ΣτΕ 2202*/2016 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση εγκατάστασης φόρτωσης αδρανών υλικών σε τουριστική περιοχή]
Περίληψη
-Δεν είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτή η εγκατάσταση βιομηχανίας ή βιοτεχνίας σε περιοχή που δεν έχει αναγνωρισθεί με διοικητική πράξη ως κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας. Στον κανόνα αυτόν, όμως, δεν υπάγονται παραγωγικές δραστηριότητες χαμηλής όχλησης, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την επεξεργασία προϊόντων αγροτικών καλλιεργειών, κτηνοτροφίας ή δασοπονίας που κατά παράδοση αναπτύσσονται στην περιοχή εγκατάστασης της μονάδας, δεδομένου ότι δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει τη δυνατότητα λειτουργίας, έστω και εκτός περιοχής που έχει καθοριστεί με διοικητική πράξη για την ίδρυση βιομηχανικών ή βιοτεχνικών μονάδων, των δραστηριοτήτων εκείνων, οι οποίες συνεπάγονται μικρής κλίμακας επιπτώσεις στο περιβάλλον και οι οποίες, ως εκ του αντικειμένου τους, συνδέονται αρρήκτως με τον χαρακτήρα της περιοχής και με την οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκων της.
-Η άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας δεν αντιβαίνει στις προαναφερθείσες κατευθύνσεις του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου, το οποίο επιτρέπει την άσκηση βιομηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανάπτυξης, εντός του πλαισίου της αρχής της αειφορίας, σε όλους τους δήμους της Περιφέρειας. Εξάλλου, με τις προσβαλλόμενες πράξεις δεν προβλέπεται η κατασκευή λιμένος, αλλά η επισκευή και χρήση υφιστάμενης λιμενικής εγκατάστασης (σκάλας φόρτωσης), κατά τα λοιπά δε η επίμαχη δραστηριότητα (αποθήκευση εμπορευμάτων χωρίς ψύξη) αποτελεί δραστηριότητα χαμηλής όχλησης. Ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, καθώς για την ένδικη λιμενική εγκατάσταση δεν υφίσταται χωροταξικός σχεδιασμός και η συγκεκριμένη εγκατάσταση αντιβαίνει στις θεσμοθετημένες αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
-Οι προσβαλλόμενες πράξεις στηρίζονται σε τεκμηριωμένες μελέτες και συγκεκριμένα την προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, την ειδική τεχνική μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. και τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και αιτιολογούνται νομίμως και επαρκώς ως προς την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τον καθορισμό των αναγκαίων όρων και περιορισμών για την εγκατάσταση και λειτουργία της επίμαχης δραστηριότητας, προκειμένου να αποτραπεί η προσβολή στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος και να ελαχιστοποιηθούν οι τυχόν επιπτώσεις στους όρους διαβίωσης των κατοίκων, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
-Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει πλάνη των οργάνων της Διοίκησης κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων ούτε προκύπτει ότι η άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας θα προκαλέσει μη επανορθώσιμη ή δυσανάλογη σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος βλάβη στο περιβάλλον της περιοχής.
-Η α’ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκδόθηκε αφού εκτιμήθηκαν τα ευαίσθητα στοιχεία του περιβάλλοντος της άμεσης και της ευρύτερης περιοχής του έργου καθώς και ότι για την εκτίμηση των συνεπειών του έργου στον τουριστικό χαρακτήρα της περιοχής ελήφθη υπόψη και έγγραφο του ΕΟΤ. Εξάλλου, προκειμένου να αποτραπεί η υποβάθμιση του παραθεριστικού χαρακτήρα της περιοχής επιβλήθηκε ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άσκηση της δραστηριότητας από τον μήνα Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων, κατά τον οποίο στην περιοχή υφίσταται υγροβιότοπος που δεν ελήφθη υπόψη, δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ούτε αποδεικνύεται από τους αιτούντες. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του αν ο χαρακτηρισμός της Κοινότητας Ερμιόνης ως τουριστικού τόπου περιλαμβάνει και την επίμαχη θέση της εγκατάστασης της παρεμβαίνουσας, οι προσβαλλόμενες, πάντως, πράξεις εκδόθηκαν ύστερα από συνεκτίμηση και του χαρακτήρα της περιοχής ως παραθεριστικής κατοικίας, συνακόλουθα και ως τουριστικού τόπου και αιτιολογούνται, από την άποψη αυτή, νομίμως και επαρκώς, ο περί του αντιθέτου δε λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
-Δεν προκύπτει, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, πλάνη των οργάνων της Διοίκησης κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων ως προς την ύπαρξη βαρέων μετάλλων σε ορισμένο σημείο της σκάλας φόρτωσης. Αντιθέτως, από τις μελέτες προκύπτει ότι εντοπίσθηκαν το σημείο και η αιτία της επιβάρυνσης του θαλασσίου περιβάλλοντος από βαρέα μέταλλα (κατάλοιπα της παλαιάς δραστηριότητας) μέσω των όμβριων υδάτων και ότι με την α’ προσβαλλόμενη πράξη τέθηκε ως όρος για την έναρξη της δραστηριότητας ο καθαρισμός, προηγουμένως, των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας και η λήψη πρόσθετων μέτρων για τη μείωσή της, δηλαδή η ασφαλής από την άποψη αυτή δίοδος των ομβρίων προς τη θάλασσα και οι επαναλαμβανόμενες συγκριτικές μετρήσεις των ορίων των βαρέων μετάλλων στη σκάλα φόρτωσης.
-Η επίμαχη δραστηριότητα της παρεμβαίνουσας εταιρείας περιλαμβάνει μόνον φόρτωση αδρανών υλικών σε πλοία από τη σκάλα φόρτωσης στον όρμο της Δάρδιζας και δεν περιλαμβάνει βαρέα μέταλλα και ούτε θα επιβαρύνει σύμφωνα με τη μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., ακόμη και σε περίπτωση αστοχίας (ατυχήματος), την υφιστάμενη κατάσταση στη θαλάσσια περιοχή. Το γεγονός δε ότι, κατ’ εκτίμηση των συμπερασμάτων της μελέτης του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. στην οποία αναφέρεται ότι η απομάκρυνση των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας από το χερσαίο χώρο θα συμβάλλει στη φυσική αποκατάσταση του θαλάσσιου οικοσυστήματος, με την α’ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ τέθηκαν ειδικοί όροι που περιλαμβάνουν καθαρισμό των καταλοίπων αυτών με στόχο τη βελτίωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της περιοχής δεν καθιστά πλημμελή την αιτιολογία της ΑΕΠΟ από την άποψη αυτή.
*Συναφής η ΣτΕ 2200/2016
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώνεται με τα από 26.1.2010 και 20.1.2011 δικόγραφα προσθέτων λόγων ζητείται η ακύρωση της 2830/10.8.2006 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι (ΑΕΠΟ) του έργου «Εγκατάσταση φόρτωσης αδρανών υλικών στην θέση Δάρδιζα του Δ.Δ. Ερμιόνης του Δήμου Ερμιόνης του Νομού Αργολίδας». Με το από 7.2.2012 δικόγραφο των αιτούντων, που ασκήθηκε κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ζητείται η ακύρωση και της 2321/17.11.2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με την οποία ανανεώθηκε για πέντε έτη η ισχύς της παραπάνω ΑΕΠΟ.
- Επειδή, η ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο «Ερμιόνη Οικονομία και Τουρισμός Α.Ε.», μετά από αίτηση της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα ΑΕΠΟ, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ της ισχύος της πράξης αυτής.
- Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκείται η αίτηση ακυρώσεως από το πρώτο των αιτούντων σωματείο, σκοπός του οποίου είναι, κατά το προσκομιζόμενο καταστατικό του, η προστασία και ανάπτυξη του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής Αχλαδίτσας (Δάρδιζας) Ερμιόνης και η διαφύλαξη των περιβαλλοντικών συμφερόντων των κατοίκων της (Σ.τ.Ε. 4463/2011) καθώς και από τους λοιπούς αιτούντες (δεύτερο και τρίτο), οι οποίοι σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία φέρονται ως δικαιούχοι εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων που βρίσκονται στην πιο πάνω περιοχή, οι περί του αντιθέτου δε ισχυρισμοί της παρεμβαίνουσας εταιρείας είναι απορριπτέοι. Εξάλλου, οι αιτούντες αυτοί, εκ των οποίων ο τρίτος Δημήτριος Ευστρατίου Γρηγορόπουλος εκ παραδρομής αναγράφεται στα σχετικά δικόγραφα με το πατρώνυμο «Γεώργιος» (βλ. το κατατεθέν συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισαν οι αιτούντες), παραδεκτώς ομοδικούν, εφόσον προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους στην αυτή νομική και πραγματική βάση (Σ.τ.Ε. 4463/2011).
- Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εμπροθέσμως ασκείται κατά της 2830/10.8.2006 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου.
- Επειδή, στο άρθρο 32 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η δίκη καταργείται αν μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου η προσβαλλόμενη πράξη ή δικαστική απόφαση ανακλήθηκε, ακυρώθηκε ή εξαφανίσθηκε. 2. Καταργείται ομοίως η δίκη αν μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης η προσβαλλόμενη πράξη έπαυσε για οποιοδήποτε λόγο να ισχύει, εκτός αν ο αιτών επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης […] 3. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι αυτή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα, η δίκη δεν καταργείται αν ο αιτών προβάλει με δικόγραφο, κατατιθέμενο έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, σχετικό ισχυρισμό και ζητήσει τη συνέχιση της δίκης. Με το δικόγραφο αυτό, ο αιτών μπορεί να προβάλει και νέους λόγους ακυρώσεως, στρεφόμενους κατά της νέας πράξεως. Μπορεί επίσης με το ίδιο δικόγραφο να παραιτείται από την προσβολή πράξεων ή από λόγους ακυρώσεως που δεν έχουν αντικείμενο. Με αίτημα του διαδίκου, που υποβάλλεται και προφορικώς στο ακροατήριο, η συζήτηση αναβάλλεται για σύντομο χρονικό διάστημα προκειμένου να κατατεθεί και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο το δικόγραφο αυτό, μέσα στην ίδια προθεσμία πριν από τη νέα δικάσιμο». Με τις ανωτέρω διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989 θεσπίζεται ειδική περίπτωση συνέχισης της ακυρωτικής δίκης, πέραν αυτής της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης που οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι τροποποιήθηκε αυτή ή αντικαταστάθηκε εφεξής με πράξη που εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα. Στην ειδική αυτή περίπτωση δεν διατηρείται απλώς, μετά τη σύννομη άσκηση του σχετικού δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας από τον αιτούντα, το αρχικό αντικείμενο της δίκης, αλλά η δίκη συνεχίζεται με ουσιωδώς διευρυμένο αντικείμενο, το οποίο προσδιορίζεται από την προσβολή όχι μόνο της αρχικής πράξης που έπαυσε να ισχύει για τους ανωτέρω λόγους, αλλά και της νεότερης διοικητικής πράξης, η οποία, μετά την κατάθεση και κοινοποίηση του σχετικού δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος εντός της προθεσμίας του 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, θεωρείται ως συμπροσβαλλομένη με την αρχική και κατ’αυτής μπορεί να προβάλλονται με το ίδιο δικόγραφο και νέοι λόγοι ακυρώσεως.
