ΣΤΕ 2696/2018 [ΠΡΟϋΠΟΘΕΣΕΙΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΛΑΤΟΜΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΕΝΤΟΣ ΛΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΠΟ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΗ ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ]
Περίληψη
-Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, η αναιρεσείουσα είχε εμπέσει σην παρ. 1 του άρθρου 20 εφόσον, κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2115/1993 (15.2.1993), είχε άδεια λειτουργίας δυνάμει του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος, η οποία δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, αλλά εξακολουθούσε να ισχύει και, επομένως, ενέπεσε και στην περίπτωση α’ του άρθρου 71 του ν. 2837/2000. Επομένως, για τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο δεν υπήρχε νομολογία για το προαναφερόμενο τιθέμενο νομικό ζήτημα, και είναι βάσιμος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο δικάσαν Δικαστήριο για νέα κρίση.
Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Ε. Μουργιά
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1658/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 336/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί προσφυγή της εν λόγω εταιρείας κατά (α) της 3352/7.4.2006 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την οποία δεν εγκρίθηκε το αποτέλεσμα πλειοδοτικής δημοπρασίας για την εκμίσθωση δημόσιων λατομικών χώρων αδρανών υλικών στη λατομική περιοχή του Δήμου Τανάγρας Βοιωτίας και (β) της Δ.10-Δ/Φ.17.7/11888/3037/30.6.2006 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης πράξεως.
3. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1569/2005, 705/2006 Ολομ.), μετά την ισχύ του ν. 1428/1984 «Εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 43), η εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών στην χώρα επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, μόνο μέσα σε λατομικές περιοχές, καθοριζόμενες κατά τη διαδικασία του νόμου αυτού. Ο νόμος αυτός προέβλεψε, για την εφαρμογή του ως άνω συστήματος εκμεταλλεύσεως, και μεταβατικές περιόδους, οι οποίες παρατάθηκαν χρονικώς με το άρθρο 20 του ν. 2115/1993 (Α΄ 15). Ειδικότερα, με τις μεταβατικές διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου ορίζεται ότι τα εκτός λατομικών περιοχών λατομεία αδρανών υλικών, που έχουν άδεια εκμεταλλεύσεως ή σύμβαση μισθώσεως, εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι να λήξει η άδεια ή σύμβαση (παρ. 1). Μπορεί, όμως, και πέραν της ανωτέρω περιπτώσεως, να παρατείνεται η εκτός λατομικών περιοχών λειτουργία λατομείων αδρανών υλικών για πέντε έτη κάθε φορά και μέχρι να συμπληρωθεί 30ετία από τη χορήγηση της αρχικής άδειας ή τη σύναψη της αρχικής συμβάσεως μισθώσεως (παρ. 2 και 3, οι οποίες αφορούν λατομεία που λειτουργούν με άδεια εκτός λατομικής περιοχής και των οποίων η άδεια λήγει μετά το ν. 2115/1993 και παρ. 4, που αφορά λατομεία, των οποίων η άδεια έληξε προ του ν. 2115/1993). Τέλος, ορίζεται ότι είναι, υπό προϋποθέσεις, δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας λατομείων εκτός λατομικών περιοχών, για πέντε έτη κατ’ ανώτατο όριο, μετά τη λήξη της άδειας ή της μισθώσεως, με αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση του περιβάλλοντος (παρ. 5 και 8). Το σύστημα των παρ. 2, 3 και 4 του ανωτέρω άρθρου 20 κρίθηκε αντίθετο με το Σύνταγμα (ΣτΕ 1569/2005, 705/2006 Ολομ.), διότι με τον τρόπο αυτό αναιρείται, κατ’ ουσίαν, το σύστημα του νόμου για τη δημιουργία λατομικών περιοχών, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ η παρ. 8 του ίδιου άρθρου, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού (αποκατάσταση του περιβάλλοντος), του ότι αφορά νομίμως λειτουργούντα λατομεία κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2115/1993 και του σύντομου σχετικώς χρονικού διαστήματος της παρατάσεως, κρίθηκε ότι συνάδει με το Σύνταγμα (ΣτΕ 2675/2003 7μ.).
4. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178/3.8.2000), ορίσθηκαν τα εξής: «1. α. Οι εκμεταλλευτές των λατομείων τα οποία λειτουργούσαν ή λειτουργούν βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993 δικαιούνται να μισθώσουν, μετά από δημοπρασία, η οποία θα διενεργηθεί μία μόνο φορά για κάθε λατομική περιοχή και στην οποία θα μπορούν να συμμετέχουν μόνο οι εκμεταλλευτές λατομείων των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, ένα και μοναδικό λατομικό χώρο ο καθένας εντός των λατομικών περιοχών του νομού τους […] β. […]». Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση της τελευταίας αυτής διατάξεως παρέχεται η δυνατότητα της μισθώσεως κατά προτεραιότητα, μετά από κλειστή δημοπρασία, λατομικών χώρων εντός των λατομικών περιοχών του νομού σε όλους τους εκμεταλλευτές λατομείων που ενέπιπταν στις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές, ώστε να διευκολυνθεί η μετεγκατάστασή τους εντός των λατομικών περιοχών. Η ως άνω διάταξη της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2837/2000, κατά το μέρος που επιτρέπει σε εκμεταλλευτές λατομείων, τα οποία λειτουργούσαν βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, να μεταφερθούν σε λατομικές περιοχές του νομού εντός του οποίου δραστηριοποιούνται, δυνάμει εξαιρετικής και άπαξ εφαρμοζομένης διαγωνιστικής διαδικασίας, συνάδει, κατ’ αρχήν, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αποσκοπεί προεχόντως στην ταχεία και αποτελεσματική συγκέντρωση της λατομικής δραστηριότητας, η οποία λαμβάνει χώρα εντός των ορίων ενός νομού, στις λατομικές περιοχές του νομού αυτού (ΣτΕ 1640/2016). Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής περ. α της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2837/2000, για να υπαχθεί μία λατομική επιχείρηση στην εν λόγω ρύθμιση αρκεί να έχει εμπέσει σε οποιαδήποτε από τις παραγράφους του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, κάθε μία από τις οποίες είναι αυτοτελής σε σχέση με τις υπόλοιπες, και όχι αθροιστικά σε όλες τις παραγράφους. Επομένως, μία λατομική επιχείρηση που κατελήφθη από τον. ν. 2115/1993 να λειτουργεί νομίμως, δυνάμει αδείας που δεν είχε λήξει, ακυρωθεί ή ανακληθεί, ενέπεσε στην παρ. 1 του άρθρου 20 του νόμου αυτού και δεν απητείτο να έχει εμπέσει και στις λοιπές παραγράφους 2-4 του άρθρου αυτού, λαμβάνοντας παράταση της αδείας της.
5. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία, πριν από τη μετατροπή της το έτος 1996 σε ανώνυμη εταιρεία, είχε την επωνυμία «Α. Β. ΟΕ», είχε μισθώσει το έτος 1978 από το Ελληνικό Δημόσιο το ένδικο λατομείο αδρανών υλικών, εκτάσεως 30 και 10 στρεμμάτων, αντιστοίχως, το οποίο βρίσκεται στη θέση «ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΑΚΟΝΤΙΟΥ ΟΡΟΥΣ» και «ΠΡΟΣΗΛΙΟ», του Δήμου Ορχομενού (ήδη Χαιρώνειας) νομού Βοιωτίας, για ανώτατο διάστημα 15 ετών, με δικαίωμα παρατάσεως ανά τριετία, με μονομερή συμβολαιογραφική πράξη κατατιθέμενη στο Υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας. Μετά την ισχύ του ν. 1428/1984, το λατομείο συνέχισε την λειτουργία του εκτός λατομικής περιοχής. Το δικαίωμα αυτό παρατάθηκε έως 23.10.1993, οπότε και έληξε η δεκαπενταετής σύμβαση. Στη συνέχεια, υπέβαλε αίτηση για συνέχιση της εκμεταλλεύσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2115/1993, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 6833/29.1.1997 απόφαση του Νομάρχη Βοιωτίας και την 13287/97/ 16.10.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Ακολούθως, με την 1377/18.3.2004 απόφαση του Νομάρχη Βοιωτίας (Β΄ 544) καθορίσθηκαν λατομικές περιοχές στον νομό Βοιωτίας, ενώ, με την 11765/12.9.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, διακηρύχθηκε πλειοδοτική δημοπρασία για την εκμίσθωση των δημόσιων λατομικών χώρων της λατομικής περιοχής του Δήμου Τανάγρας Βοιωτίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2837/2000. Η αναιρεσείουσα πλειοδότησε μεν στον διαγωνισμό, με την 3352/7.4.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, όμως, δεν εγκρίθηκε το αποτέλεσμά του, με την αιτιολογία ότι από την εταιρεία με την επωνυμία «Α. Β. Ο.Ε.» δεν είχε γίνει μεταβίβαση εισφοράς μισθωτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην ήδη αναιρεσείουσα με σχετική απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας, με συνέπεια, για τον λόγο αυτό, να μην μπορεί να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2837/2000. Προσφυγή της αναιρεσείουσας ενώπιον του Υφυπουργού Ανάπτυξης απορρίφθηκε με την Δ.10-Δ/Φ. 17.7/11888/3037/ 30.6.2006 απόφασή του, με την ίδια αιτιολογία. Κατά των προαναφερθεισών πράξεων [3352/7.4.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και Δ.10-Δ/Φ. 17.7/11888/3037/ 30.6.2006 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης] η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, ισχυριζόμενη ότι η αιτιολογία τους δεν είναι νόμιμη διότι δεν απαιτούνταν να γίνει μεταβίβαση εισφοράς μισθωτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας δεδομένου ότι η εταιρεία «Α. Β. Ο.Ε.» είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την αναιρεσείουσα μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με την 336/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας με το σκεπτικό ότι η σύμβαση μισθώσεως του λατομείου που εκμεταλλευόταν η αναιρεσείουσα στον Δήμο Ορχομενού Βοιωτίας είχε λήξει σε κάθε περίπτωση στις 23.10.1993 και δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της λειτουργίας του βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη. Το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι το λατομείο της αναιρεσείουσας «δεν λειτούργησε» σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, όπως προβλέπει η παρ. 1 εδάφιο α΄ του άρθρου 7 του ν. 2837/2000, και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν είχε δικαίωμα να μετάσχει σε δημοπρασία για την εκμίσθωση του ως άνω λατομείου. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αλυσιτελή τον προβληθέντα λόγο εφέσεως ότι η αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη δεδομένου ότι η αρχική εταιρεία «Α. Β. Ο.Ε.» είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την ίδια μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, έκρινε δε ότι η κρίση της εκκαλουμένης ότι νομίμως δεν εγκρίθηκε το αποτέλεσμα της δημοπρασίας είναι ορθή. Εν όψει των ανωτέρω, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας.
6. Επειδή, η, άλλωστε όλως αναιτιολόγητη, κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσείουσα είχε εμπέσει στην παρ. 1 του άρθρου 20 εφόσον, κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2115/1993 (15.2.1993) είχε άδεια λειτουργίας δυνάμει του προγενέστερου νομοθετικού καθεστώτος, η οποία δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, αλλά εξακολουθούσε να ισχύει και, επομένως, ενέπεσε και στην περίπτωση α΄ του άρθρου 71 του ν. 2837/2000. Επομένως, για τον λόγο αυτό αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), δεδομένου ότι, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο δεν υπήρχε νομολογία για το προαναφερόμενο τιθέμενο νομικό ζήτημα, και είναι βάσιμος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση.






