ΣτΕ 1189/2016 [Τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου με το χαρακτηρισμό οικοπέδου ως χώρου ανέγερσης νηπιαγωγείου]
Περίληψη
-Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Παλαιού Φαλήρου παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι η ως άνω ρύθμιση υπαγορεύθηκε από λόγους σχετιζόμενους με την ικανοποίηση της επιτακτικής ανάγκης μετεστεγάσεως του ήδη λειτουργούντος στο κεντρικό τμήμα του παρεμβαίνοντος Δήμου ολοήμερου Νηπιαγωγείου, οι οποίοι συνάπτονται αμέσως με το δημόσιο συμφέρον και αποτελούν πολεοδομικής φύσεως κριτήρια, δεν αποκλείετο δε να συνεκτιμηθούν από τα πολεοδομικά όργανα τα προαναφερθέντα πρακτικά της Επιτροπής του άρθρου 3 του ν. 513/1976 κατά την άσκηση της αρμοδιότητος αυτών, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Ρ. Γιαννουλάτου
Δικηγόροι: Παν. Δημητρόπουλος, Στ. Κατσέλης
Βασικές Σκέψεις
1.Επειδή, με την αίτηση αυτήν, η οποία εισάγεται προς συζήτηση μετά την δημοσίευση της 3476/2013 προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου, ζητείται η ακύρωση της 4749/200/21.07.2006 αποφάσεως του Νομάρχου Αθηνών (Δ’ 786), με την οποίαν ετροποποιήθη το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Παλαιού Φαλήρου του νομού Αττικής στο ΟΤ 145, με τον χαρακτηρισμό ως χώρου ανεγέρσεως του 8ου Νηπιαγωγείου Παλαιού Φαλήρου, οικοπέδου φερομένου ως ανήκοντος στην αιτούσα, κειμένου στο οικοδομικό αυτό τετράγωνο και με πρόσωπο επί της οδού Αφροδίτης 130.
2.Επειδή, όπως προκύπτει από το από 5.11.2003 αποδεικτικό της επιμελήτριας του Δικαστηρίου Ειρ. Γιαννούτσου, η προαναφερθείσα προδικαστική απόφαση κοινοποιήθηκε νομίμως στον Δ. Νάζο, συστεγαζόμενο συνεργάτη του δικηγόρου Αθηνών Bασ. Παπαγεωργίου, ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος και αντίκλητος της αιτούσης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας δημοσιεύθηκε η εν λόγω απόφαση. Συνεπώς, νομίμως συζητείται η υπόθεση αν και η αιτούσα δεν παρίσταται.
3.Επειδή, στην δίκη παρεμβαίνει με προφανές έννομο συμφέρον ο Δήμος Παλαιού Φαλήρου Αττικής, του οποίου τροποποιείται το ρυμοτομικό σχέδιο με την προσβαλλομένη απόφαση.
4.Επειδή, η έγκριση ή η τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων οιασδήποτε κλίμακος και η θέσπιση, με ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρος, πάσης φύσεως όρων δομήσεως, δεν δύναται να θεωρηθεί ούτε ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά ούτε και θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρος. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές θεσπίζονται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Ο κανόνας, εξ άλλου, αυτός αφορά τόσο τις αμιγώς κανονιστικές πράξεις και τις πράξεις μικτού χαρακτήρος όσο και τις ατομικές πράξεις, διότι, κατά το Σύνταγμα, ο πολεοδομικός σχεδιασμός συνδέει αρρήκτως αυτές τις κατηγορίες πράξεων. Όμως, οι αρμοδιότητες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων και οι συναφείς εκτελεστικές αρμοδιότητες επιτρεπτώς ανατίθενται σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα, προς την αρμοδιότητα δε εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων εξομοιώνονται, από της απόψεως αυτής, και οι όλως εντετοπισμένες τροποποιήσεις τους, οι οποίες δύνανται, ομοίως, να επιχειρούνται με πράξη διάφορη του διατάγματος, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν εμπεριέχουν γενικό πολεοδομικό σχεδιασμό, αλλά διενεργούνται εντός του πλαισίου ευρυτέρου σχεδιασμού, που έχει ήδη χωρήσει από τα προς τούτο αρμόδια, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, όργανα [βλ. ΣΕ 3661, 3663/2005 (Ολ), πρβλ. ΣΕ 1742, 3687/2012, 4495/2009 κ.ά.]. Εν τούτοις και οι τελευταίες αυτές όλως εντετοπισμένες τροποποιήσεις πολεοδομικών σχεδίων παύουν να διατηρούν τον ως άνω ειδικότερο χαρακτήρα τους, όταν αφορούν προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος (λ.χ. περιοχές ευρισκόμενες σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων από την ακτή της θαλάσσης ή εντός οικισμού που έχει κηρυχθεί διατηρητέος ή αρχαιολογικού χώρου κ.λπ.), λόγω της ιδιαιτέρας, κατά το Σύνταγμα, σημασίας των ως άνω περιοχών, οπότε οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει, στην περίπτωση αυτήν, να θεσπίζονται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος [πρβλ. ΣΕ 4842/2012, 2983/2009, βλ. ΣΕ 3661/2005 (Ολ)]. Τέλος, το εντετοπισμένο της τροποποιήσεως κρίνεται μεν κατ’ αρχήν εν σχέσει με την έκταση την οποία αφορά η σχετική ρύθμιση (πρβλ. ΣΕ 2876/2012), αλλά υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση αυτή, βάσει των δεδομένων της οικιστικής περιοχής στην οποία επέρχεται, δεν συνιστά παρέμβαση με ευρύτερες επιπτώσεις στην πολεοδομική οργάνωσή της (πρβλ. ΣΕ 3687/2012, 4495/2009).
5.Επειδή, η επίδικη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου στο ΟΤ 145, με τον χαρακτηρισμό του οικοπέδου της αιτούσης ως χώρου ανεγέρσεως του 8ου Νηπιαγωγείου Παλαιού Φαλήρου δεν συνιστά σημαντική πολεοδομική παρέμβαση για το συγκεκριμένο οικιστικό σύνολο, και είναι, ως εκ τούτου, εντετοπισμένη.
6.Επειδή, με το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη ως άνω νομαρχιακή απόφαση τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου εξεδόθη από αναρμόδιο όργανο, διότι το πλησιέστερο προς την θάλασσα σημείο του ΟΤ 145, στο οποίο επέρχεται η επίδικη πολεοδομική τροποποίηση, ήτοι το σημείο συμβολής των οδών Τρίτωνος και ΖαΤμη, ευρίσκεται εντός της προστατευτέας παράκτιας ζώνης των 500 μέτρων από την υφισταμένη γραμμή του χειμερίου κύματος Φαλήρου, εν όψει δε τούτου, η εν λόγω τροποποίηση απαιτείτο να περιβληθεί τον τύπο του προεδρικού διατάγματος. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της, η αιτούσα, με το από 14.04.2010 υπόμνημά της, προσεκόμισε ακριβές αντίγραφο του Κτηματογραφικού και Χωροσταθμικού Διαγράμματος της ακτής Παλαιού Φαλήρου «Υποβρύχιον-Πικροδάφνη», με χρονολογία Απρίλιος 1919, καθώς και την από του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου 12.04.2010 ιδιωτική τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Στ. Φωτόπουλου, με την οποία βεβαιώνεται ότι, κατόπιν μετρήσεων, η απόσταση του ΟΤ 145, από το σημείο συμβολής των οδών Τρίτωνος και ΖαΤμη έως «την κατάντη οριογραμμή της Λεωφ. Ποσειδώνος…ευρέθη ίση προς…498,64m».