- Επειδή, στην παράγραφο στ΄ της προσβαλλόμενης 2830/10.8.2006 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου ορίζεται ότι οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου ισχύουν για 5 έτη. Μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ακυρώσεως εκδόθηκε η απόφαση 2321/17.11.2011 του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με την οποία ανανεώθηκε η ισχύς των περιβαλλοντικών όρων του έργου για πέντε ακόμη έτη και ορίσθηκε ότι κατά τα λοιπά ισχύει η αρχική ΑΕΠΟ ως έχει. Οι αιτούντες με το από 7.2.2012 δικόγραφο (αρ. καταθ. 130/8.2.2012), που ασκήθηκε νομίμως σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ζητούν την ακύρωση και της μεταγενέστερης, υπ’αριθμ. 2321/17.11.2011, απόφασης προβάλλουν δε ότι με την έκδοση της τελευταίας δεν έχουν θεραπευθεί οι πλημμέλειες της αρχικής πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και ότι η ανάπτυξη των ένδικων δραστηριοτήτων στην περιοχή εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τους αιτούντες. Υπό τα δεδομένα αυτά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 32 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 και, συνεπώς, η απόφαση 2321/17.11.2011 του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου πρέπει να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση.
- Επειδή, με τις διατάξεις του Συντάγματος, ιδίως με το άρθρο 24 παρ. 1 και 6, το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχουν αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενα αγαθά. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη των αγαθών αυτών και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη (βλ. Σ.τ.Ε. 2468/2011 7μ., 2669/2007, 613/2002 Ολομ., 3478/2000 Ολομ. κ.ά.). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24, καθώς και των άρθρων 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός ανατίθεται στην Πολιτεία, που οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζονται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης ανάπτυξης). Ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα χωροταξικά σχέδια, των οποίων τη θέσπιση έχει προβλέψει ο νομοθέτης διαδοχικώς, με τον ν. 360/1976 (Α´ 151) και τον ν. 2742/1999 (Α´ 207). Τα σχέδια αυτά θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών άσκησης παραγωγικών δραστηριοτήτων και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές (Σ.τ.Ε. 2468/2011 7μ., 2669/2007).
- Επειδή, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του ν. 2742/1999, έχουν εγκριθεί Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού για όλες τις Περιφέρειες της Χώρας, πλην της Αττικής, μεταξύ των οποίων το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Πελοποννήσου με την 25294/25.6.2003 απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄ 1485). Στο εν λόγω Περιφερειακό Πλαίσιο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται: α) η προστασία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (άρθρο 3 παρ. Γ περ. 3.2.2), για την οποία το Πλαίσιο αναφέρει ότι απαιτείται η αποφυγή άναρχης διασποράς των βιομηχανικών/βιοτεχνικών εγκαταστάσεων με την υλοποίηση προτύπων προγραμμάτων περιβαλλοντικής συνοχής της πόλης και καθιέρωση περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων και η προστασία των ακτών από τις πιέσεις ανάπτυξης με την οριοθέτηση των φυσικών και ανθρωπογεωγραφικών ενοτήτων του παράκτιου χώρου και εκπόνηση των αντίστοιχων διαχειριστικών σχεδίων (ειδικό πλαίσιο για τον παράκτιο χώρο), β) οι Στρατηγικές επιλογές του Προτύπου Χωρικής Ανάπτυξης (άρθρο 3 παρ. Γ περ. 1) με την ελεγχόμενη αξιοποίηση των παράκτιων περιοχών της (προστασία και διαχείριση) και τον έλεγχο των χρήσεων γης για προστασία και βιώσιμη ανάπτυξη των φυσικών πόρων μέσα από τους υφιστάμενους θεσμούς και τους μηχανισμούς του χωροταξικού/πολεοδομικού σχεδιασμού και της προστασίας του περιβάλλοντος (θεσμικό πλαίσιο ν. 1337/83, ν. 1650/86, ν. 2508/97, ν. 2742/99), γ) οι προτάσεις του Πλαισίου για την ανάπτυξη (άρθρο 3 παρ. Γ περ. 1.1.), στις οποίες προβλέπεται ότι οι άξονες ανάπτυξης της Περιφέρειας ορίζονται κυρίως από τους πόλους/οικιστικά κέντρα ανάπτυξης και από τους βασικούς χερσαίους άξονες και κόμβους μεταφορών, δ) το αναπτυξιακό πλαίσιο της Περιφέρειας και οι στρατηγικές επιλογές που συνίστανται στη μείωση της αναπτυξιακής υστέρησης της ενδοχώρας της με την αξιοποίηση των φυσικών και πολιτισμικών αποθεμάτων και τη βιώσιμη διαχείριση των πόρων στις ήδη αναπτυγμένες περιοχές με την προσέλκυση σημαντικού αριθμού νέων μεταποιητικών μονάδων, την παροχή των κατάλληλων υποδομών και υπηρεσιών για την ομαλή εγκατάσταση και λειτουργία τους και την ενίσχυση της βιοτεχνικής δραστηριότητας και ε) η χωροταξική οργάνωση, η χωροθέτηση δραστηριοτήτων και η ρύθμιση των χρήσεων γης, με τη δημιουργία ΠΟΑΠΔ για την προσέλκυση επενδύσεων στον μεταποιητικό τομέα και ιδίως στη βιοτεχνία και τη μεταποίηση των προϊόντων κυρίως του πρωτογενούς τομέα σε όλους τους δήμους της Περιφέρειας ανάλογα και με το επενδυτικό ενδιαφέρον και με τον καθορισμό περιοχών ειδικών χωρικών παρεμβάσεων (ΠΕΧΠ) και την κατά προτεραιότητα εκπόνηση ΓΠΣ και ΣΧΟΟΑΠ για τους παράκτιους ΟΤΑ. Παράλληλα, με το Περιφερειακό Πλαίσιο προτείνεται «[…] η ενίσχυση, στήριξη και προσέλκυση των παραγωγών και των τοπικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων που καλύπτουν κυρίως […] την αποθήκευση των προϊόντων και λοιπές μεταποιητικές δραστηριότητες και εργαστήρια […] Οι ΠΟΑΠΔ θα πρέπει να αναζητηθούν κοντά στα οικιστικά κέντρα, εκτός της γεωργικής γης α΄ προτεραιότητας, μακριά από αρχαιολογικούς-πολιτιστικούς πόρους σε μη δασική έκταση, πλησίον αλλά όχι σε επαφή με κύριους μεταφορικούς άξονες πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, με δυνατότητα εξυπηρέτησης από τους υφιστάμενους και προβλεπόμενους κόμβους μεταφορών, ώστε να εξασφαλίζεται η καλή λειτουργία τους και παράλληλα να μην προκαλείται όχληση στο αστικό, πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον. Η εξειδίκευση και οι προβλεπόμενες χρήσεις εντός των ΠΟΑΠΔ θα πρέπει να συνδέονται με τις τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες (γεωργία, κτηνοτροφία) και λοιπές ασκούμενες δραστηριότητες σχετικές με τη λειτουργία των οικιστικών κέντρων (υπηρεσίες, βιοτεχνίες, εργαστήρια, συνεργεία, εταιρείες μεταφορών) με τους τομείς του εμπορίου και του χονδρεμπορίου – αποθηκών, με τους τομείς της τεχνολογίας, πληροφορικής και καινοτομικών δράσεων κ.λπ […]».
- Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 3325/2005 (Α΄ 68), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της α΄ προσβαλλόμενης, 2830/10.8.2006 απόφασης, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την εγκατάσταση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών μονάδων. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι «1. Για την εγκατάσταση ή την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό των δραστηριοτήτων του παρόντος νόμου απαιτείται […] άδεια εγκατάστασης […] 2. Οι αποφάσεις με τις οποίες χορηγούνται οι άδειες εγκατάστασης μπορούν να περιέχουν όρους ή και περιορισμούς […] για την επίτευξη, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, του συγκερασμού της παραγωγικής δραστηριότητας με την προστασία του περιβάλλοντος […] Οι φορείς των εγκαταστάσεων υποχρεούνται να τηρούν απαρέγκλιτα τους πιο πάνω όρους και περιορισμούς […]», στο άρθρο 6 παρ. 1 περ. α΄ του νόμου προβλέπεται απαγόρευση εγκατάστασης δραστηριοτήτων, οι οποίες δεν είναι συμβατές προς τις χρήσεις γης που έχουν οριστεί για τη συγκεκριμένη περιοχή με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «α) Για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης για δραστηριότητες που υπάγονται στον παρόντα νόμο σε περιοχές, όπου δεν έχει καθορισθεί από τις πολεοδομικές διατάξεις συγκεκριμένη χρήση γης ή σε περιοχές, όπου η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι συμβατή με τις χρήσεις που υπάρχουν, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: αα) Οι διατάξεις του ν. 1650/1986 όπως ισχύει, καθώς και τυχόν περιορισμοί που ισχύουν με βάση κείμενες διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος. ββ) Οι αναγκαίες γνώμες ή εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών ή αρχών, όπως αυτές ορίζονται στην υπουργική απόφαση της παραγράφου 3. β) Τα κριτήρια, με βάση τα οποία χορηγείται η άδεια εγκατάστασης στις δραστηριότητες του παρόντος νόμου, είναι τα εξής: αα) Η αρτιότητα και η τεχνολογική στάθμη του μηχανολογικού εξοπλισμού. ββ) Η φυσιογνωμία της περιοχής και οι επιπτώσεις της δραστηριότητας στο περιβάλλον. γγ) Η ασφάλεια των εργαζομένων στην εγκατάσταση, καθώς και των περιοίκων. δδ) Οι υφιστάμενες συνθήκες γειτνίασης του γηπέδου ή του χώρου εγκατάστασης της δραστηριότητας […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2742/1999, προβλέπεται ο καθορισμός ειδικών ζωνών ανάπτυξης για την άσκηση παραγωγικών δραστηριοτήτων, ορίζεται δε ειδικότερα ότι «1. Ως περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Δ.Π.) χαρακτηρίζονται θαλάσσιες εκτάσεις, καθώς και χερσαίες περιοχές, που είναι πρόσφορες, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού, για την ανάπτυξη παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πρωτογενούς, δευτερογενούς ή τριτογενούς τομέα […]. Οι περιοχές αυτές μπορεί να εξειδικεύονται κατά κλάδο δραστηριότητας ή τομέα παραγωγής ή είδος και προορισμό λειτουργίας και να διακρίνονται σε περιοχές αποκλειστικής χρήσης, στις οποίες απαγορεύεται κάθε άλλη δραστηριότητα, εκτός από εκείνη στην οποία αποβλέπει ο χαρακτηρισμός τους και σε περιοχές κύριας χρήσης, όπου επιτρέπονται και άλλες δραστηριότητες υπό όρους […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της κ.υ.α. 13727/724/24.7.2003 «Αντιστοίχηση των κατηγοριών των βιομηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων με τους βαθμούς όχλησης που αναφέρονται στα πολεοδομικά διατάγματα» (Β΄ 1087), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 και αντικατέστησε την κ.υ.α. 10537/1993, ορίζονται τα εξής: «Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται στις βιομηχανικές δραστηριότητες της Πρώτης (Α) και Δεύτερης (Β) Κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, εκτός από εκείνες που εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας […] Βιομηχανικές ή βιοτεχνικές δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στον Πίνακα που προσαρτάται στην παρούσα απόφαση και για τις οποίες κρίνεται ότι δεν απαιτείται η υπαγωγή τους στις κατηγορίες Α ή Β, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του ν. 3010/02, κατατάσσονται στη χαμηλή όχληση. Όπου στις πολεοδομικές ή άλλες διατάξεις αναφέρεται ο όρος “μη οχλούσες εγκαταστάσεις” νοείται ότι αυτές υπάγονται στην κατηγορία της χαμηλής όχλησης». Τέλος, στο παράρτημα της ανωτέρω κ.υ.α. (α/α 295) οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης εμπορευμάτων χωρίς ψύξη μικρότερες των 50.000 κυβ. μέτρων κατατάσσονται στη χαμηλή όχληση.
- Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3325/2005, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 24 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2742/1999, ερμηνευομένων ενόψει των επιταγών του άρθρου 24 του Συντάγματος, η εγκατάσταση βιομηχανικής ή βιοτεχνικής επιχείρησης είναι επιτρεπτή μόνο σε ειδικώς εκ των προτέρων καθορισμένες περιοχές και όχι σε όσες περιοχές απλώς και μόνο δεν απαγορεύεται ρητά η συγκεκριμένη χρήση. Ειδικότερα, η εγκατάσταση αυτή, που από τη φύση της επάγεται οχλήσεις και για τις οικιστικές περιοχές και για το περιβάλλον, είναι επιτρεπτή, ενόψει των ορισμών των άρθρων 24 παρ. 2 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, μόνο σε περιοχές που εκ των προτέρων και με βάση νόμιμα κριτήρια έχουν καθορισθεί ως περιοχές προοριζόμενες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να ανάγονται τόσο στην ανάγκη ανάπτυξης της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας, όσο και στην ανάγκη προστασίας του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ούτως ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την εγκατάσταση της επιχειρηματικής μονάδας να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Μέχρι δε να εκπονηθούν και εγκριθούν τα χωροταξικά σχέδια, και εφόσον το ζήτημα του τόπου άσκησης της σχετικής δραστηριότητας δεν γίνεται με εγκεκριμένο ρυθμιστικό ή χωροταξικό ή πολεοδομικό σχέδιο ή με Ζ.Ο.Ε. ή με την πρόβλεψη βιομηχανικής ή βιοτεχνικής ζώνης, η εγκατάσταση βιομηχανιών επιτρέπεται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, (Π.Ο.Α.Π.Δ.) καθοριζόμενες κατά το άρθρο 24 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2742/1999. Συνεπώς, δεν είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτή η εγκατάσταση βιομηχανίας ή βιοτεχνίας σε περιοχή που δεν έχει αναγνωρισθεί με διοικητική πράξη ως κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας (βλ. Σ.τ.Ε. 2468/2011 7μ., 3825/2010, 3460/2009, 2319/2002 7μ.). Στον κανόνα αυτόν, όμως, δεν υπάγονται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3325/2005, παραγωγικές δραστηριότητες χαμηλής όχλησης, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την επεξεργασία προϊόντων αγροτικών καλλιεργειών, κτηνοτροφίας ή δασοπονίας που κατά παράδοση αναπτύσσονται στην περιοχή εγκατάστασης της μονάδας, δεδομένου ότι δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει τη δυνατότητα λειτουργίας, έστω και εκτός περιοχής που έχει καθοριστεί με διοικητική πράξη για την ίδρυση βιομηχανικών ή βιοτεχνικών μονάδων, των δραστηριοτήτων εκείνων, οι οποίες συνεπάγονται μικρής κλίμακας επιπτώσεις στο περιβάλλον και οι οποίες, ως εκ του αντικειμένου τους, συνδέονται αρρήκτως με τον χαρακτήρα της περιοχής και με την οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκων της (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2468/2011 7μ., 3825/2010, 3175/2009). Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 3325/2005, κατά το μέρος που, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, επιτρέπουν την ίδρυση σε περιοχές εκτός σχεδίου, για τις οποίες δεν έχει καθορισθεί από τις πολεοδομικές διατάξεις συγκεκριμένη χρήση γης, εγκαταστάσεων για τις οποίες συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δεν έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 24 του Συντάγματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2468/2011 7μ.). Εξάλλου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με χωροταξικό ή ρυθμιστικό σχέδιο προβλέπονται περιοχές, όπου είναι μεν κατ’αρχήν επιτρεπτή η άσκηση βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας, δεν έχουν όμως καθορισθεί βιομηχανικές ή βιοτεχνικές ζώνες ή ανάλογες περιοχές ή ζώνες, αναγνωριζόμενες κατά τρόπο συγκεκριμένο με διοικητική πράξη, εκδιδόμενη δυνάμει των οικείων διατάξεων, ως προοριζόμενες για τον ανωτέρω σκοπό, για την εγκατάσταση και λειτουργία ορισμένης μονάδας στις περιοχές αυτές απαιτείται η αξιολόγηση της καταλληλότητας της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης της μονάδας, κατά τη διαδικασία προέγκρισης χωροθέτησης την προβλεπόμενη αρχικώς στον ν. 1650/1986 ή, εφόσον τούτο απαιτείται από τη φύση και την κατηγορία της δραστηριότητας, κατά τη διαδικασία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, υπό τους όρους δηλαδή του ν. 3010/2002 ο οποίος τροποποίησε τον ανωτέρω ν. 1650/1986 (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3825/2010, 3460/2009, 2951/2006 7μ.).
- Επειδή, στην α΄ προσβαλλόμενη 2830/10.8.2006 ΑΕΠΟ της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου αναφέρεται, ως προς το είδος και το μέγεθος του έργου, ότι οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης βρίσκονται στην τοποθεσία Δάρδιζα του Δ.Δ. Ερμιόνης του Ν. Αργολίδος εντός ενιαίου οικοπέδου 10.624 τ.μ το οποίο απέχει από τους οριοθετημένους οικισμούς Θερμησίας και Ερμιόνης 3.000 μ. και 3.500 μ. αντίστοιχα, ότι στο νότιο τμήμα της έκτασης υπάρχουν παλιές εγκαταστάσεις φόρτωσης σιδηρομεταλλεύματος οι οποίες περιλαμβάνουν εγκαταστάσεις αποθήκευσης και σκάλα φόρτωσης, ότι οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης θα χρησιμοποιηθούν για τα αδρανή υλικά (αλλαγή χρήσης) ενώ η σκάλα φόρτωσης θα παραμείνει ως έχει με την τοποθέτηση μεταφορικής ταινίας για τη φόρτωση στα πλοία των αδρανών υλικών και ότι προβλέπεται η κατασκευή δύο (2) σιλό προσωρινής αποθήκευσης των αδρανών υλικών διαστάσεων 16,00Χ5,00 μ. και ύψους 10,50 μ. (μαζί με το δωμάτιο και τον ηλεκτρικό πίνακα χειρισμού της όλης εγκατάστασης) και αποθηκευτικής ικανότητας 2.700 τόνων. Εξάλλου, στο στοιχείο 6 του προοιμίου της ίδιας ΑΕΠΟ ορίζεται ότι η παραπάνω δραστηριότητα ως προς τον αποθηκευτικό χώρο (1680 κυβ.μέτρα) ανήκει στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις με α/α 293, διότι αποτελεί εγκατάσταση αποθήκευσης εμπορευμάτων χωρίς ψύξη και κατατάσσεται στην Β΄ κατηγορία (υποκατηγορία 3η) έργων και δραστηριοτήτων και ως προς το λιμενικό έργο εντάσσεται στα λιμενικά έργα με α/α 8.1, διότι αποτελεί μεμονωμένη θαλάσσια προβλήτα με συνολικό μήκος 31,0 μ. και εμβαδόν 155,0 τ.μ. και κατατάσσεται επίσης στην Β΄ κατηγορία (υποκατηγορία 3η). Όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη και με δεδομένο ότι έχουν ήδη εγκριθεί όλα τα περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού, εφόσον στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου προβλέπεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων και στην εκτός σχεδίου περιοχή της Δάρδιζας, δεν προκύπτει όμως ότι έχουν καθορισθεί τον κρίσιμο χρόνο στην περιοχή αυτή βιομηχανικές ή βιοτεχνικές ζώνες ή Π.Ο.Α.Π.Δ. ή ανάλογες περιοχές ή ζώνες, είναι επιτρεπτή, ύστερα από αξιολόγηση της καταλληλότητας της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης υπό τους όρους του ν. 1650/1986, η σημειακή χωροθέτηση για την εγκατάσταση και λειτουργία της επίμαχης μονάδας, από τη λειτουργία της οποίας δεν προκαλούνται σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 και την κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων της κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/2002. Ειδικότερα, η άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας δεν αντιβαίνει στις προαναφερθείσες κατευθύνσεις του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Πελοποννήσου, το οποίο επιτρέπει την άσκηση βιομηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανάπτυξης, εντός του πλαισίου της αρχής της αειοφορίας, σε όλους τους δήμους της Περιφέρειας. Εξάλλου, εν προκειμένω με τις προσβαλλόμενες πράξεις δεν προβλέπεται η κατασκευή λιμένος, αλλά η επισκευή και χρήση υφιστάμενης λιμενικής εγκατάστασης (σκάλας φόρτωσης), ήτοι δραστηριότητας υπαγομένης στην Β΄κατηγορία (υποκατηγορία 3η) των έργων και δραστηριοτήτων της παραπάνω κ.υ.α., κατά τα λοιπά δε η επίμαχη δραστηριότητα (αποθήκευση εμπορευμάτων χωρίς ψύξη) ανήκει, ομοίως, στην 3η υποκατηγορία της Β΄ κατηγορίας έργων και αποτελεί δραστηριότητα χαμηλής όχλησης κατά την αντιστοιχία της προαναφερθείσας κ.υ.α. 13727/724/2003. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, καθώς για την ένδικη λιμενική εγκατάσταση δεν υφίσταται χωροταξικός σχεδιασμός και η συγκεκριμένη εγκατάσταση αντιβαίνει στις θεσμοθετημένες αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2687/2010 σκ. 6). Περαιτέρω, ο ειδικότερος ισχυρισμός, με τον οποίο προβάλλεται ότι το επίμαχο έργο υπήχθη δυνάμει της κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003 σε διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) των έργων της 2ης υποκατηγορίας της κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/2002 και, ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία η πρόβλεψη της δραστηριότητας του έργου σε χωροταξικό σχέδιο ή σε άλλο ειδικό σχέδιο χρήσεων γης, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η τηρητέα διαδικασία και οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) σύμφωνα τις διατάξεις της κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003 δεν προβλέπονται στον νόμο ως κριτήρια, με βάση τα οποία εξετάζεται αν η άσκηση ορισμένης δραστηριότητας πρέπει να προβλέπεται ή όχι σε χωροταξικό σχέδιο ή σε ειδικό σχέδιο χρήσεων γης.
