οικοδομικήν άδειαν, εκ της μακροσκοπικής δε παρατηρήσεως δεν κρίνεται επικίνδυνος από απόψεως στατικής και δομικής…». Με την τριτοβάθμια αυτή έκθεση καλείται το τμήμα Πολεοδομίας Μαρκοπούλου να ερευνήσει «… ενδεχόμενες ήπιες βλάβες εις τα φέροντα και μη φέροντα στοιχεία» της οικοδομής της αιτούσας, και να κινήσει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη διαδικασία που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις (πρωτοβάθμια έκθεση κ.λπ.) ως προς την οικοδομή της αιτούσας. Με βάση τα ανωτέρω διαπιστωθέντα εκδόθηκε η ΠΕΧΩ 3588/Φ5-3/05/7.2. 2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με την οποία οι επίμαχες κατασκευές κρίθηκαν μη επικίνδυνες από απόψεως στατικής και δομικής, επιπλέον δε κρίθηκε απαραίτητος ο έλεγχος της περαιωμένης οικίας της αιτούσας, σύμφωνα με την αμέσως προαναφερόμενη τριτοβάθμια έκθεση. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αιτούσα στις 13.2.2006 και στους ιδιοκτήτες της όμορης οικοδομής στις 14.2.2006, όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Ζ.. Στη συνέχεια, η αιτούσα άσκησε την 1631/13.3.2006 έφεση κατά της αποφάσεως ΠΕΧΩ 3588/Φ5-3/05/7.2. 2006 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, συνυποβάλλοντας την από 8.3.2006 τεχνική έκθεση των πολιτικών μηχανικών Παντελή Εμμανουήλ και Δημητρίου Κοτσώνη, η οποία συνοδευόταν από σκαρίφημα των επίμαχων κατασκευών στην όμορη ιδιοκτησία. Με την έφεσή της, η αιτούσα επανέλαβε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως αντισεισμικού αρμού στα εφαπτόμενα της οικοδομής της επίμαχα σημεία των ως άνω κατασκευών Μ. – Κ., προσθέτοντας ότι οι ιδιοκτήτες του όμορου οικοπέδου όφειλαν, μετά την αναθεώρηση της οικοδομικής τους αδείας και τη μετακίνηση της πισίνας κατά 1 μ. από το κοινό όριο, να ανεξαρτητοποιήσουν τη νέα κατασκευή από την προηγούμενη (αρχική θέση της πισίνας), «… σύμφωνα με τη στατική μελέτη της νέας πισίνας που συνοδεύει την 525/04 αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας». Με το ΠΕΧΩ 1631/Φ5-3/06/29.3.2006 έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΕΧΩ της Περιφέρειας Αττικής η εν λόγω έφεση διαβιβάσθηκε στη Διεύθυνση Οικοδομικού και Κτιριοδομικού Κανονισμού (ΔΟΚΚ) της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Στη συνέχεια, με την 16329/8.6.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. συγκροτήθηκε τριμελής επιτροπή από τους πολιτικούς μηχανικούς Α. Κ., Ο. Λ. και Κ. Κ. για τον έλεγχο της επικινδυνότητας της επίμαχης περιτοίχισης και της δεξαμενής ύδατος της ιδιοκτησίας Μ. – Κ. Η σχετική αυτοψία πραγματοποιήθηκε στις 23.10.2006 και ακολούθως εκδόθηκε η από μηνός Νοεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση της τριμελούς επιτροπής, υπογραφόμενη από τα μέλη της. Η εν λόγω τεχνική έκθεση επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις του τριτοβάθμιου ελέγχου που είχε διενεργηθεί με μέριμνα της Περιφέρειας Αττικής, δεχόμενη ότι «… 1. … η κατασκευασθείσα περιτοίχιση εξ οπλισμένου σκυροδέματος μεταβλητού ύψους λόγω κλίσεως του πέριξ εδάφους επί του κοινού ορίου των δύο ιδιοκτησιών λειτουργεί και ως τοίχος αντιστήριξης. 