ΣτΕ 2590/2014 [Περιβαλλοντική αδειοδότηση για τη διενέργεια μεταλλευτικών ερευνητικών γεωτρήσεων]
Περίληψη
-Για την έρευνα και εξόρυξη κοιτάσματος σιδηρονικελίου δεν απαιτείτο η τήρηση της διαδικασίας προέγκρισης χωροθέτησης κατά το ν. 1650/1986 ούτε ήδη η τήρηση της κατά το ν. 3010/2002 διαδικασίας προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, επιβάλλεται όμως η έκδοση, κατά το άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3010/2002, πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.
-Κατά τη διαδικασία, εξάλλου, έγκρισης, κατά τις ειδικές διατάξεις, των περιβαλλοντικών όρων άσκησης της ερευνητικής δραστηριότητας τηρούνται, επίσης, και όλες οι απαιτήσεις της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για την εξέταση εναλλακτικών λύσεων και για την ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία έγκρισης του οικείου σχεδίου.
-Οι προσβαλλόμενες πράξεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων παρίστανται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες, είναι δε απορριπτέοι ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, καθ’ όσον εκτιμήθηκαν οι επιπτώσεις που θα έχει η έρευνα των κοιτασμάτων στην περιοχή αυτή και προβλέφθηκε δέσμη μέτρων, μεταξύ των οποίων η απαγόρευση απόληψης κοιτάσματος από διάφορες επιφανειακές εμφανίσεις, ο καθορισμός της επιφάνειας επέμβασης σε έκταση δασικού χαρακτήρα ύστερα από απόφαση έγκρισης έρευνας από τη Διεύθυνση Δασών Νομού Εύβοιας, καθώς και η υποχρέωση εργασιών αποκατάστασης της περιοχής μετά από έγκριση συγκεκριμένης φυτοτεχνικής μελέτης, όροι που, κατά την ουσιαστική και ανέλεγκτη ακυρωτικά κρίση της Διοίκησης, εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία της ως άνω περιοχής από τη δραστηριότητα που εγκρίνεται.
-Οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία των αρχικών 13 γεωτρήσεων ως προς την ποιότητα και ποσότητα του μεταλλεύματος όσο και η ανάγκη περαιτέρω έρευνας με στόχο την εξόρυξή του χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα της εθνικής οικονομίας και της ανάπτυξης της απασχόλησης.
-Εφόσον η επίμαχη δραστηριότητα αφορά σε ερευνητικές εργασίες και όχι στην εκμετάλλευση του σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος, δεν απαιτείτο να εξετασθούν και οι επιπτώσεις στην περιοχή από την ενδεχόμενη εξορυκτική δραστηριότητα.
-Εφόσον οι επίμαχες περιοχές βρίσκονται εκτός των ανωτέρω προστατευόμενων ζωνών και οι τελευταίες έχουν ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Χρ. Ράμμος
Δικηγόροι: Δ. Μέλισσας, Β. Κορκίζογλου, Αλ. Κρυσταλλίδης, Κ. Σαμπάνης
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στις περιοχές «Κατάβολος», «Φτεράδα» και «Κοτρώνα» του Δήμου Κύμης Εύβοιας και εντός των μεταλλευτικών οριστικών παραχωρήσεων 69, 305 και 312 είχαν πραγματοποιηθεί κατά το παρελθόν 13 γεωτρήσεις, βάσει των οποίων διαπιστώθηκε μεν η ύπαρξη μεταλλευτικού κοιτάσματος σιδηρονικελίου, πλην τα σχετικά στοιχεία κρίθηκαν ελάχιστα για να στηρίξουν συστηματική εκμετάλλευσή του. Ενόψει αυτών η εταιρεία Γ.Μ.Μ.Α.Ε. Λ., δικαιούχος των παραπάνω μεταλλευτικών οριστικών παραχωρήσεων, υπέβαλε Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, για έρευνα σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος σε έκταση 10.280 στρεμμάτων από τα συνολικά 19.813,5 στρέμματα των πιο πάνω εκτάσεων. Με την πρώτη προσβαλλόμενη 7698/06/8.1.