7.Επειδή, με τα προσκομισθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, κατόπιν διενεργηθεισών μετρήσεων, η Διοίκηση αμφισβήτησε ότι η απόσταση του ΟΤ 145 από την υφισταμένη ακτή είναι μικρότερη των 500 μέτρων, ο παρεμβαίνων Δήμος ισχυρίσθηκε ότι η ιδιοκτησία της αιτούσης απέχει πλέον των 500 μέτρων από την υφισταμένη ακτογραμμή, η δε αιτούσα με την προσκομισθείσα, από 14.10.2010, επικαιροποιημένη τεχνική έκθεση του ιδίου πολιτικού μηχανικού επεσήμανε ότι οι σχετικές μετρήσεις πρέπει να έχουν ως αφετηρία την οριογραμμή του αιγιαλού και όχι την ακτογραμμή, η οποία, αναγκαίως, περιλαμβάνει και την λωρίδα του αιγιαλού. Εν όψει τούτου και δεδομένου ότι το προσκομισθέν υπό της αιτούσης προαναφερθέν Κτηματογραφικό και Χωροσταθμικό Διάγραμμα της ακτής Παλαιού Φαλήρου «Υποβρύχιον-Πικροδάφνη», στο οποίο αποτυπώνεται το χειμέριο κύμα της περιοχής, έφερε χρονολογία Απρίλιος 1919, ήτοι χρονολογία προγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο μόνον του ν. 1843/1920 (Α’ 11), νομοθετικού διατάγματος της 15/19.07.1919 (Α’ 159) [έναρξη ισχύος αυτού η 16.01.1920], με την προαναφερθείσα 3476/2013 προδικαστική απόφαση εζητήθη από την Διοίκηση να ενημερώσει το Δικαστήριο εάν πράγματι η οριογραμμή του αιγιαλού στην επίδικη περιοχή είχε καθορισθεί είτε βάσει των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου 9 είτε βάσει προγενεστέρων αυτού διατάξεων και να προβεί στην μέτρηση της αποστάσεως του πλησιεστέρου προς την θάλασσα σημείου τόσο του επιμάχου ΟΤ 145 όσο και της ιδιοκτησίας της αιτούσης από την αποτυπωμένη ήδη από το έτος 1919 γραμμή του αιγιαλού, αποστέλλοντας τα σχετικά στοιχεία.
8.Επειδή, στην τεχνική έκθεση του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, η οποία απεστάλη στο Δικαστήριο με το 292/26/21.01.2014 έγγραφο της Υπηρεσίας αυτής, αφ’ ενός εκτίθεται ότι «[η] οριογραμμή του χειμερίου κύματος (αιγιαλού) στη περιοχή καθορίστηκε τον Απρίλιο του 1919 από επιτροπή η οποία υπογράφει το διάγραμμα στο οποίο εμφαίνεται η οριογραμμή αυτή» και αφ’ ετέρου βεβαιώνεται ότι, κατόπιν διενεργηθεισών μετρήσεων, η απόσταση «από [την] οριογραμμή [του] χειμερίου κύματος έτους 1919» του πλησιεστέρου προς την θάλασσα σημείου του επιμάχου ΟΤ 145 είναι 448,40 μέτρα, ενώ του πλησιεστέρου προς την θάλασσα σημείου της ιδιοκτησίας της αιτούσης είναι 510,89 μέτρα. Όμως ούτε από την έκθεση αυτήν ούτε από το ως άνω έγγραφο προκύπτει βάσει ποίων διατάξεων έγινε η αποτύπωση του χειμερίου κύματος στο προαναφερθέν διάγραμμα με χρονολογία Απρίλιος 1919. Υπό τα δεδομένα αυτά, εφ’ όσον δηλαδή δεν προκύπτει με σαφήνεια ο νόμιμος καθορισμός του αιγιαλού κατά το έτος 1919, δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να ληφθεί υπ’όψιν για την μέτρηση της επιμάχου αποστάσεως η αποτυπωθείσα στο ως άνω διάγραμμα του έτους 1919 γραμμή του χειμερίου κύματος, η οποία, όπως ήδη εξετέθη, αποτελεί την αφετηρία μετρήσεως από την αιτούσα της αποστάσεως αυτής. Περαιτέρω, εφ’ όσον από τα στοιχεία τα οποία είχαν αποσταλεί από την Διοίκηση στο Δικαστήριο προ της εκδόσεως της 3476/2013 προδικαστικής αποφάσεως αυτού προκύπτει ότι, πάντως, το πλησιέστερο προς την θάλασσα σημείο του ΟΤ 145 ευρίσκεται πέραν της προστατευομένης ζώνης των 500 μέτρων από την ακτή, ήτοι σε απόσταση 544 μέτρων (βλ. το 5226/10/30.04.2010 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αθηνών-Πειραιώς) και, επομένως, δεν εμπίπτει σε περιοχή ειδικής προστασίας, αρμοδίως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 παρ. 1 περ. β’ του ν. 2831/2000 (Α’ 140), όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3044/2002 (Α’ 197), εξεδόθη από τον Νομάρχη Αθηνών η προσβαλλομένη πράξη εντετοπισμένης τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Π. Φαλήρου [πδ της 13.05.1926, Α’ 175], απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου ακυρώσεως.
