ΣτΕ 705/2016 [Αποζημίωση λόγω διατήρησης αυθαιρέτων κατασκευών σε δασική έκταση]
Περίληψη
-Μεταξύ των υπόχρεων σε καταβολή ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης αυθαιρέτου κατασκευής εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας εκτάσεως περιλαμβάνεται, καταρχήν και ο ανεγείρας την κατασκευή αυτή εργολάβος, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η εν λόγω ειδική αποζημίωση αυτός εξακολουθεί να είναι κύριος, ή νομέας ή κάτοχος της επίμαχης κατασκευής. Η μη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής, συνιστώσα αυτοτελή πλημμέλεια του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτου σε δάσος, νομίμως ελέγχεται από το δικαστήριο στα πλαίσια εκδικάσεως της προσφυγής κατά του πρωτοκόλλου αυτού, χωρίς να δεσμεύεται κατά τούτο από τα κριθέντα επί της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της σχετικής πράξεως κατεδάφισης, εφόσον η κρίση αυτή δεν αφορά το χρονικό διάστημα για το οποίο εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο.
-Η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία νόμιμες εν προκειμένω προϋποθέσεις για την επιβολή της ένδικης αποζημίωσης διατήρησης αυθαίρετων κτισμάτων σε βάρος της κατασκευάστριας αυτά εταιρίας είναι μόνο η οριστικοποίηση της σχετικής αποφάσεως περί κατεδαφίσεως των επίμαχων κατασκευών και η προηγούμενη κλήση της εταιρίας προς κατεδάφιση των κατασκευών αυτών δεν είναι νόμιμη, διότι δεν εξετάσθηκε εάν, κατά το κρίσιμο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά το επιβληθέν πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου, η εταιρία εξακολουθούσε να είναι κυρία ή νομέας ή κάτοχος των εν λόγω κατασκευών.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Μ. Μπαμπίλη
Δικηγόροι: Κων. Βαρδακαστάνης
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 6926/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 2.10.2006 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κατά του 3713/28.8.2006 πρωτοκόλλου του Δασάρχη Λαυρίου, με το οποίο επιβλήθηκε σε βάρος της ειδική αποζημίωση ύψους 704.613,55 ευρώ, λόγω διατήρησης αυθαίρετων κατασκευών εντός δημόσιας δασικής εκτάσεως στη θέση «Σύρι – Βελατούρι» της περιφέρειας Κερατέας Αττικής, για χρονικό διάστημα τριακοσίων εξήντα πέντε (365) ημερών.
- Επειδή, ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την 3131/4.12.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (Γ.Γ.Π.Α.) διατάχθηκε η κατεδάφιση αυθαιρέτων κτιριακών εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού, συνολικού εμβαδού 3.289 τ.μ., καθώς και περίφραξης με δικτυωτό συρματόπλεγμα και σιδηροπασσάλους, μήκους 667 μ., σιδερένιας πόρτας, πλάτους 8,5 μ. και έργων διαμόρφωσης (παρτέρια κηπευτικά), που ανήγειρε η ήδη αναιρεσείουσα εταιρία εντός δημόσιας δασικής εκτάσεως, η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την 4429/00/21.12.2001 απόφαση του Γ.Γ.Π.Α., στη θέση “Σύρι – Βελατούρι” της περιφέρειας Κερατέας Αττικής. Η ανωτέρω δε απόφαση εκδόθηκε αφού είχε ήδη νομίμως κληθεί με την 4390/1.11.2000 πρόσκληση του Δασάρχη Λαυρίου η εταιρία να προβεί στην άμεση κατεδάφιση της εν λόγω κατασκευής. Κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως περί κατεδαφίσεως η ανωτέρω εταιρία άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία απορρίφθηκε με την 1753/2005 απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών, με το 3713/28.8.2006 πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Λαυρίου επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας χρηματικό ποσό 704.613,55 ευρώ ως ειδική αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, λόγω της διατήρησης των ανωτέρω κατασκευών για χρονικό διάστημα 365 ημερών. Προσφυγή της εταιρίας κατά του ως άνω πρωτοκόλλου απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
- Επειδή, με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ… Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας …». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως επί διαφοράς με χρηματικό αντικείμενο, πρέπει σωρευτικώς αφενός μεν το ποσό της να υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ, αφετέρου δε με το εισαγωγικό δικόγραφο να προβάλλονται ισχυρισμοί με το περιεχόμενο της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, ήτοι ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, επί του ιδίου κρισίμου νομικού ζητήματος κι όχι επί αναλόγου ή παρομοίου, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς τις επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις ή έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης προς τη νομολογία ή έλλειψη νομολογίας (ΣτΕ 3107, 4163/2012 7μ., 2457, 3578/2013 κ.ά.).