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για τη διενέργεια συνολικά 97 μεταλλευτικών ερευνητικών γεωτρήσεων στις παραπάνω περιοχές (24 γεωτρήσεις στη θέση «Κατάβολος», 56 γεωτρήσεις στη θέση «Φτεράδα» και 17 γεωτρήσεις στη θέση «Κοτρώνα»), ορίστηκε δε ρητά αφενός ότι η έρευνα για τον εντοπισμό σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος θα γίνει μόνο μέσω των γεωτρήσεων και όχι με απόληψη κοιτάσματος από επιφανειακές εμφανίσεις και αφετέρου ότι στο στάδιο της έρευνας δεν θα διενεργηθεί καμία εργασία εκμετάλλευσης – απόληψης υλικού χωρίς προηγούμενη χορήγηση έγκρισης επέμβασης για διενέργεια εκμετάλλευσης. Επίσης, προβλέφθηκε η διάνοιξη οδικού δικτύου για την πρόσβαση στην περιοχή, μήκους περίπου 9.220 μέτρων και πλάτους δρόμου 3 μέτρων. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη 770/2.3.2007 απόφαση του ίδιου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας τροποποιήθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου ως προς το σύνολο των ερευνητικών γεωτρήσεων, που πλέον ορίσθηκαν σε 105 (28 γεωτρήσεις στη θέση «Κατάβολος», 56 γεωτρήσεις στη θέση «Φτεράδα» και 21 γεωτρήσεις στη θέση «Κοτρώνα»). Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες επιδιώκουν την ακύρωση των πιο πάνω πράξεων.
- Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκείται η από 25.1.2010 παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία «Γ. Μ. και Μ. Α. Εταιρία Λ.» υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, οι οποίες πράξεις εκδόθηκαν μετά από αίτησή της. Εξάλλου, με έννομο συμφέρον ασκείται και η από 24.3.2011 παρέμβαση του σωματείου «Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων», εφόσον το σωματείο αυτό έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό του, την οργάνωση, ενίσχυση και ανάπτυξη των επιχειρήσεων, που ασχολούνται με μεταλλευτικές εργασίες και την αξιοποίηση του ορυκτού δυναμικού της Χώρας και ειδικότερα την επιδίωξη της προστασίας των μελών τους στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και την προαγωγή συνολικά της μεταλλευτικής οικονομίας και εφόσον προβάλλεται ότι η τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης θα πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας «Γ.Μ.Μ.Α.Ε. Λ.» η οποία είναι μέλος του και θα έχει δυσμενείς επιδράσεις στην εν γένει προαγωγή της μεταλλευτικής οικονομίας (βλ. ΣτΕ 463, 462/2010 Ολομ., 3883/2008).
- Επειδή, νομίμως συνεχίζεται η δίκη από το Δήμο Κύμης-Αλιβερίου, ο οποίος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2.12.Α.7 του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α΄ 87) έχει συσταθεί με συνένωση των Δήμων Κύμης, Κονιστρών, Ταμυνέων, Αυλώνος και Δυστίων και, σύμφωνα με τα άρθρα 283 και 286 του ίδιου νόμου, υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις και συνεχίζει αυτοδικαίως τις εκκρεμείς δίκες των συνενωθέντων Δήμων, οι οποίοι καταργήθηκαν.
- Επειδή, οι τρεις πρώτοι από τους αιτούντες, οι οποίοι φέρονται ως δημότες και κάτοικοι του Δήμου Κύμης, εντός των ορίων του οποίου πρόκειται να αναπτυχθεί η δραστηριότητα που εγκρίθηκε με τις προσβαλλόμενες πράξεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση. Επίσης, η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον και από το Δήμο Κύμης, εντός των διοικητικών ορίων της οποίας εμπίπτει η επίμαχη έκταση, ισχυρίζονται δε όλοι οι αιτούντες ότι οι ερευνητικές εργασίες στις οποίες αναφέρονται οι προσβαλλόμενες πράξεις θα επιφέρουν υποβάθμιση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της περιοχής. Περαιτέρω, οι αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, ερειδόμενους στην ίδια νομική και πραγματική βάση.
- Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις κοινοποιήθηκαν στους αιτούντες ή ότι οι αιτούντες γνώριζαν την πράξη αυτή σε χρόνο που να καθιστά την αίτηση εκπρόθεσμη.