9.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του α.ν. 627/1968 (Α’ 266), όπως το άρθρο 16 αντικατεστάθη με το άρθρο 3 του ν. 513/1976 (Α’ 356), προκύπτει ότι η κτήση ακινήτου για την ανέγερση σχολικού κτιρίου αποτελεί σκοπό δημοσίας ωφελείας, για την εκπλήρωση του οποίου είναι δυνατή η επιβολή αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (όπως και της δι’ άλλου τρόπου προσκτήσεως των αναγκαίων οικοπέδων) προηγείται το στάδιο της κρίσεως περί της καταλληλότητος, επιλογής και εκτιμήσεως της αξίας των οικοπέδων από Επιτροπή συγκροτουμένη με απόφαση του αρμόδιου κατά περίπτωση Νομάρχου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περ. β’ και 29 του νδ της 17.07/16.08.1923 (Α’ 228), των οποίων το περιεχόμενο αποδίδεται, αντιστοίχως, στα άρθρα 153 παρ. 1 περ. β’ και 152 παρ. 10 του Κώδικος Bασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας [ΚBΠΝ] (πδ της 14/27.07.1999, Δ’ 580) τα, προς ανέγερση δημοσίων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων, οικόπεδα καθορίζονται με το σχέδιο πόλεως, απαγορεύεται δε η ανέγερση των εν λόγω κτιρίων επί οικοδομησίμων μεν κατά το εγκεκριμένο σχέδιο οικοπέδων, αλλά μη προοριζομένων από αυτό προς τον σκοπό τούτον. Από τις διατάξεις των ανωτέρω νομοθετημάτων, ερμηνευομένων εν όψει του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, που επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό χάριν της λειτουργικότητος και αναπτύξεως των οικισμών και της εξασφαλίσεως των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως, συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο του ρυμοτομικού σχεδίου είναι ο καθορισμός της θέσεως των δημοσίων, δημοτικών και κοινωφελών κτιρίων, ώστε αυτή να είναι η προσήκουσα εν όψει τόσο του σκοπού, τον οποίο εξυπηρετούν τα εν λόγω κτίρια, όσο και της σχέσεως αυτών προς τα λοιπά στοιχεία του σχεδίου πόλεως. Τα ανωτέρω ισχύουν κατ’ εξοχήν προκειμένου περί σχολικών κτιρίων, η θέση των οποίων, εν όψει και της συνταγματικής προστασίας της παιδείας και της νεότητος (άρθρα 16 παρ. 2, 3, 4, άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος) πρέπει να επιλέγεται με πολεοδομικά κριτήρια και κατά την πολεοδομική διαδικασία. Ο καθορισμός δε της θέσεως των σχολικών κτιρίων με το σχέδιο πόλεως δεν προϋποθέτει κρίση της Επιτροπής του άρθρου 16 του α.ν. 627/1968 (άρθρου 3 του ν. 513/1976) περί της καταλληλότητος των ακινήτων, διότι η αρμοδιότης της Επιτροπής αυτής δεν εντάσσεται στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού [βλ. ΣΕ 1446/2015, 813, 814/2004 (Ολ), 2683, 1022/2009, 3577/2006).
