ΣτΕ 336 [Παράνομη απόφαση για επιβολή μέτρου αποκατάστασης περιβαλλοντικής υποβάθμισης]
Περίληψη
– Στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύονται ρητώς οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει, κατ’ επίκληση των οποίων επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αυτές οι διοικητικές κυρώσεις των προστίμων, λόγω ρύπανσης/υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Στη νομοθεσία όμως αυτή ουδεμία αναφορά γίνεται και σε λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ούτε άλλωστε στις προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύεται η νομοθεσία, επί τη βάσει της οποίας αποφασίσθηκε η “άμεση αποκατάσταση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης”.
Κατά δε το σύστημα του πδ/τος 148/2009, σε περίπτωση λήψεως τόσο προληπτικών όσο και μέτρων αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας, πρέπει αφενός να εντοπίζεται ο φορέας εκμετάλλευσης που προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημία ή την άμεση απειλή πρόκλησής της και, αφετέρου, να διαπιστώνεται αιτιολογημένα ότι η ζημία είναι συγκεκριμένη και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του φορέα και της επελθούσας περιβαλλοντικής ζημίας ή της άμεσης απειλής τέτοιας ζημίας, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου.
Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επιβολής με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις σε βάρος του αιτούντος του μέτρου της άμεσης αποκατάστασης της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, κατά τη διαδικασία που διαγράφεται ως άνω στα άρθρα 9 και 10 του προαναφερθέντος διατάγματος. Ειδικότερα, δεν ταυτοποιείται ο αιτών, ως ο φορέας εκμετάλλευσης, με ενέργειες του οποίου ζημιώθηκε το περιβάλλον, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 4 του πδ/τος 148/2009. Και τούτο διότι, δεν προέκυψε ότι το επίμαχο τμήμα οδού διανοίχθηκε από τον ίδιο τον αιτούντα στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου επιχειρηματικού σκοπού, μόνη δε η ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, εντός του οποίου διανοίχθηκε το τμήμα της οδού, δεν αρκεί να στοιχειοθετήσει υποχρέωση εκ μέρους του για αποκατάσταση του περιβάλλοντος. Εφόσον δε δεν προκύπτει ότι ο αiτών, ως φορέας εκμετάλλευσης, κατά την έννοια και τον σκοπό του διατάγματος, ζημίωσε με ενέργειες του το περιβάλλον, δεν υφίσταται, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του αιτούντος και της τυχόν επελθούσας ζημίας. Συνεπώς, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, πρέπει να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, κατά το μέρος με το οποίο επιβλήθηκε στον αιτούντα το μέτρο της αποκατάστασης της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης.
Πρόεδρος : Μ. Γκορτζολίδου
Εισηγητής : Χρ. Μπολόφη