- Επειδή, στο άρθρο 3 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91) ορίζονται τα εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,… τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες… ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Κριτήρια για την κατάταξη αυτή είναι: α) το είδος και το μέγεθος του έργου ή της δραστηριότητας, β) το είδος και η ποσότητα των ρύπων που εκπέμπονται, καθώς και κάθε άλλη επίδραση στο περιβάλλον, γ) η δυνατότητα να προληφθεί η παραγωγή ρύπων από την εφαρμοζόμενη παραγωγική διαδικασία και δ) ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος και η ανάγκη επιβολής περιορισμών για την προστασία του περιβάλλοντος… 2. Η πρώτη (Α) κατηγορία περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες που λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της έκτασής τους είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στα έργα και στις δραστηριότητες της κατηγορίας αυτής επιβάλλονται κατά περίπτωση, με την έγκριση περιβαλλοντικών όρων που προβλέπονται στο επόμενο άρθρο εκτός από τους γενικούς όρους και τις προδιαγραφές, ειδικοί όροι και περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος. Η δεύτερη (Β) κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες τα οποία, χωρίς να προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις, πρέπει να υποβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις. Η Τρίτη (Γ) κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που προκαλούν μικρές επιπτώσεις στο περιβάλλον. 3…». Στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3010/2002 ορίζεται ότι: «1α Για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων ή τη μετεγκατάσταση υφισταμένων, τα οποία έχουν καταταγεί στις κατηγορίες που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, απαιτείται η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος απαιτείται επίσης για την επέκταση, την τροποποίηση ή και τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων έργων ή δραστηριοτήτων, που έχουν καταταγεί στις παραπάνω κατηγορίες, εφόσον επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον… 2. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες της πρώτης (Α) κατηγορίας απαιτείται υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η έγκριση περιβαλλοντικών όρων γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του συναρμόδιου Υπουργού… Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του κατά περίπτωση συναρμόδιου για το έργο ή τη δραστηριότητα Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται η αρμοδιότητα έκδοσης απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για ορισμένα έργα ή δραστηριότητες της πρώτης (Α) κατηγορίας να μεταβιβάζεται στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας. Για την έκδοση απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων γνωμοδοτούν: α) κατά περίπτωση οι Οργανισμοί που έχουν συσταθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 του Ν. 2508/1997 (ΦΕΚ 124 Α΄), του Ν. 1515/1985 (ΦΕΚ 18Α΄) και του Ν. 1561/1985 (ΦΕΚ 148 Α΄) και β) το οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο. 3. … ». Εξάλλου, κατά την παρ. 6 περ. στ. του αυτού άρθρου 4 του ν. 1650/1986, όπως ισχύει, «προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση δεν απαιτείται… στις περιοχές που εντοπίζονται κοιτάσματα μεταλλευτικών ορυκτών, βιομηχανιών ορυκτών και μαρμάρων, σύμφωνα με την περ. Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 78 Α΄), καθώς και στις μεταλλευτικές και λατομικές περιοχές που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία». Περαιτέρω, οι «ερευνητικές εργασίες και γεωτρήσεις εξορυκτικών δραστηριοτήτων» εντάσσονται στη 2η Υποκατηγορία της Α Κατηγορίας του Πίνακα 5 του Παραρτήματος Ι του άρθρου 5 της προμνημονευθείσας 15393/2332/5.8.2002 κοινής υπουργικής απόφασης. Στο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178) ορίζονται τα εξής: «1.