- Επειδή, στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός και ότι για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης περιέχουν, εξάλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ισχύουν μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας που κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και τέθηκε σε ισχύ από 1.12.2009 (βλ. ενοποιημένη Συνθήκη για την Ε.Ε. άρθρο 3 παρ. 3 και άρθρο 21 παρ. 2 και ΣΛΕΕ άρθρα 191-193). Ενόψει της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 (Α΄ 160), με τον οποίο θεσπίζονται κανόνες αναφερόμενοι, πλην άλλων, στις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έγκριση της εγκατάστασης δραστηριοτήτων ή εκτέλεσης έργων από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον κατ’ εξουσιοδότηση δε των άρθρων 3, 4 (παρ. 10 και 11) και 5 παρ. 1 του νόμου αυτού, αλλά και σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, εκδόθηκε αρχικώς η 69269/5387/1990 κ.υ.α. (Β΄ 678), με την οποία καθορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα απαιτούμενα στοιχεία και προδιαγραφές του περιεχομένου των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθώς και η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 1, 2 και 3 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91), αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 3, 4 και 5 του ν. 1650/1986 προκειμένου οι σχετικές ρυθμίσεις να εναρμονισθούν με τις οδηγίες 97/11/Ε.Ε. και 96/61/Ε.Ε. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 αντικαταστάθηκε το άρθρο 3 του ν. 1650/1986 ως εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων […] τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, και κάθε κατηγορία μπορεί να κατατάσσεται σε υποκατηγορίες, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Κριτήρια για την κατάταξη αυτή είναι: α) το είδος και το μέγεθος του έργου ή της δραστηριότητας β) το είδος και η ποσότητα των ρύπων που εκπέμπονται, καθώς και άλλη επίδραση στο περιβάλλον, γ) η δυνατότητα να προληφθεί η παραγωγή ρύπων από την εφαρμοζόμενη παραγωγική διαδικασία και δ) ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος και η ανάγκη επιβολής περιορισμών για την προστασία του περιβάλλοντος […]. 2. Η πρώτη (Α) κατηγορία περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες που λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της έκτασής τους είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στα έργα και στις δραστηριότητες της κατηγορίας αυτής επιβάλλονται κατά περίπτωση, με την έγκριση περιβαλλοντικών όρων που προβλέπεται στο επόμενο άρθρο, εκτός από τους γενικούς όρους και τις προδιαγραφές, ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος. Η δεύτερη (Β) κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες τα οποία, χωρίς να προκαλούν σοβαρές συνέπειες, πρέπει να υποβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος, σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις. Η τρίτη (Γ) κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που προκαλούν μικρές επιπτώσεις στο περιβάλλον». Με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 1650/1986 ορίσθηκε δε ότι «1.α. Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος […]. 3. Για τα έργα και τις δραστηριότητες της δεύτερης (Β) κατηγορίας, απαιτείται η υποβολή είτε περιβαλλοντικής έκθεσης, με την οποία τεκμηριώνεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, είτε προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση που προβλέπεται στην κοινή υπουργική απόφαση της περ. Α΄ της παρ. 10. Η έγκριση των περιβαλλοντικών όρων για τα έργα και τις δραστηριότητες της κατηγορίας αυτής γίνεται με απόφαση Νομάρχη, εφόσον δεν καθορίζεται διαφορετικά στην κανονιστική απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10α σε συνδυασμό με τις παρ. 5 και 6β […]. 10. α) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζονται: αα) τα έργα και οι δραστηριότητες της δεύτερης (Β) κατηγορίας για τα οποία απαιτείται προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση, ββ) οι αρμόδιες υπηρεσίες και η διαδικασία για την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση, όταν απαιτείται […]». Εξάλλου, με βάση εξουσιοδότηση που χορηγήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1650/1986, εκδόθηκε η Η.Π. 15393/2332/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄ 1022), στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι «Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α) και δεύτερης (Β) κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 […]» (άρθρο 2), ότι «Τα έργα και οι δραστηριότητες που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων κατατάσσονται σε δέκα (10) ομάδες κοινές για τις κατηγορίες Α΄ και Β΄ του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 […] (άρθρο 3 παρ. 1), ότι «Τα έργα και οι δραστηριότητες της πρώτης (Α) και δεύτερης (Β) κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 1650/1986 […] υποδιαιρούνται στις υποκατηγορίες ένα (1) και δύο (2) για την πρώτη (Α) κατηγορία και στις υποκατηγορίες τρία (3) και τέσσερα (4) για τη δεύτερη (Β) κατηγορία […]. Τα ως άνω έργα και δραστηριότητες αναφέρονται στους πίνακες 1 έως 10 του παραρτήματος Ι του άρθρου 5 ανάλογα με την ομάδα στην οποία υπάγεται καθένα από αυτά» (άρθρο 4) και ότι «Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 του ν. 3010/2002 από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 της υπ’ αριθ. 69269/5387/1990 […] καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας απόφασης ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτήν» (άρθρο 6 παρ. 1). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον πίνακα 3 του παραρτήματος Ι της πιο πάνω κ.υ.α., στα έργα και τις δραστηριότητες της 3ης ομάδας των λιμενικών έργων «Μεμονωμένες προβλήτες» με α.α. 8.1 περιλαμβάνονται θαλάσσιες προβλήτες με μήκος μεταξύ 50-20 μ. και εμβαδόν μεταξύ 500-200 τ.μ., εντασσόμενες στην 3η υποκατηγορία της Β΄ κατηγορίας, ενώ στα έργα και δραστηριότητες της 9ης ομάδας των βιομηχανικών εγκαταστάσεων με α.α. 293 περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης εμπορευμάτων χωρίς ψύξη 50.000-5.000 κυβ. μέτρων, εντασσόμενες ομοίως στην 3η υποκατηγορία της Β΄ κατηγορίας. Εξάλλου, με την κ.υ.α. Η.Π.11014/703/Φ104/2003 (Β΄ 332), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του ν. 1650/1986, καθορίσθηκαν οι όροι, η διαδικασία και τα αρμόδια όργανα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων, όπως αυτά κατατάχθηκαν στις προαναφερθείσες κατηγορίες και υποκατηγορίες, ήτοι στην κατηγορία Α, εντός της οποίας κατατάσσονται περαιτέρω στις υποκατηγορίες 1η και 2η και την κατηγορία Β΄ εντός της οποίας κατατάσσονται στις υποκατηγορίες 3η και 4η. Στο άρθρο 8 της τελευταίας αυτής κ.υ.α. προβλέπεται η υπαγωγή στη διαδικασία των άρθρων 6 και 7 της κ.υ.α. των έργων και δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας 3 που εκτελούνται εν όλω ή εν μέρει σε περιοχές του δικτύου NATURA, στο δε άρθρο 9 της κ.υ.α. προβλέπεται για τα λοιπά έργα της υποκατηγορίας 3 η αξιολόγηση και η υπαγωγή τους είτε σε διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) κατά τα άρθρα 6 και 7 είτε σε διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για τα έργα της 4ης υποκατηγορίας κατά το άρθρο 11 της αυτής κ.υ.α. Για να κριθεί το ανωτέρω ζήτημα της εφαρμοστέας διαδικασίας εξετάζονται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων και δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 9 της κ.υ.α. με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία απαριθμούνται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 9 και ανάγονται α) στα χαρακτηριστικά του έργου ή της δραστηριότητας (είδος, μέγεθος του έργου, ή της δραστηριότητας, συσσωρευτική δράση με άλλα έργα ή δραστηριότητες, χρήση των φυσικών πόρων, παραγωγή αποβλήτων, ρύπανση και οχλήσεις, κίνδυνος ατυχημάτων), β) στη χωροθέτηση του έργου ή της δραστηριότητας, (υπάρχουσα χρήση γης, σχετικός πλούτος, ποιότητα και αναγεννητική ικανότητα των φυσικών πόρων της περιοχής, ικανότητα απορρόφησης του φυσικού περιβάλλοντος, με ιδιαίτερη προσοχή στους υγρότοπους, στις παράκτιες περιοχές, στις ορεινές και δασικές περιοχές, στις πρoστατευόμενες φυσικές περιοχές και φυσικά πάρκα, στις διατηρητέες ή πρoστατευόμενες περιοχές σύμφωνα με την εκάστοτε κείμενη νομοθεσία, στις περιοχές ειδικής προστασίας, στις περιοχές στις οποίες καταστρατηγούνται ήδη τα πρότυπα για την ποιότητα του περιβάλλοντος που καθορίζει η κείμενη νομοθεσία, στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, στους χώρους και τοπία ιστορικής, πολιτιστικής ή αρχαιολογικής σημασίας) και γ) στα χαρακτηριστικά των ενδεχομένων επιπτώσεων (έκταση των επιπτώσεων στη γεωγραφική περιοχή και στο μέγεθος του θιγόμενου πληθυσμού, διασυνοριακός χαρακτήρας των επιπτώσεων, μέγεθος και πολυπλοκότητα των επιπτώσεων, πιθανότητα των επιπτώσεων, διάρκεια, συχνότητα και αναστρεψιμότητα των επιπτώσεων).
- Επειδή, κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου πράξεων, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων για την εκ των προτέρων εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον σχεδιαζομένων έργων ή δραστηριοτήτων, στον οποίο έλεγχο περιλαμβάνεται και η πλάνη περί τα πράγματα, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των απορρεουσών από τις ανωτέρω διατάξεις αρχών της πρόληψης και προφύλαξης, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές, ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές που κατοχυρώνουν την αρχή της αειφορίας. Παράβαση όμως των ανωτέρω αρχών μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας, και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη του περιβάλλοντος είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται τις αρχές αυτές (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3219/2010 Ολομ., 613/2002 Ολομ., 3478/2000 Ολομ. κ.ά.).
- Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου και την 4463/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτουν τα εξής: Στην περιοχή «Δάρδιζα» Ερμιόνης υφίστανται εγκαταστάσεις παλαιών ανενεργών μεταλλείων σιδηροπυρίτη, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, διάφορα κτίσματα, καθώς και παλαιά μεταλλική εξέδρα για τη φόρτωση υλικών σε πλοία. Η παρεμβαίνουσα εταιρεία, φερομένη ως κυρία των εν λόγω παλαιών εγκαταστάσεων και προτιθέμενη να προβεί στον εκσυγχρονισμό και επαναλειτουργία της εγκατάστασης φόρτωσης, ζήτησε την κατά νόμο άδεια του Υπουργού Πολιτισμού. Επί της αρχικής αίτησης του έτους 2003, αλλά και της μεταγενέστερης αίτησης του έτους 2004 με την οποία συνυποβλήθηκε και Μελέτη Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης του έργου, εξέφρασαν τις απόψεις τους η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων Δυτικής Ελλάδος (έγγραφα ΥΠΠΟ/ΥΝΕΜΤΕΔΕ/Φ04-ε/445 /9.3.2004, ΥΠΠΟ/ΥΝΕΜΤΕΔΕ/Φ04-ε/681/23.3.2004 και ΥΠΠΟ/ΥΝΕΜΤΕΔΕ/Φ04-ε/3263/18.10.2004), η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων (έγγραφα Φ4/4/2929/21.7.2004 και Φ4/3/4319/24.11.2004), η 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης (έγγραφο 275/24.1.2005) και η Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων (έγγραφο Φ5Β/13/7480/9.11.2004). Από τα ανωτέρω έγγραφα της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων προέκυψε ότι η περιοχή δεν είναι κηρυγμένος ενάλιος αρχαιολογικός χώρος και ότι δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη αρχαιοτήτων στην περιοχή της εξέδρας φόρτωσης. Προέκυψε, όμως, περαιτέρω, ότι σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το σημείο αυτό, στον μυχό του όρμου Δάρδιζας, εντοπίσθηκαν μέσα στη θάλασσα αρχαίες εγκαταστάσεις, μάλλον των υστερορωμαϊκών χρόνων. Πρόκειται για δύο τουλάχιστον συγκροτήματα κτιρίων, με εγκάρσιους τοίχους που βαίνουν προς την παραλία, ενώ όλη η περιοχή του όρμου καταλαμβάνεται από διεσπαρμένο οικοδομικό υλικό και κεραμική. Εν όψει των ευρημάτων αυτών, τόσο η εν λόγω Εφορεία, όσο και οι λοιπές ανωτέρω υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, γνωμοδότησαν μεν θετικά για την πρόοδο των εργασιών επαναλειτουργίας των εγκαταστάσεων φόρτωσης, συγχρόνως, όμως, διετύπωσαν και σχετικούς όρους για την άσκηση της δραστηριότητας. Ακολούθως, με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ 41/10847/511/15.2.2005 του Γενικού Διευθυντή Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, εγκρίθηκε, υπό τους τεθέντες στην απόφαση όρους, η μελέτη Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (Π.Π.Ε.) για την επαναλειτουργία προβλήτας φόρτωσης στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις της παρεμβαίνουσας εταιρείας. Αίτηση ακυρώσεως κατά της ανωτέρω απόφασης από ενδιαφερομένους, μεταξύ των οποίων και το πρώτο αιτούν σωματείο, απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα 4463/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξάλλου, για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου εκτός από την Π.Π.Ε.Α. συνετάγη και η από Ιανουάριο του 2005 τελική τεχνική έκθεση του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.). Επίσης, το ΓΕΝ με το 500242/18.2.2005 έγγραφό του εξέφρασε την κατ’ αρχήν σύμφωνη γνώμη του για την εγκατάσταση της δραστηριότητας, ενώ με την 14/4.8.2005 απόφαση της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων (Ε.Σ.Α.Λ.) εγκρίθηκε η πρόταση του έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2971/2001. Ακολούθως, ο Γενικός Διευθυντής της Περιφέρειας Πελοποννήσου με το 3116/24.10.2005 έγγραφό του γνωμοδότησε θετικά επί της ΠΠΕΑ και ορίσθηκε ότι η παρεμβαίνουσα οφείλει να υποβάλει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την αξιολόγηση με σκοπό την έκδοση ή μη απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ). Στη συνέχεια η εκπονηθείσα ΜΠΕ καθώς και η τελική τεχνική έκθεση του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. υποβλήθηκαν στο Νομαρχιακό Συμβούλιο της Ν.Α. Αργολίδος, το οποίο με την 67/2006 (πρακτικό 7/2006) απόφασή του γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία αρνητικά ως προς την έγκριση της ΜΠΕ. Μετά ταύτα, η παρεμβαίνουσα υπέβαλε στις 30.6.2006 συμπληρωματικό υπόμνημα επί της ΜΠΕ, το οποίο αφορούσε τις εναλλακτικές λύσεις ως προς τη θέση της εγκατάστασης, τον τρόπο και τη μέθοδο φόρτωσης των αδρανών υλικών, τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης της περιοχής και την τήρηση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος ως προς τον θόρυβο και τη φόρτωση. Ακολούθως, μετά από θετική εισήγηση του Τμήματος Περιβαλλοντικού και Χωροταξικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Πελοποννήσου (έγγραφο 2661/2006), εκδόθηκε η 2830/10.8.2006 (α΄ προσβαλλόμενη) απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου «Εγκατάσταση φόρτωσης αδρανών υλικών στη θέση Δάρδιζα του Δ.Δ. Ερμιόνης του Δήμου Ερμιόνης του Ν.Αργολίδας». Προσφυγή της Ν.Α. Αργολίδος κατά της ως άνω απόφασης απορρίφθηκε σιωπηρά από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (βλ. το 413/4.1.2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ). Εξάλλου, στο έγγραφο 1010/28.3.2007 της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με το οποίο διαβιβάσθηκαν οι απόψεις της Διοίκησης στο Δικαστήριο, ως προς τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον και τα μέτρα προστασίας που επιβλήθηκαν με την α΄προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[…] Στη ΜΠΕ που κατατέθηκε […] αναλύθηκαν επαρκώς οι προκαλούμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις στα κύρια στοιχεία του περιβάλλοντος κατά την φάση κατασκευής και λειτουργίας του έργου, και προτάθηκαν μέτρα αντιμετώπισής τους. Αναπόσπαστο τμήμα της Μελέτης αποτελεί και η ΜΠΕ του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. (Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών) που έγινε με σκοπό την αποτίμηση της υφιστάμενης κατάστασης ρύπανσης σε ολόκληρο τον κόλπο της Δάρδιζας και την παροχή κατευθύνσεων-οδηγιών για την περιβαλλοντική προστασία της περιοχής του έργου. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου αυτού 3ης υποκατηγορίας της κ.υ.α. 15393/2332/2002 [αποθηκευτικός χώρος 1680 m3-βιομηχανικές εγκαταστάσεις α/α 293– εγκαταστάσεις αποθήκευσης εμπορευμάτων χωρίς ψύξη και λιμενικό έργο-λιμενικά έργα α/α 8.1- μεμονωμένη θαλάσσια προβλήτα με μήκος 31,0 μ. και εμβαδόν 155,0 m3], ολοκληρώθηκε βάσει των άρθρων 6 και 7 της κ.υ.α. 11014/703/Φ104/2003 […]. Πριν εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, τέθηκαν υπόψη της υπηρεσίας μας οι θετικές γνωμοδοτήσεις της Δ/νσης Λατομείων Μαρμάρων και Αδρανών Υλικών του Υπ.Ανάπτυξης, του Υπ. Πολιτισμού (Γεν. Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς), του Υπουργείου Τουρισμού (Δ/νσης Τουριστικών Εγκαταστάσεων), της Δ΄ ΕΠΚΑ Ναυπλίου, της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, της 2ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Πάτρας, της 5ης ΕΒΑ Σπάρτης, της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων (Ε.Σ.Α.Λ.), της ΝΕΧΩΠ Αργολίδας, του Δήμου Ερμιόνης και η αρνητική γνωμοδότηση του Ν.Σ. Αργολίδας κατόπιν αρνητικής εισηγήσεως της Δ/νσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ Ν.Α. Αργολίδας […] ο χώρος όπου πρόκειται να αναπτυχθεί το έργο δεν βρίσκεται εντός περιοχών του εθνικού καταλόγου του ΕΟΔ Natura 2000 και ούτε χαρακτηρίζεται ως προστατευόμενος στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας […]». Εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, με την 2321/17.11.2011 (β΄ προσβαλλόμενη) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου ανανεώθηκε η ισχύς των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων του έργου για πέντε ακόμη έτη.
- Επειδή, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, διότι η εγκατάσταση και λειτουργία της συγκεκριμένης δραστηριότητας συνιστά προσβολή των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής και υποβάθμιση των όρων διαβίωσης των κατοίκων, από την αιτιολογία δε των προσβαλλομένων πράξεων δεν προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος. Οι αιτούντες ισχυρίζονται, ειδικότερα, ότι η επίμαχη δραστηριότητα συνεπάγεται τη συχνή διέλευση οχημάτων για τη μεταφορά των αδρανών υλικών από το λατομείο στα σιλό αποθήκευσης (σελ. 16-17 ΜΠΕ, ένα φορτηγό ανά πέντε λεπτά, με συνεχή θόρυβο, σκόνη κ.λπ.) και τη συχνή παραμονή πλοίων στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή με αποτέλεσμα την αισθητική υποβάθμιση του όρμου της Δάρδιζας, τον κίνδυνο ρύπανσης της θάλασσας από πετρελαιοειδή, τη διάχυση αδρανών υλικών στη θάλασσα σε περίπτωση ατυχήματος, τη δυσμενή επιβάρυνση της χερσαίας και θαλάσσιας περιοχής του όρμου και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων. Η Περιφέρεια Πελοποννήσου στο προαναφερθέν 1010/28.3.2007 έγγραφο εκθέτει επί του λόγου αυτού ακυρώσεως τα εξής: «Όπως αναφέρεται στη ΜΠΕ […] η επιλογή της συγκεκριμένης διαδρομής που θα ακολουθούν τα φορτηγά αυτοκίνητα έγινε γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Η διαδρομή ακολουθεί το εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο του νομού. Εναλλακτική λύση δεν υπάρχει γιατί θα έχουμε διέλευση των φορτηγών αυτοκινήτων αφενός από οδικό δίκτυο (κυρίως δημοτικό), μη κατάλληλο […] για το σκοπό αυτό, αφετέρου μέσα από χωριά και οικισμούς. Επίσης εναλλακτικός τρόπος μεταφοράς των αδρανών υλικών από το λατομείο στην σκάλα φόρτωσης, λόγω της απόστασης, δεν υπάρχει. Με βάση τους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους επιτρέπεται η φόρτωση ενός πλοίου χωρητικότητας 1.500 τόνων ανά ημέρα, που σημαίνει όχι συνεχή διέλευση, με απαγόρεση της διέλευσης κατά τις ώρες κοινής ησυχίας (όρος δ1 παρ. 25) και επιπροσθέτως διακοπή της μεταφοράς-διακίνησης αδρανών υλικών και της φόρτωσής τους σε πλοία επί τέσσερις μήνες από τον Ιούνιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο κάθε έτους (όρος δ1 παρ. 1). Επειδή η περιοχή της Δάρδιζας είναι περιοχή παραθεριστικής κυρίως κατοικίας αλλά και λόγω της αύξησης της τουριστικής κίνησης κατά τους μήνες αυτούς, ετέθη η ως άνω απαγόρευση για να μην δημιουργείται όχληση […] των κατοίκων, διερχομένων κ.