2. … μεταξύ του τοιχίου αυτού και του υπάρχοντος μανδρότοιχου έχει αφεθεί διαχωριστικός αρμός. 3. … η δεξαμενή ύδατος (πισίνα) απέχει 1 μ. από το κοινό όριο». Με βάση τα ανωτέρω, η τριμελής επιτροπή κατέληξε στην κρίση ότι οι επίμαχες κατασκευές δεν είναι επικίνδυνες από απόψεως στατικής και δομικής, αλλά ότι υπάρχει ανάγκη μείωσης των αβεβαιοτήτων σεισμικής συμπεριφοράς του καθέτου προς το κοινό όριο τοιχίου της πισίνας, προτάθηκε δε, με μέριμνα παντός κατά νόμο υποχρέου, η εντός τακτής προθεσμίας πλήρης διαμόρφωση διαχωριστικού αρμού στο κάθετο τοιχίο προς το κοινό όριο των ιδιοκτησιών με μη καταστροφική μέθοδο, υπό την επίβλεψη πολιτικού μηχανικού. Η αιτούσα επανήλθε με τις 143/22.2.2007, 282/22.3.2007 και 305/27.3.2007 αιτήσεις- ενστάσεις της προς τη Γενική Διεύθυνση Πολεοδομίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. με παρατηρήσεις επί των προηγούμενων σταδίων της διαδικασίας και του περιεχομένου της προαναφερόμενης τεχνικής έκθεσης. Οι αιτήσεις αυτές διαβιβάστηκαν προς τα μέλη της τριμελούς επιτροπής με το 26494/28.6.2007 έγγραφο της ΔΟΚΚ, προκειμένου να αξιολογηθούν πριν να εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της εφέσεως της αιτούσας. Με την από 31.7.2007 αναφορά του Απ. Κ., προέδρου της τριμελούς επιτροπής, ενημερώθηκε η αρμόδια Διεύθυνση ότι η επιτροπή έχει περαιώσει το έργο της και εμμένει στις απόψεις που διατυπώθηκαν στην υποβληθείσα τεχνική έκθεση, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε νεότερα στοιχεία. Κατόπιν των ανωτέρω, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2344/11.9.2007 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Πολεοδομίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, αφενός μεν έκρινε, υιοθετώντας το περιεχόμενο της τεχνικής έκθεσης της τριμελούς επιτροπής, ως μη επικίνδυνες από απόψεως στατικής και δομικής τις επίμαχες κατασκευές, αφετέρου δε επέβαλε την πλήρη διαμόρφωση διαχωριστικού αρμού στο κάθετο προς το κοινό όριο τοιχίο με μη καταστροφική μέθοδο υπό την επίβλεψη πολιτικού μηχανικού και, εφόσον απαιτηθεί, κατόπιν εκδόσεως οικοδομικής άδειας, και τούτο για τη μείωση των αβεβαιοτήτων σεισμικής συμπεριφοράς του κάθετου προς το κοινό όριο τοιχίου της δεξαμενής ύδατος, έταξε δε προθεσμία δύο μηνών για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών.
- Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη σκέψη 4 νομίμως επελήφθη η Διοίκηση του αιτήματος της αιτούσας, η οποία ζήτησε τη διάγνωση της επικινδυνότητας των επίμαχων δομικών στοιχείων της όμορης ιδιοκτησίας όχι ως προς το ενδεχόμενο κατάρρευσης των ιδίων, αλλά ως προς την πρόκληση βλαβών στα δικά της κτίσματα, περαιτέρω δε νομίμως εφαρμόσθηκε κατ’ αναλογία η προβλεπόμενη από τις διατάξεις που παρατίθενται στην πιο πάνω σκέψη διαδικασία διάγνωσης της επικινδυνότητας των κτισμάτων που διατρέχουν τα ίδια κίνδυνο κατάρρευσης. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, η κρίση της Διοίκησης ως προς την μη επικινδυνότητα των δομικών στοιχείων της ιδιοκτησίας Μ. – Κ. για τα αντίστοιχα της αιτούσας στηρίχθηκε, κατά βάση, στην ύπαρξη αντισεισμικού αρμού μεταξύ των δομικών στοιχείων της ιδιοκτησίας αυτής και της ιδιοκτησίας της αιτούσας. Η αιτούσα, όμως, αμφισβήτησε σε όλα τα στάδια της διαδικασίας το γεγονός αυτό, ισχυριζόμενη ότι ο εν λόγω αντισεισμικός αρμός έχει τεθεί στο εσωτερικό της ιδιοκτησίας Μ. – Κ. και συγκεκριμένα, μεταξύ του αρχικού τοιχίου της πισίνας, πριν αυτή απομακρυνθεί από το κοινό όριο, και του μανδροτοίχου της ίδιας ιδιοκτησίας, και όχι μεταξύ του τελευταίου και του δικού της μανδροτοίχου και της κατοικίας της, το γεγονός δε αυτό γίνεται εμμέσως δεκτό και από την προμνημονευόμενη από Νοεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση, η οποία δέχεται ότι έχει αφεθεί αντισεισμικός αρμός μεταξύ τοιχίου αντιστήριξης και μανδροτοίχου, δεν διευκρινίζει, όμως, αν ο μανδρότοιχος είναι αυτός της αιτούσας ή αυτός της όμορης ιδιοκτησίας. Ενόψει των ισχυρισμών αυτών, καθώς και της προσκομισθείσης από την αιτούσα τεχνικής εκθέσεως, η οποία απεικονίζει πράγματι αντισεισμικό αρμό (ενδεικτική ύπαρξη φελιζόλ στο σχετικό σκαρίφημα) στο εσωτερικό της ιδιοκτησίας Μ. – Κ., δηλαδή μεταξύ μανδροτοίχου της ιδιοκτησίας αυτής και τοιχίου αντιστήριξης, αλλά αρνείται την ύπαρξη αντίστοιχου αρμού μεταξύ των μανδροτοίχων των δύο ιδιοκτησιών, επισημαίνοντας περαιτέρω ότι αυτό είναι αντίθετο προς την 747/2002 οικοδομική άδεια, όπως αναθεωρήθηκε με την 525/2004 πράξη της οικείας πολεοδομικής αρχής, η Διοίκηση όφειλε να ερευνήσει αν η τοποθέτηση αντισεισμικού αρμού μεταξύ των μανδροτοίχων των δύο ιδιοκτησιών, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους (ύψος κ.λπ.), ήταν επιβεβλημένη σύμφωνα με τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και την οικοδομική άδεια και, σε καταφατική περίπτωση, αν ο νόμιμος αντισεισμικός αρμός μεταξύ των δύο μανδροτοίχων είχε πράγματι αφεθεί. Από το φάκελο της υπόθεσης, όμως, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση ερεύνησε τα ζητήματα αυτά. Κατόπιν τούτου, η προσβαλλόμενη πράξη είναι, κατά το μέρος που χαρακτηρίζει ακίνδυνες τις επίμαχες κατασκευές, ανεπαρκώς αιτιολογημένη και πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να ακυρωθεί για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει δε, κατά το ίδιο μέρος, εκτός, δηλαδή, από το κεφάλαιο που αφορά τα ληπτέα μέτρα σχετικά με το κάθετο στο κοινό όριο τοιχίο, ως προς το οποίο η διοικητική προσφυγή της αιτούσας έγινε δεκτή, να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου να κρίνει αιτιολογημένως την 1631/13.3.2006 έφεση της αιτούσας κατά της απόφασης ΠΕΧΩ 3588/Φ5-3/05/7.2.2006 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής και, εφόσον κρίνει ότι ο επίμαχος μανδρότοιχος της όμορης προς αυτήν της αιτούσας ιδιοκτησίας είναι, υπό την προεκτεθείσα έννοια, επικίνδυνος, να διαταχθούν τα απαραίτητα για την άρση του κινδύνου μέτρα, τα οποία, μάλιστα, πρέπει να είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, όπως αυτές που ρυθμίζουν την τοποθέτηση αντισεισμικού αρμού (βλ. ΣτΕ 4272/2009).
- Επειδή, μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης για τον ως άνω λόγο, η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως αποβαίνει αλυσιτελής.