α. Ο χώρος στον οποίο εντοπίζεται κοίτασμα μεταλλευτικών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων θεωρείται εκ του νόμου χωροθετημένο μεταλλείο ή λατομείο, αντίστοιχα. β. Για την έρευνα και εκμετάλλευση όλων των παραπάνω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν. 1428/ 1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2115/1993. γ. Πριν από την έναρξη εργασιών έρευνας και εκμετάλλευσης μεταλλείου απαιτείται να εφοδιασθεί ο έχων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33, 59, 74, 76, 143, 144, 146 του ν.δ/τος 210/1973 «περί Μεταλλευτικού Κώδικος» μεταλλευτικό δικαίωμα, με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄) έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους αίτηση, που συνοδεύεται από μελέτη, που συντάσσεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Κ.Υ.Α. 183037/5115/19-8-1980 (ΦΕΚ 820 Β΄), και το ερωτηματολόγιο του πίνακα 3 του άρθρου 16 της Κ.Υ.Α. 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ 687 Β΄)». Εξάλλου, η ως άνω διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2837/2000, ορίζει ότι «Για την εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών, καθώς και την εντός αυτών ανέγερση και λειτουργία μηχανολογικών εγκαταστάσεων και κτιρίων που εξυπηρετούν την εκμετάλλευση δεν απαιτείται η υπό της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄) προβλεπόμενη προέγκριση χωροθετήσεως», ενώ, από το άρθρο 2 παρ. 1 περ. β΄ του Μεταλλευτικού Κώδικα (ν.δ. 210/1973, Α΄ 277), συνάγεται ότι το κοίτασμα σιδηρονικελίου θεωρείται ως μεταλλευτικό ορυκτό. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2-5 και 15-18 του προϊσχύσαντος Μεταλλευτικού Κώδικα (π.δ. της 28.10/11.11.1929, περί κωδικοποιήσεως του ν. ΓΦΚΔ/1910 “περί μεταλλείων”, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως), η διαδικασία προς παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης μεταλλείων διακρινόταν σε δύο στάδια. Το πρώτο αρχίζει με την υποβολή αίτησης προς χορήγηση άδειας μεταλλευτικών ερευνών και τερματίζεται με την έκδοση σχετικής απόφασης του Νομάρχη, κατά της οποίας επιτρέπεται η υποβολή ενστάσεων ή εφέσεων ενώπιον του τότε λειτουργούντος Διοικητικού Δικαστηρίου Μεταλλείων εντός προθεσμίας ενός μηνός από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το δεύτερο αρχίζει με την υποβολή από τον λαβόντα την άδεια και ενεργήσαντα δυνάμει αυτής μεταλλευτικές έρευνες αίτησης προς οριστική παραχώρηση του μεταλλείου, επί της οποίας ο Νομάρχης εκδίδει σχετική προκήρυξη (βλ. ΣτΕ 1992/1994 κ.ά.). Ακολούθως, ο Νομάρχης διαβιβάζει προς το αρμόδιο Υπουργείο την αίτηση περί παραχώρησης με όλα τα σχετικά στοιχεία καθώς και με σχετική έκθεσή του (άρθρο 19 Μεταλλευτικού Κώδικος), ο δε Υπουργός δύναται να ζητήσει την υποβολή από τον ενδιαφερόμενο εντός ορισμένης ανατρεπτικής προθεσμίας στοιχείων προς συμπλήρωση τυχόν ελλείψεων του φακέλου. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η αίτηση περί παραχωρήσεως είναι αυτοδικαίως άκυρη, άλλως ο Υπουργός «οφείλει να προκαλέση το Διάταγμα περί οριστικής παραχωρήσεως του μεταλλείου» (άρθρο 20 του Μεταλλευτικού Κώδικα). Επίσης, σύμφωνα με τον ισχύοντα Μεταλλευτικό Κώδικα (ν.δ. 210/1973, Α΄ 277), κατά το άρθρο 15 αυτού, όπως τροποποιηθείς ισχύει, το δικαίωμα κυριότητος επί μεταλλείου (μεταλλειοκτησία) παραχωρείται μετά προηγουμένη μεταλλευτική έρευνα και τήρηση ειδικής διαδικασίας. Για τη μεταλλευτική έρευνα χορηγείται κατά το άρθρο 20, άδεια μεταλλευτικών ερευνών, η έκδοση της οποίας είναι, κατά το άρθρο 29 παρ. 1, υποχρεωτική, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στον ίδιο Κώδικα, η δε απόφαση χορήγησης της άδειας ισχύει, κατ’ άρθρο 34 παρ. 2, επί 3 έτη. Μετά τη διενέργεια μεταλλευτικών ερευνών, ο δικαιούχος της άδειας μπορεί να ζητήσει, με αίτησή του, κατ’ άρθρο 44, την παραχώρηση σ’ αυτόν του χώρου της άδειας, εάν δε η αίτηση δεν απορριφθεί (άρθρα 48, 49, 50), το αρμόδιο όργανο εκδίδει προκήρυξη για την παραχώρηση (άρθρο 51). Αν δεν ασκηθεί, κατ’ άρθρο 58, προσφυγή κατά της προκήρυξης, ο αρμόδιος Υπουργός οφείλει να προκαλέσει, κατ’ άρθρο 59, την έκδοση προεδρικού διατάγματος περί παραχώρησης του μεταλλείου, η οποία ισχύει, κατ’ αρχήν, για 50 έτη (βλ. ΣτΕ 4447/2005).