λπ. αφού δεν θα υπάρχει ούτε διέλευση οχημάτων μεταφοράς των αδρανών, ούτε φόρτωση […]. Σύμφωνα με τους παραπάνω τεθέντες όρους και σύμφωνα με τους υπολογισμούς στη σελίδα 16 της εγκεκριμένης ΜΠΕ κατά τους μήνες λειτουργίας της εγκατάστασης υπολογίζεται κυκλοφοριακό φορτίο μέσης διέλευσης οχήματος μεταφοράς από σταθερό σημείο ανά 11 λεπτά. Έτσι διασφαλίζεται η ομαλή διέλευση φορτηγών και η ελάχιστη περιβαλλοντική όχληση. Τέλος, με τον όρο δ1 παρ. 24 επιβάλλεται η επιμελής κάλυψη της καρότσας των φορτηγών για την αποφυγή διάχυσης σκόνης στην περιβάλλουσα περιοχή». Ως προς τη φορτοεκφόρτωση αδρανών υλικών, στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι «…ενώ στην Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση είχε προβλεφθεί η κατασκευή υπέργειων μεταφορικών ταινιών, στη συνέχεια (ΜΠΕ) προτάθηκε ο σχεδιασμός κατασκευής υπόγειων μεταφορικών ταινιών και μόνον το τελευταίο τμήμα επί της σκάλας φόρτωσης θα παραμείνει υπέργειο (αλλά καλυμμένο). Αποτέλεσμα αυτού είναι η σημαντική μείωση του θορύβου και της έκλυσης σκόνης σε σχέση με τη διακίνηση των αδρανών αν οι μεταφορικές ταινίες ήταν υπέργειες. Υπόγειες μεταφορικές ταινίες και σύστημα καταιωνισμού νερού στα σημεία εκφόρτωσης των φορτηγών και φόρτωσης του πλοίου είναι ό,τι φιλικότερο στο περιβάλλον υπάρχει σήμερα (όροι δ1 παρ. 15, δ1 παρ. 16, δ1 παρ. 17, δ1 παρ. 18, δ1 παρ. 19). Επιπροσθέτως επιβάλλεται στην εταιρεία η λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος στην περιοχή της σκάλας φόρτωσης καθώς και ο περιοδικός καθαρισμός του βυθού στην περιοχή φόρτωσης (όροι δ1 παρ. 4, δ1 παρ. 6 και δ1 παρ. 7). Για την αποφυγή οπτικής ρύπανσης και σε ευθεία ταύτιση με τις επιταγές της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας τίθενται συγκεκριμένοι όροι και περιορισμοί (όροι δ1 παρ. 11 και δ1 παρ. 15). Γενικά και όπως προκύπτει από τα περιεχόμενα της ΜΠΕ, η επιλογή της θέσης της εγκατάστασης έγινε με αποκλειστικό γνώμονα την ελάχιστη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Πιο συγκεκριμένα στην αιτούμενη θέση (ιδιοκτησίας της επιχείρησης) λειτουργούσε από παλιά σκάλα φόρτωσης μεταλλευμάτων της εταιρείας “Μποδοσάκη” πράγμα που σημαίνει πως όλα τα απαραίτητα έργα υποδομής υπάρχουν και χρήζουν μόνον βελτιώσεων. Η μεταλλική κατασκευή της σκάλας φόρτωσης υπάρχει, η οδός προσπέλασης υπάρχει, ακόμα και η θέση στην οποία θα κατασκευασθούν τα σιλό έχει χωροθετηθεί από την αρχική λειτουργία των εγκαταστάσεων, πράγμα που σημαίνει, και η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων θέτει όρο, να μην πειραχθεί ο υπάρχων μεταλλικός σκελετός της σκάλας, όπως και οι λιθόκτιστες τοιχοποιίες. Για τον ίδιο λόγο θα γίνει εξωτερική επένδυση με πέτρα των σιλό που θα κατασκευασθούν (δ1 παρ. 11…). Σύμφωνα με την μελέτη του ΕΚΘΕ [ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.] η περιοχή είναι σημειακά επιβαρυμένη με βαρέα μέταλλα σε ακτίνα 30 μ. από τη σκάλα φόρτωσης. Όμως, όπως επισημαίνεται στη μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. από τη λειτουργία της μονάδας δεν πρόκειται να έχουμε επιβάρυνση της κατάστασης. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. ουσιαστικά δεν δημιουργείται κανένα περιβαλλοντικό πρόβλημα στον κόλπο της Δάρδιζας από την επαναδραστηριοποίηση της σκάλας φόρτωσης. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο σχεδιαζόταν εγκατάσταση σκάλας φόρτωσης θα απαιτούνταν όλα τα έργα υποδομής εκ νέου (προσπελάσεις, διανοίξεις, διαμορφώσεις, εκσκαφές, καταστροφή βλάστησης κ.λπ.), πράγμα που θα δημιουργούσε πολλές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι η επιλεγμένη περιοχή είναι αυτή που επιφέρει τις ελάχιστες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις […]. Ως προς την περίπτωση αστοχίας-ατυχήματος στις εγκαταστάσεις φορτοεκφόρτωσης όσο και στα πλοία που θα κινούνται στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή: Επιβάλλονται όροι και περιορισμοί στην εταιρεία αφενός για τον έλεγχο της στατικότητας του φορέα της μεταλλικής εξέδρας φόρτωσης και την πιθανή ενίσχυση αυτού (όροι δ1 παρ. 13 και δ1 παρ. 14) και αφετέρου για την τήρηση των κανονισμών για την αποφυγή ρύπανσης κλειστών θαλάσσιων περιοχών από κατάλοιπα πλοίων (όρος δ1 παρ. 27 της προσβαλλομένης). Σύμφωνα δε με την μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. […] τυχόν αστοχία κατά τη λειτουργία της εγκατάστασης, δεν θα προκαλέσει επιπτώσεις στις βιοκοινωνίες του βυθού, δεδομένου ότι τα είδη που κυριαρχούν στο συγκεκριμένο σημείο είναι ανθεκτικά σε συνθήκες ιζηματογένεσης. Επίσης, κατά την ίδια μελέτη, η δραστηριότητα δεν θα επιβαρύνει την περιοχή με βαρέα μέταλλα. Αντίθετα, αν συνδυασθεί με την απομάκρυνση από τον χερσαίο χώρο των τυχόν υπολειμμάτων που σχετίζονται με την παλιά χρήση των εγκαταστάσεων φόρτωσης και μεταφοράς σιδηρομεταλλεύματος, θα βοηθήσει την φυσική απορρύπανση του θαλάσσιου οικοσυστήματος από τα βαρέα μέταλλα όπως άλλωστε έχει τεθεί στον όρο δ1 παρ. 14 της προσβαλλόμενης αποφάσεως [ΑΕΠΟ]. Τα αδρανή υλικά δεν είναι τοξικά ή επικίνδυνα υλικά ούτε έχουν περιεκτικότητες σε βαρέα μέταλλα, ώστε ενδεχομένως να προκαλέσουν ρύπανση. Είναι ασβεστολιθικά υλικά και κατά την ονομασία τους (αδρανή), δεν προκαλούν χημικές ή άλλες αντιδράσεις ώστε να προκληθεί αλλοίωση ή ρύπανση του φυσικού περιβάλλοντος […]». Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα στοιχεία του φακέλου, σε συνδυασμό και με όσα αναφέρονται στο ανωτέρω έγγραφο της Διοίκησης, πριν από την έκδοση της 2830/10.8.2006 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου πραγματοποιήθηκε αυτοψία στη θέση εγκατάστασης του έργου και την ευρύτερη περιοχή από υπαλλήλους των αρχαιολογικών υπηρεσιών, διατυπώθηκαν ακολούθως θετικές, υπό όρους, γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιών αυτών και στη συνέχεια εκπονήθηκε ειδική μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. καθώς και Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων με τις οποίες εξετάσθηκαν όλες οι πιθανές επιπτώσεις από τη λειτουργία του έργου στο άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής. Εξάλλου, με τις μελέτες αυτές και τους όρους που τέθηκαν με την ανωτέρω απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου αντιμετωπίσθηκαν ειδικώς και τα προαναφερθέντα θέματα για τα οποία παραπονούνται ειδικώς οι αιτούντες (κυκλοφοριακός φόρτος, σκόνη, συνέπειες από τυχόν αστοχία κατά τη φόρτωση κ.ά.). Κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες πράξεις στηρίζονται σε τεκμηριωμένες μελέτες και συγκεκριμένα την προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, την ειδική τεχνική μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. και τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και αιτιολογούνται νομίμως και επαρκώς ως προς την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τον καθορισμό των αναγκαίων όρων και περιορισμών για την εγκατάσταση και λειτουργία της επίμαχης δραστηριότητας, προκειμένου να αποτραπεί η προσβολή στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος και να ελαχιστοποιηθούν οι τυχόν επιπτώσεις στους όρους διαβίωσης των κατοίκων, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη σκέψη 14, κατά τον ακυρωτικό έλεγχο πράξεων περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων εξετάζεται αν οι σχετικές μελέτες καλύπτουν στο σύνολό τους και τεκμηριωμένα όλες τις απαιτήσεις του νόμου για την ορθή αξιολόγηση των συνεπειών του έργου και την επιλογή των κατάλληλων μέσων προστασίας του περιβάλλοντος, στην προκειμένη δε περίπτωση από τα προαναφερθέντα στοιχεία συνάγεται ότι τηρήθηκαν, κατ’ αρχήν, οι προβλεπόμενοι στη σχετική νομοθεσία όροι για την πλήρη αξιολόγηση των επιπτώσεων του έργου στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον του όρμου της Δάρδιζας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει πλάνη των οργάνων της Διοίκησης κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων ούτε προκύπτει ότι η άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας θα προκαλέσει μη επανορθώσιμη ή δυσανάλογη σε σχέση με το προσδοκώμενο όφελος βλάβη στο περιβάλλον της περιοχής. Επομένως, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά ευθεία παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2669/2010 σκ. 8), κατά το μέρος δε που προβάλλεται παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος είναι απορριπτέος σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 12.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι από την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων θίγονται στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος και του άρθρου 10 του ν.3028/2002, διότι στην περιοχή υπάρχουν υπολείμματα αρχαίου οικισμού τα οποία βρίσκονται στον βυθό της θάλασσας και η θαλάσσια περιοχή έναντι της ένδικης εγκατάστασης έχει χαρακτηρισθεί το έτος 1994 ως ενάλιος αρχαιολογικός χώρος, ο κίνδυνος δε βλάβης επιτείνεται διότι δεν είναι επακριβώς γνωστή η θέση των αρχαίων μνημείων. Η Διοίκηση στο προαναφερθέν έγγραφο των απόψεων εκθέτει ότι η θαλάσσια περιοχή βορείως της νήσου Δοκού και νότια της σχεδιαζομένης δραστηριότητας έχει χαρακτηρισθεί ως θαλάσσιο αρχαιολογικό πάρκο με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/34928/5.7.1994 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 555), ότι η έκταση του αρχαιολογικού πάρκου ορίζεται σαφώς με σημεία και συντεταγμένες στο ΦΕΚ και βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 6,0 χλμ. από τη σχεδιαζόμενη δραστηριότητα, ότι κατά την αυτοψία που πραγματοποίησε στον όρμο της Δάρδιζας κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη αρχαιοτήτων στην περιοχή της εξέδρας, αλλά υπάρχουν αρχαία σε απόσταση 500 μ. περίπου στο μυχό του όρμου, ότι η άσκηση της δραστηριότητας εγκρίθηκε με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ41/10847/511/15.2.2005 του Γενικού Διευθυντή Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, ότι με την ΑΕΠΟ ελήφθησαν υπόψη όλοι οι όροι και περιορισμοί που έθεσαν στις θετικές γνωμοδοτήσεις τους οι αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες (όροι δ1 παρ. 7 έως 15 της ΑΕΠΟ), ότι τέθηκε, επιπροσθέτως, όρος για την κατασκευή μόνιμου αγκυροβολίου για την πρόσδεση των πλοίων και την αποφυγή χρήσης άγκυρας (όρος δ1 παρ. 26) και ότι δεν θα υπάρχει παραμονή και αγκυροβολία πλοίων στον όρμο της Δάρδιζας, παρά μόνον ενός πλοίου χωρητικότητας 1.500 τόνων, ανά ημέρα, με πρόσδεση στην υφιστάμενη σκάλα φόρτωσης και παραμονή επί 2 ώρες, όσο διαρκεί η φόρτωση. Όπως αναφέρθηκε, η αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της ανωτέρω απόφασης ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ41/10847/511/ 15.2.2005 του Γενικού Διευθυντή Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού απορρίφθηκε με την 4463/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά δε την έγκριση της επίμαχης δραστηριότητας από πλευράς αρχαιολογικής νομοθεσίας, με την α΄ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ επιβλήθηκαν οι προαναφερθέντες όροι οι οποίοι τέθηκαν από τα όργανα και τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού για την άσκηση της δραστηριότητας. Με τα δεδομένα αυτά, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος και του άρθρου 10 του ν. 3028/2002 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1β του ν. 1650/1986 και του άρθρου 12 παρ. 1 στοιχ. στ΄ της κ.