- Επειδή, με το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα ως πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το δικάσαν την προσφυγή δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στον ουσιώδη και προβληθέντα με το δικόγραφο αυτής ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, δεδομένου ότι αυτή, ως καθολική διάδοχος της εταιρίας “Α. Ζαχαρόπουλος ΑΤΕ”, η οποία, ως μέλος της κοινοπραξίας “KRUGER A.S.- Α. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΤΕ” κατασκεύασε και παρέδωσε ήδη από το έτος 1997 στο Δήμο Λαυρίου τις κτιριακές εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, που στη συνέχεια κρίθηκαν αυθαίρετες και κατεδαφιστέες, δεν περιλαμβάνεται στα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 ως υπόχρεα για την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης πρόσωπα, αφού, κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως του επίμαχου πρωτοκόλλου, δεν ήταν κυρία, ούτε νομέας ή κάτοχος των επίμαχων κατασκευών, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η εταιρία νομοτύπως με το από 9.6.2011 υπόμνημά της πριν την συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου.
- Επειδή, εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 5.11.2012, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, όπως δε προκύπτει από την απόφαση αυτή, το αντικείμενο της διαφοράς ανέρχεται σε 704.613,55 ευρώ, υπερβαίνει δηλαδή, το ανωτέρω ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ, τα κρίσιμα δε για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης νομικά ζητήματα είναι α) τα χρονικά όρια ευθύνης του ανεγείραντος αυθαίρετη κατασκευή εντός δάσους, δασικής ή αναδασωτέας έκτασης εργολάβου, επί εκδόσεως πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης της επίμαχης αυθαίρετης κατασκευής και β) η δέσμευση ή μη του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτου εντός δάσους από την σχετική απόφαση επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά της συναφούς πράξεως κατεδάφισης, ως προς τη συνδρομή της ιδιότητας του κυρίου, νομέα ή κατόχου στο πρόσωπο του ανεγείραντος τις επίμαχες κατασκευές εργολάβου. Ως προς τα ζητήματα αυτά δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως βασίμως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και είναι περαιτέρω εξεταστέα.
- Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993 (Α΄88), «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος […] την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος […] ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση […] και με χρηματική ποινή […] », κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979 « […] Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων». Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά […]» και, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), «Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας με τεχνική υποστήριξη που διατίθεται και από τεχνική υπηρεσία νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και με τη συνδρομή της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας». Κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών, του φερόμενου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως […] περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου […] Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της […] προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα […]», κατά δε την παρ. 6 του αυτού άρθρου 114 του ν. 1892/1990, «Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, στην προαναφερόμενη παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του 3713/28.8.2006 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Λαυρίου, ορίζεται ότι «Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζομένης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. …».
- Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι πράξεις κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις είναι, μεν, πραγματοπαγείς, αφορούν δηλαδή τα ίδια τα κτίσματα και εγκαταστάσεις, και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο και, για το λόγο αυτό, το κύρος τους δεν επηρεάζεται από τυχόν εσφαλμένη μνεία επ’ αυτών ως ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου προσώπου που δεν έχει κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες ή γενικά κάποιο νομικό δεσμό με τις κατασκευές ή το ακίνητο, τα πρόσωπα, όμως, τα οποία αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί παράνομα εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, με έννομο συμφέρον προσβάλλουν με αίτηση ακυρώσεως τη διοικητική αυτή πράξη κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτή, εφόσον ισχυρίζονται ότι δεν έχουν σχέση με την κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες, οι οποίες, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δικαιολογούν την τήρηση της διαδικασίας έκδοσης της πράξης κατεδάφισης σε βάρος του, το δικαστήριο προβαίνει στην ακύρωση της πράξης αυτής μόνο κατά το μέρος, με το οποίο μνημονεύεται ο αιτών ως αποδέκτης της και απορρίπτει ως προβαλλόμενους άνευ εννόμου συμφέροντος τυχόν άλλους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην κατά τα λοιπά νομιμότητα της πράξης κατεδάφισης. Άλλως, εάν απορριφθεί ο σχετικός λόγος, εξετάζονται οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 4886/2013 σκ. 3, 3421, 3422/2011, πρβλ. ΣτΕ 3966/2008, 3791/2007 7μ.). Eξ άλλου, όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την έννοια της διάταξης του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, το δικαστήριο της προσφυγής κατά πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης δεν επιτρέπεται να εξετάσει πλημμέλειες της πράξης κατεδάφισης, οι οποίες εξετάσθηκαν από το δικαστήριο που επελήφθη αιτήσεως ακυρώσεως κατά της πράξης κατεδάφισης ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παραδεκτώς προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως κατά της πράξης αυτής (βλ. ΣτΕ 393/2014 σκ. 6, 3835/2013 σκ. 5, 827/2013 σκ. 3, 5496, 5497/2012, 3421, 3422/2011 κ.α.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α΄ 101), όπως αυτή ίσχυε εν προκειμένω, η υποχρέωση καταβολής ειδικής αποζημίωσης για την διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών εντός δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων συντρέχει εις ολόκληρο για καθέναν από τους υπόχρεους κύριο, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο των κατασκευών αυτών, ως κατόχου νοουμένου οιουδήποτε προβαίνει σε οιανδήποτε διακατοχική πράξη, τείνουσα όχι μόνο στην ανέγερση των αυθαιρέτων κατασκευών αλλά και σε οιανδήποτε προπαρασκευαστική προς τούτο εργασία (πρβλ. ΣτΕ 4886/2013). Συνεπώς, νομίμως εκδίδεται σε βάρος αυτού το σχετικό πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης. Τέλος, όπως επίσης έχει κριθεί, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, και εν όψει του σκοπού τους που είναι τελικώς η κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν αυθαίρετα κατασκευασθεί σε δάσος ή δασική έκταση, οι δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης αίρονται αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή (βλ. ΣτΕ 188/2012 , 4668/2011 , 4587/2009 7μ.).
- Επειδή, από τη συνδυαστική ερμηνεία των ως άνω εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 71 του ν. 998/1979 και του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, λαμβανομένης, περαιτέρω, υπόψη και της προεκτεθείσας νομολογίας ως προς την έννοια αυτών, συνάγεται ότι, μεταξύ των υπόχρεων σε καταβολή ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης αυθαιρέτου κατασκευής εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας εκτάσεως περιλαμβάνεται, καταρχήν και ο ανεγείρας την κατασκευή αυτή εργολάβος, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά η εν λόγω ειδική αποζημίωση αυτός εξακολουθεί να είναι κύριος, ή νομέας ή κάτοχος της επίμαχης κατασκευής. Η μη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής, συνιστώσα αυτοτελή πλημμέλεια του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτου σε δάσος, νομίμως ελέγχεται από το δικαστήριο στα πλαίσια εκδικάσεως της προσφυγής κατά του πρωτοκόλλου αυτού, χωρίς να δεσμεύεται κατά τούτο από τα κριθέντα επί της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της σχετικής πράξεως κατεδάφισης, εφόσον η κρίση αυτή δεν αφορά το χρονικό διάστημα για το οποίο εκδόθηκε το επίμαχο πρωτόκολλο. Την ερμηνεία αυτή ενισχύει, εξ άλλου, και η προεκτεθείσα νομολογία περί αναδρομικής απαλλαγής του καταρχήν υποχρέου προς καταβολή της ειδικής αποζημίωσης, σε περίπτωση οικειοθελούς παράδοσης της αυθαίρετης κατασκευής προς κατεδάφιση.
- Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο προβληθείς με την προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας λόγος ότι το προσβαλλόμενο με αυτήν πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης μη νομίμως εκδόθηκε σε βάρος της, καθ’ όσον αυτή δεν συνδέεται με οποιαδήποτε έννομη σχέση με την επίδικη έκταση και τις εν λόγω κατασκευές ενώ, κύριος του επίμαχου ακινήτου είναι ο Δήμος Λαυρίου, απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι συνέτρεχαν, στην υπό κρίση υπόθεση, όλες οι κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις επιβολής της ένδικης αποζημίωσης, ήτοι η έκδοση αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής περί κατεδαφίσεως των παρανόμως ανεγερθεισών κατασκευών εντός αναδασωτέας εκτάσεως, η οριστικοποίηση της εν λόγω αποφάσεως, αφού προσφυγή, που ασκήθηκε κατ’ αυτής, απορρίφθηκε με την 1753/2005 απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας και νόμιμη προηγούμενη κλήτευση της προσφεύγουσας να προβεί στην άμεση κατεδάφιση των υπ’ αυτής παρανόμως ανεγερθεισών κατασκευών, ενώ από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδείχθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε οποιοδήποτε νομικό δεσμό με τις παραπάνω κατασκευές ή δεν έφερε μία από τις ιδιότητες, οι οποίες, κατά τις ως άνω διατάξεις, δικαιολογούν την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης σε βάρος της.
- Επειδή, εν όψει των αναφερομένων στη σκέψη 9, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης, σύμφωνα με την οποία νόμιμες εν προκειμένω προϋποθέσεις για την επιβολή της ένδικης αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτων κτισμάτων σε βάρος της κατασκευάστριας αυτά εταιρίας είναι μόνο η οριστικοποίηση της σχετικής αποφάσεως περί κατεδαφίσεως των επίμαχων κατασκευών και η προηγούμενη κλήση της εταιρίας προς κατεδάφιση των κατασκευών αυτών δεν είναι νόμιμη, διότι δεν εξετάσθηκε εάν, κατά το κρίσιμο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά το επιβληθέν πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου, η εταιρία εξακολουθούσε να είναι κυρία ή νομέας ή κάτοχος των εν λόγω κατασκευών. Για τον λόγο συνεπώς αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
- Επειδή, βάσει των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77), με την οποίαν αντικατεστάθη η περίπτωση η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), οι διαφορές οι οποίες γεννώνται από την προσβολή των εκδιδομένων δυνάμει του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990 πρωτοκόλλων επιβολής ειδικής αποζημιώσεως για την διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών εντός εκτάσεων με δασικό χαρακτήρα, υπάγονται ήδη στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 57 του πδ 18/1989 (Α΄ 8), η αναίρεση αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου επαναφέρει τους διαδίκους στην θέση στην οποίαν ευρίσκοντο προ της εκδόσεως της αναιρεθείσης αποφάσεως, η δε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής συζήτηση της υποθέσεως δεν είναι νέα, η παρούσα υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί προς νέα νόμιμη κρίση στο δικαστήριο το οποίο είχε αρμοδίως εκδικάσει την προσφυγή, κατ’ εφαρμογή του τότε ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, ήτοι, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. ΣτΕ 4804/2013 σκ. 9).
- Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.