10.Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Παλαιού Φαλήρου (43155/2336/16.05.1989 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, Δ’ 386), στο επίμαχο ΟΤ 145 έχει προβλεφθεί χρήση «γενικής κατοικίας», η οποία επιτρέπει την ανέγερση κτιρίων εκπαιδεύσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το πρακτικό καταλληλότητος «για νηπιαγωγεία στο κεντρικό τμήμα του Π. Φαλήρου» της Επιτροπή του άρθρου 3 του ν. 513/1976, με ημερομηνία 02.02.2001, η ως άνω Επιτροπή συνήλθε για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος, μεταξύ άλλων, του 8ου ολοήμερου Νηπιαγωγείου του παρεμβαίνοντος Δήμου. Διεπίστωσε δε ότι το Νηπιαγωγείο αυτό συστεγάζεται με το 1ο ολοήμερο Νηπιαγωγείο σε δύο βοηθητικές αίθουσες του 1ου και 9ου Δημοτικού Σχολείου του Δήμου, υπόγειες από την μεσημβρινή πλευρά και ισόγειες από την βορινή, με αυλή για τα 74 νήπια των δύο Νηπιαγωγείων βορινή, με χώρους υγιεινής ακατάλληλους για τα νήπια και χωρίς τους βοηθητικούς χώρους που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία του Νηπιαγωγείου. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η απόκτηση ανεξαρτήτων χώρων για την στέγαση των δύο Νηπιαγωγείων θα εξασφάλιζε και την αρτιότερη λειτουργία των σχολικών μονάδων που τα φιλοξενούσαν, η Επιτροπή, αφού ερεύνησε το κεντρικό τμήμα του Δήμου, στο οποίο λειτουργούν τα Νηπιαγωγεία αυτά, επέλεξε ως κατάλληλο για την ανέγερση του 8ου Νηπιαγωγείου το οικόπεδο της αιτούσης. Ακολούθως, με το από 19.07.2005 πρακτικό καταλληλότητος η ιδία ως άνω Επιτροπή εξήτασε τα σαράντα (40) ακίνητα, τα οποία υπέδειξε η αιτούσα ως καταλληλότερα του οικοπέδου της για την ανέγερση του 8ου Νηπιαγωγείου (βλ. την από 15.07.2005 ένσταση αυτής κατά της 130/26.05.2005 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, με την οποίαν εκινήθη η διαδικασία της τροποποιήσεως του σχεδίου), έκρινε αυτά ως μη κατάλληλα με ειδική για καθ’ ένα εξ αυτών αιτιολογία-αναφερομένη, για τα περισσότερα εξ αυτών, στην θέση, στο μέγεθος ή στο σχήμα τους- και επεβεβαίωσε την καταλληλότητα του ακινήτου της αιτούσης ως εξής: «…βρίσκεται στο ΟΤ. 145, είναι μεσαίο οικόπεδο με πρόσοψη 37,00μ. περίπου, επιφανείας 1.277,50μ2, ανταποκρίνεται πλήρως στις προδιαγραφές του ΟΣΚ για την κατασκευή ενός 2/θέσιου ολοήμερου [Νηπιαγωγείου] και μπορεί να καλύψει τις…ανάγκες των Νηπίων που κατοικούν στο Νοτιο-Ανατολικό τμήμα του Δήμου.». Εν συνεχεία, με την 388/31.10.2005 απόφαση του ιδίου ως άνω Δημοτικού Συμβουλίου απερρίφθη η προναφερθείσα ένσταση της αιτούσης κατά της προταθείσης τροποποιήσεως, ενώ με την 199/17.04.2006 απόφαση αυτού έγινε διόρθωση του εμβαδού του επιμάχου οικοπέδου εις το ορθόν 1.277,50τμ. Το ΣΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αθηνών-Πειραιώς, κατόπιν της από 03.07.2006 εισηγήσεως του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Νοτίου Τομέως, η οποία έλαβε υπ’ όψιν της τα προπαρατεθέντα πρακτικά καταλληλότητος, με την 7/05.07.2006 πράξη του, εγνωμοδότησε υπέρ της επιδίκου τροποποιήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλομένη απόφαση τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Παλαιού Φαλήρου παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι η ως άνω ρύθμιση υπαγορεύθηκε από λόγους σχετιζομένους με την ικανοποίηση της επιτακτικής ανάγκης μεταστεγάσεως του ήδη λειτουργούντος στο κεντρικό τμήμα του παρεμβαίνοντος Δήμου 8ου ολοημέρου Νηπιαγωγείου, οι οποίοι συνάπτονται αμέσως με το δημόσιο συμφέρον και αποτελούν πολεοδομικής φύσεως κριτήρια, δεν απεκλείετο δε να συνεκτιμηθούν από τα πολεοδομικά όργανα τα προαναφερθέντα πρακτικά της Επιτροπής του άρθρου 3 του ν. 513/1976 κατά την άσκηση της αρμοδιότητος αυτών, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα (πρβλ. ΣΕ 4527/2009).
11.Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ακυρώσεως στο σύνολό της και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.