υ.α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003, διότι στο σώμα τους δεν μνημονεύονται τα ευαίσθητα στοιχεία του περιβάλλοντος της άμεσης και της ευρύτερης περιοχής του έργου και δεν λαμβάνονται μέτρα για την προστασία τους. Ειδικότερα, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι στο κεφάλαιο ε1 της α΄ προσβαλλομένης αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν ευαίσθητα στοιχεία και ειδικά προστατευόμενες ζώνες, παρά το ότι η πρώην Κοινότητα Ερμιόνης έχει χαρακτηρισθεί τουριστικός τόπος και παρά το ότι στον κόλπο της Δάρδιζας υφίσταται αρχαίος οικισμός βυθισμένος κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στον δε μυχό του όρμου δημιουργείται υγρότοπος στον οποίο φωλιάζουν αποδημητικά πτηνά προστατευόμενα από την οδηγία 79/409. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το π.δ. 899/1976 (Α΄ 329) ανακηρύχθηκε κατ’ επίκληση του άρθρου 1 του ν.δ. 180/1946 (Α΄ 324) ως τουριστικός τόπος, μεταξύ άλλων, και η Κοινότητα Ερμιόνης. Στην εγκριθείσα ΜΠΕ του έργου (βλ. σελ. 6 επόμ.) αναφέρονται τα εξής: «… Τα αδρανή υλικά θα μεταφέρονται από το δημόσιο λατομείο αδρανών στη θέση «Ρίνιζα» του Δήμου Κρανιδίου (ΔΔ Διδύμων). Θα αποθηκεύονται στα σιλό που θα κατασκευασθούν για το σκοπό αυτό και θα μεταφορτώνονται στα πλοία …Καμία απολύτως επεξεργασία των αδρανών υλικών δεν προβλέπεται να γίνεται στη συγκεκριμένη εγκατάσταση παρά μόνον προσωρινή αποθήκευσή τους στα σιλό και φόρτωση σε πλοία… Ο υπό μελέτη χώρος … ευρίσκεται επί των δυτικών απολήξεων του όρους Αλατοβούνι στη θέση “Δάρδιζα”… Οι πλησιέστεροι θεσμοθετημένοι και οριοθετημένοι οικισμοί είναι αυτοί της Ερμιόνης και της Θερμησίας. Από τους οικισμούς αυτούς η θέση των εγκαταστάσεων απέχει 3.000 μ. και 3.500 μ. αντίστοιχα. Σε ακτίνα μεγαλύτερη των 1.500 μ. ευρίσκεται ο συνοικισμός της Δάρδιζας. Δεν υπάρχει κατοικία σε απόσταση μικρότερη των 750 μ. από την αιτούμενη δραστηριότητα… Η πλησιέστερη ανθρώπινη δραστηριότητα είναι κάποιες μεμονωμένες παραθεριστικές κατοικίες στα βόρεια της έκτασης (απόσταση περίπου 800 μ.)… ο χώρος δεν ευρίσκεται εντός προτεινόμενης περιοχής για ένταξη στο δίκτυο Natura 2000, δεν είναι εθνικός δρυμός και βέβαια δεν υπάρχουν στην περιοχή θεσμικές ή λοιπές ρυθμίσεις (ZOE, ΒΙΠΕ κ.λπ). Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Ερμιόνης (ΥΠΕΧΩΔΕ 5660/10.2.22003 ΦΕΚ Δ΄194) δεν προβλέπει καμία ρύθμιση για την περιοχή, αφού η περιοχή ευρίσκεται εκτός του Γ.Π.Σ. […] Επίσης στην περιοχή δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες δημόσιες εκτάσεις… Τέλος, δεν υπάρχουν ευπαθή οικοσυστήματα καθώς και προστατευόμενες περιοχές…». Στην ίδια ΜΠΕ γίνεται αναφορά στη χλωρίδα και πανίδα της περιοχής και στα έγγραφα των αρχαιολογικών υπηρεσιών που είχαν εκδοθεί μέχρι την εκπόνησή της. Επίσης, στη ΜΠΕ επισυνάπτεται, πλην άλλων, και το 500242/18.2.2005 έγγραφο του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης του ΕΟΤ με το οποίο διατυπώνεται η θετική, κατ’ αρχήν, άποψη της υπηρεσίας αυτής για την ανάπτυξη της επίμαχης δραστηριότητας στον όρμο της Δάρδιζας και περαιτέρω σημειώνεται ότι πρέπει να τεθούν όροι για τον περιορισμό των οχλήσεων από τη δραστηριότητα. Εξάλλου, η Διοίκηση στο έγγραφο των απόψεων επαναλαμβάνει τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που προαναφέρθηκαν για την προστασία των ενάλιων αρχαίων μνημείων και περαιτέρω εκθέτει ότι σύμφωνα με το π.δ. 899/1976 έχει ορισθεί τουριστικός τόπος η Κοινότητα Ερμιόνης που δεν ταυτίζεται με τα όρια του σημερινού Δήμου Ερμιόνης, ότι στο εν λόγω διάταγμα δεν τίθενται όροι και περιορισμοί σχετικά με τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες, ότι ο οικισμός της Δάρδιζας είναι οικισμός παραθεριστικής κατοικίας με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους, ότι για την προστασία του τουριστικού τόπου αλλά και του παραθεριστικού οικισμού της Δάρδιζας τέθηκε ο πρώτος περιβαλλοντικός όρος (παρ. δ1 παρ. 1), σύμφωνα με τον οποίο διακόπτεται η μεταφορά-διακίνηση αδρανών υλικών και η φόρτωση σε πλοία επί 4 μήνες από τον Ιούνιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο κάθε έτους, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διακίνηση αδρανών υλικών στον Ν. Αργολίδος γίνεται με πλοία και από το λιμάνι του Ναυπλίου, ότι στην περιοχή δεν υπάρχει υγρότοπος και ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει περιοχή ειδικώς προστατευόμενη ούτε περιοχή προστατευόμενη κατά τις διατάξεις της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για την προστασία της ορνιθοπανίδας. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η α΄προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκδόθηκε αφού εκτιμήθηκαν τα ευαίσθητα στοιχεία του περιβάλλοντος της άμεσης και της ευρύτερης περιοχής του έργου καθώς και ότι για την εκτίμηση των συνεπειών του έργου στον τουριστικό χαρακτήρα της περιοχής ελήφθη υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο του ΕΟΤ. Εξάλλου, προκειμένου να αποτραπεί η υποβάθμιση του παραθεριστικού χαρακτήρα της περιοχής επιβλήθηκε ειδικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άσκηση της δραστηριότητας από τον μήνα Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο κάθε έτους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων, κατά τον οποίο στην περιοχή υφίσταται υγροβιότοπος που δεν ελήφθη υπόψη, δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ούτε αποδεικνύεται από τους αιτούντες. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του αν ο χαρακτηρισμός με το π.δ. 899/1976 της Κοινότητας Ερμιόνης ως τουριστικού τόπου περιλαμβάνει και την επίμαχη θέση της εγκατάστασης της παρεμβαίνουσας, οι προσβαλλόμενες, πάντως, πράξεις εκδόθηκαν ύστερα από συνεκτίμηση και του χαρακτήρα της περιοχής ως παραθεριστικής κατοικίας, συνακόλουθα και ως τουριστικού τόπου και αιτιολογούνται, από την άποψη αυτή, νομίμως και επαρκώς, ο περί του αντιθέτου δε λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3048/1980, 3047/1980).
- Επειδή, με το από 20.1.2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως προβάλλεται ότι η α΄ προσβαλλομένη ΑΕΠΟ εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 24 του Συντάγματος και κατά πλάνη περί τα πράγματα, διότι υφίσταται κίνδυνος ρύπανσης της θάλασσας από βαρέα μέταλλα και ότι για το συγκεκριμένο έργο έπρεπε να εκπονηθεί ΜΠΕ τύπου ΙΙ, αφού οι ένδικες δραστηριότητες κατατάσσονται στην 2η υποκατηγορία της Α΄ Κατηγορίας έργων και δραστηριοτήτων της κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/2002. Επιπροσθέτως, οι αιτούντες ισχυρίζονται, με αναφορά στις μελέτες που εκπονήθηκαν για την έγκριση του έργου (ΜΠΕ, ειδική μελέτη ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.), ότι στην περιοχή ανάπτυξης των σχεδιαζομένων δραστηριοτήτων και ειδικότερα στα παλαιά σιλό και στο εργοστάσιο εμπλουτισμού έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη μιας σοβαρής πηγής ρύπανσης από βαρέα μέταλλα, ότι ούτε ο φορέας της δραστηριότητας ούτε άλλος δημόσιος φορέας έχουν μελετήσει το φαινόμενο, ότι είναι άγνωστο ποια είναι τα σημεία στα οποία εντοπίζεται η παρουσία βαρέων μετάλλων, ότι δεν έχουν εγκριθεί ούτε μελετηθεί τα κατάλληλα μέτρα για την εξυγίανση του χώρου και την ασφαλή διαχείρισή του σύμφωνα και με το άρθρο 12 της κ.υ.α. Η.Π. 13588/725/2006 (Β΄ 383) που ρυθμίζει το ζήτημα της εξυγίανσης και αποκατάστασης ρυπασμένων χώρων από επικίνδυνα απόβλητα και ότι δεν έχουν εγκριθεί από τη Διοίκηση επαρκή μέτρα για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων στον χώρο στον οποίο έχει διαπιστωθεί ρύπανση από βαρέα μέταλλα. Η παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι κανένα νέο τεχνικό έργο δεν θα γίνει στη θάλασσα, ότι η μεταφορική ταινία που θα υπέρκειται του εδάφους θα τοποθετηθεί πάνω στην υφισταμένη προβλήτα φόρτωσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι αυτές οι επεμβάσεις είναι εντελώς αμελητέες, ότι από τη μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε προκύπτει ότι η εγκριθείσα δραστηριότητα είναι εντελώς διαφορετική από την παλαιά, ότι τέθηκαν όροι για την πλήρη προστασία της περιοχής, ότι σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων και ότι, σε κάθε περίπτωση, για την έγκριση απόφασης ΕΠΟ δεν απαιτείται η προηγούμενη έκδοση άδειας διαχείρισης επικινδύνων αποβλήτων. Εξάλλου, η Διοίκηση ως προς τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως επισημαίνει ότι η α΄ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ αφορά μόνον την εγκατάσταση φόρτωσης αδρανών υλικών και όχι μεταλλευμάτων και ότι η αδειοδοτούμενη δραστηριότητα δεν αποτελεί πηγή ρύπανσης από βαρέα μέταλλα.
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την επαναλειτουργία της εγκατάστασης φόρτωσης πλοίων με αδρανή υλικά και την υφιστάμενη κατάσταση του όρμου της Δάρδιζας από παλαιές δραστηριότητες συνετάγη ειδική μελέτη του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., η οποία αξιολογήθηκε από τη Διοίκηση ως τμήμα της εγκριθείσας ΜΠΕ. Στα συμπεράσματα της ειδικής αυτής μελέτης, την οποία επικαλούνται και οι αιτούντες για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους σχετικά με την ύπαρξη βαρέων μετάλλων, αναφέρονται τα εξής: «… Σε ότι αφορά τα βαρέα μέταλλα υπάρχει σημειακή πηγή ρύπανσης στο χώρο που βρίσκεται η σκάλα φόρτωσης, η οποία προφανώς συνδέεται με τις παλιές εγκαταστάσεις αποθήκευσης και φόρτωσης σιδηρομεταλλεύματος που υπάρχουν στο σημείο εκείνο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να συσσωρευθούν στο θαλάσσιο ίζημα εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες βαρέων μετάλλων, κυρίως χαλκού, ψευδαργύρου, αρσενικού και μαγγανίου. Ωστόσο η ρύπανση είναι περιορισμένη σε πολύ μικρή έκταση γύρω από την υπάρχουσα σκάλα φόρτωσης και έτσι στον υπόλοιπο όρμο οι συγκεντρώσεις των μετάλλων είναι φυσιολογικές. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος θα πρέπει να ληφθεί πρόνοια για την απομάκρυνση της χερσαίας πηγής του ρυπογόνου φορτίου οπότε μέσω της φυσικής ιζηματογένεσης και των φυσικών μηχανισμών αυτοκαθαρισμού αναμένεται η σταδιακή αποκατάσταση του συστήματος […]. Ύστερα από τις παραπάνω διαπιστώσεις μπορούν να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις σε σχέση με την πρόθεση επαναλειτουργίας της σκάλας φόρτωσης για τη μεταφορά αποκλειστικά και μόνο αδρανούς υλικού με φορτηγά πλοία: Η προγραμματιζόμενη δραστηριότητα δεν θα επιβαρύνει την περιοχή με βαρέα μέταλλα. Αντίθετα, αν η επαναλειτουργία της υπάρχουσας εγκατάστασης συνδυαστεί με την απομάκρυνση από τον χερσαίο χώρο των εγκαταστάσεων για τη μεταφορά σιδηρομεταλλεύματος, θα υποβοηθηθεί η φυσική απορρύπανση του θαλάσσιου συστήματος από τα βαρέα μέταλλα […]». Επίσης, στη ΜΠΕ σελ. 27 αναφέρονται τα εξής: «…Επειδή έχει αναφερθεί στη μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. ότι με τα όμβρια ύδατα αποπλένονται σημεία στα οποία υπάρχουν από την παλαιά λειτουργία πηγές ρύπανσης, θα πρέπει τουλάχιστον στα σημεία αυτά (παλαιά σιλό, εργοστάσιο εμπλουτισμού) αφενός να διαμορφωθεί το έδαφος χωρίς καμία εκχέρσωση βλάστησης και στη συνέχεια να διαστρωθεί με αδρανή υλικά (υπόβαση σκύρου και μετά 3Α) και να διαμορφωθούν δίοδοι του νερού από καθαρά σημεία για την αποστράγγιση των όμβριων υδάτων, ώστε αυτά να μην μεταφέρουν ρύπους στη θαλάσσια περιοχή πέριξ της σκάλας φόρτωσης. Με τον τρόπο αυτό εκτιμάται ότι θα σταματήσει να επιβαρύνεται η θαλάσσια περιοχή πέριξ της σκάλας φόρτωσης με τη σημειακή πηγή της ξηράς που αναφέρεται στη σχετική μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.». Τέλος, στην α΄ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ ορίζεται σχετικά με το θέμα αυτό (βλ. όρους δ4, δ6 και δ7 ) ότι «4. Πριν από οποιαδήποτε εργασία να γίνει επιμελής καθαρισμός των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας και να διαστρωθούν οι χώροι επέμβασης με αδρανή υλικά. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στα σημεία που μπορεί να αποτελέσουν πηγές ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέσω της απόπλυσης-παράσυρσης καταλοίπων από τα όμβρια ύδατα […] 6. Με ευθύνη της εταιρείας στο τέλος κάθε χρόνου, αρχής γεννωμένης από το τέλος του 2007, θα λαμβάνονται μετρήσεις των ρυπογόνων φορτίων (βαρέων μετάλλων) του ιζήματος του πυθμένα στην περιοχή της σκάλας φόρτωσης. Θα καταρτίζεται σχετική συγκριτική Τεχνική Έκθεση η οποία θα κοινοποιείται εντός εξαμήνου στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Νομού. 7. Η εταιρεία θα είναι υπεύθυνη για τον περιοδικό καθαρισμό του βυθού στην περιοχή φόρτωσης, ο οποίος θα πραγματοποιείται μετά από έγγραφο αίτημα στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων…». Από τα ανωτέρω δεν προκύπτει, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες, πλάνη των οργάνων της Διοίκησης κατά την έκδοση των προσβαλλομένων πράξεων ως προς την ύπαρξη βαρέων μετάλλων σε ορισμένο σημείο της σκάλας φόρτωσης. Αντιθέτως, από τις μελέτες προκύπτει ότι εντοπίσθηκαν το σημείο και η αιτία της επιβάρυνσης του θαλασσίου περιβάλλοντος από βαρέα μέταλλα (κατάλοιπα της παλαιάς δραστηριότητας) μέσω των ομβρίων υδάτων και ότι με την α΄ προσβαλλόμενη πράξη τέθηκε ως όρος για την έναρξη της δραστηριότητας ο καθαρισμός, προηγουμένως, των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας και η λήψη πρόσθετων μέτρων για τη μείωσή της, δηλαδή η ασφαλής από την άποψη αυτή δίοδος των ομβρίων προς τη θάλασσα και οι επαναλαμβανόμενες συγκριτικές μετρήσεις των ορίων των βαρέων μετάλλων στη σκάλα φόρτωσης. Επιπροσθέτως, στον όρο ζ1 της ΑΕΠΟ ορίζεται ότι αν διαπιστωθούν προβλήματα υποβάθμισης του περιβάλλοντος θα επιβληθούν πρόσθετοι περιβαλλοντικοί όροι. Εξάλλου, ο εντοπισμός στη σκάλα φόρτωσης συγκέντρωσης βαρέων μετάλλων, οι τιμές των οποίων θα υπόκεινται σε μετρήσεις από την παρεμβαίνουσα εταιρεία, δεν συνιστά «διαχείριση επικινδύνων αποβλήτων» κατά τις διατάξεις της κ.υ.α. Η.Π. 13588/725/2006 (Β΄383). Περαιτέρω, ανεξάρτητα από το αν ο καθαρισμός των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας στον χερσαίο χώρο, για να μην μεταφέρονται τα κατάλοιπα με τα όμβρια ύδατα στη θάλασσα, εμπίπτει ή όχι στο άρθρο 12 της ανωτέρω κ.υ.α., πάντως, όπως αναφέρθηκε, η επίμαχη δραστηριότητα της παρεμβαίνουσας εταιρείας περιλαμβάνει μόνον φόρτωση αδρανών υλικών σε πλοία από τη σκάλα φόρτωσης στον όρμο της Δάρδιζας και δεν περιλαμβάνει βαρέα μέταλλα και ούτε θα επιβαρύνει σύμφωνα με τη μελέτη του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., ακόμη και σε περίπτωση αστοχίας (ατυχήματος), την υφισταμένη κατάσταση στη θαλάσσια περιοχή. Το γεγονός δε ότι, κατ’ εκτίμηση των συμπερασμάτων της μελέτης του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. στην οποία αναφέρεται ότι η απομάκρυνση των καταλοίπων της παλαιάς δραστηριότητας από τον χερσαίο χώρο θα συμβάλλει στη φυσική αποκατάσταση του θαλάσσιου οικοσυστήματος, με την α΄ προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ τέθηκαν ειδικοί όροι που περιλαμβάνουν καθαρισμό των καταλοίπων αυτών με στόχο τη βελτίωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της περιοχής δεν καθιστά πλημμελή την αιτιολογία της ΑΕΠΟ από την άποψη αυτή. Εξάλλου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία συζητήθηκε την αυτή δικάσιμο με άλλη συναφή αίτηση ακυρώσεως των ιδίων αιτούντων (αριθμ. καταθ. 9155/2010), η παρεμβαίνουσα εταιρεία κατέθεσε την από Ιούνιο 2011 τεχνική έκθεση του Τομέα Μεταλλευτικής του Ε.Μ.Π. Στην εν λόγω έκθεση περιγράφεται ο σχεδιασμός των εργασιών αποκατάστασης των ρυπασμένων εδαφών στη θέση Δάρδιζα και στα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής αναφέρεται ότι η έρευνα διεξήχθη στο πλαίσιο της εκπλήρωσης του όρου δ1.4 της α΄ προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ. Με τα δεδομένα αυτά, η 2830/10.8.2006 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου, κατ’ ακολουθίαν και η 2321/17.11.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου με την οποία ανανεώθηκε για πέντε έτη η ισχύς της παραπάνω ΑΕΠΟ, εκδόθηκαν νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις και αιτιολογούνται επαρκώς ως προς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αποτροπή επιβάρυνσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος του όρμου της Δάρδιζας. Συνεπώς, ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος και της κ.υ.α. Η.Π. 15393/2332/2002, διότι οι ένδικες δραστηριότητες κατατάσσονται στην 2η υποκατηγορία της Α΄ Κατηγορίας έργων και δραστηριοτήτων και είναι πλημμελώς αιτιολογημένες ως προς το ζήτημα της επιβάρυνσης της περιοχής με βαρέα μέταλλα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα, οι επίμαχες δραστηριότητες κατατάσσονται στην 3η υποκατηγορία της ανωτέρω κ.υ.α. οι δε προσβαλλόμενες είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες. Τέλος, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες εκδόθηκαν κατά πλάνη περί τα πράγματα, πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.