- Επειδή, από το συνδυασμό των προεκτεθέντων συνάγεται ότι, πριν από την έναρξη των υλικών εργασιών που αποσκοπούν στην έρευνα περί υπάρξεως μεταλλείου, έργου που κατατάσσεται στην πρώτη κατηγορία του άρθρου 3 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002, απαιτείται να εκδοθεί απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του έργου, που εκδίδεται από τα όργανα και με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 4 του ν. 1650/1986 και 12 παρ. 1 περ. γ του ν. 2837/2000. Η απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων του έργου, η οποία εκδίδεται από τα κατεξοχήν αρμόδια όργανα και με ειδική διαδικασία που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών, πρέπει να προηγείται χρονικώς κάθε απόφασης έγκρισης της διενέργειας του έργου (βλ. ΣτΕ Ολομ. 463, 462/2010, 3615/2002). Εξάλλου, τα σχετικά με το επιτρεπτό της χωροθέτησης μεταλλείου και με την αντιμετώπιση των επιπτώσεων στο περιβάλλον από την λειτουργία του ζητήματα αντιμετωπίζονται, καταρχήν, κατά το ανωτέρω στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης της δραστηριότητας, ενώ, με τις εκδιδόμενες κατά τη μεταλλευτική νομοθεσία πράξεις (οριστικά παραχωρητήρια), εξετάζεται μόνο η συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων του Μεταλλευτικού Κώδικα, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται, καταρχήν, τα κατά τα ανωτέρω εξεταζόμενα κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση ζητήματα (βλ. ΣτΕ 4447/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για την έρευνα και εξόρυξη κοιτάσματος σιδηρονικελίου δεν απαιτείτο η τήρηση της διαδικασίας προέγκρισης χωροθέτησης κατά το ν. 1650/1986 ούτε ήδη η τήρηση της κατά το ν. 3010/2002 διαδικασίας προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης, επιβάλλεται όμως η έκδοση, κατά το άρθρο 4 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3010/2002, πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Η ρύθμιση αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό τόσο με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και με τις διατάξεις των οδηγιών 84/360/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/Ε.Ε. και 96/61/Ε.Ε. του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε συμμόρφωση προς τις οποίες εκδόθηκε ο ν. 1650/1986 και ο ν. 3010/2002, προϋποθέτει ότι, κατά την έκδοση της πράξης έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, εξετάζονται όχι μόνο τα στοιχεία που, κατά την οικεία νομοθεσία, ερευνώνται κατά την έκδοση της πράξης αυτής, αλλά και όλα τα λοιπά στοιχεία τα οποία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, αποτελούν αντικείμενο εξέτασης κατά τα προγενέστερα στάδια της σχετικής διοικητικής διαδικασίας. Τα στοιχεία αυτά είναι, μεταξύ άλλων, η καταρχήν συμβατότητα της άσκησης της συγκεκριμένης ερευνητικής δραστηριότητας προς τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία δεν αποκλείεται να καταλήξει, υπό τις ειδικές εκάστοτε περιστάσεις, σε άρνηση της έγκρισης της άσκησης της δραστηριότητας ακόμη και σε περιοχή όπου έχει εντοπισθεί – βάσει εξωτερικών ενδείξεων ή κατόπιν ερευνών με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων που δεν περιλαμβάνουν εξορυκτικές εργασίες – κοίτασμα μεταλλευτικών ορυκτών, καθώς και η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής, από την οποία θα εκκινήσει ή στην οποία θα εντοπισθεί η ερευνητική δραστηριότητα, σε συνδυασμό πάντοτε προς τις τυχόν εκάστοτε υφιστάμενες γενικότερες κατευθύνσεις του χωροταξικού σχεδιασμού. Κατά τη διαδικασία, εξάλλου, έγκρισης, κατά τις ειδικές αυτές διατάξεις, των περιβαλλοντικών όρων άσκησης της ερευνητικής δραστηριότητας τηρούνται, επίσης, και όλες οι απαιτήσεις της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για την εξέταση εναλλακτικών λύσεων και για την ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία έγκρισης του οικείου σχεδίου. Με την έννοια αυτή, οι ως άνω διατάξεις, κατά το μέρος που προβλέπουν την απαλλαγή από την υποχρέωση τήρησης του προηγούμενου σταδίου της προέγκρισης χωροθέτησης και ήδη της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης μεταθέτουν, όμως, την εξέταση όλων των κατά νόμο στοιχείων στο στάδιο της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων, δεν παραβιάζουν τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι η διαδικασία έρευνας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων συγκεκριμένου έργου σε δύο στάδια δεν έχει έρεισμα στο Σύνταγμα ή σε ορισμούς των ως άνω κοινοτικών οδηγιών (βλ. ΣτΕ 739/2011, 4491, 293/2009, 2059, 1990/2007, πρβλ. ΣτΕ 463, 462/2010 Ολομ., 998/2005 Ολομ.).
- Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για τη διενέργεια συνολικά 97 μεταλλευτικών ερευνητικών γεωτρήσεων στις επίμαχες περιοχές (24 γεωτρήσεις στη θέση «Κατάβολος», 56 γεωτρήσεις στη θέση «Φτεράδα» και 17 γεωτρήσεις στη θέση «Κοτρώνα»), ορίστηκε δε ρητά αφενός ότι η έρευνα για τον εντοπισμό σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος θα γίνει μόνο μέσω των γεωτρήσεων και όχι με απόληψη κοιτάσματος από επιφανειακές εμφανίσεις και αφετέρου ότι στο στάδιο της έρευνας δεν θα διενεργηθεί καμία εργασία εκμετάλλευσης – απόληψης υλικού χωρίς προηγούμενη χορήγηση έγκρισης επέμβασης για διενέργεια εκμετάλλευσης. Επίσης, προβλέφθηκε η διάνοιξη οδικού δικτύου για την πρόσβαση στην περιοχή, μήκους περίπου 9.220 μέτρων και πλάτους δρόμου 3 μέτρων. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη 770/2.3.2007 απόφαση του ίδιου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας τροποποιήθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου ως προς το σύνολο των ερευνητικών γεωτρήσεων, που πλέον ορίσθηκαν σε 105 (28 γεωτρήσεις στη θέση «Κατάβολος», 56 γεωτρήσεις στη θέση «Φτεράδα» και 21 γεωτρήσεις στη θέση «Κοτρώνα»), με την επισήμανση ότι «οι δρόμοι, [που θα εξυπηρετούν τις επιπλέον γεωτρήσεις] αναπτυσσόμενοι κατάλληλα εδαφικά και συνοδευόμενοι με την κατασκευή μικρού μήκους παρόδων όπου οι εδαφικές συνθήκες το επιτρέπουν, θα δώσουν τη δυνατότητα κατασκευής του συνόλου των γεωτρήσεων χωρίς σημαντική τροποποίηση του σχεδιασμού ανάπτυξής των». Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως από την οικεία Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Μ.Π.Ε.), η έκταση στην οποία αφορά η επίδικη ερευνητική δραστηριότητα, έχει εμβαδόν 10.280 στρεμμάτων, βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες της οροσειράς Δίρφυς και αποτελεί δασική απομονωμένη ορεινή περιοχή, εκτός προστατευόμενων περιοχών και εκτός ορίων περιοχής που έχει προταθεί προς ένταξη στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Όπως δε αναφέρεται, τα υπό έρευνα κοιτάσματα βρίσκονται εντός τριών Οριστικών Παραχωρήσεων (Ο.Π. 69, 305 και 312 Νομού Εύβοιας) και εντοπίζονται σε μια ευρύτερη μεταλλοφόρο περιοχή σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων, τα οποία μέχρι σήμερα ποτέ δεν ερευνήθηκαν συστηματικά ή εκμεταλλεύτηκαν από τη δικαιούχο εταιρεία (Μ.Π.Ε. σελ. 6). Στο κεφάλαιο δε 6.1 της Μ.Π.Ε. αναφέρονται τα εξής: «Η περιοχή μελέτης αρχικά, ήταν τμήμα των Οριστικών Παραχωρήσεων Ν. Ευβοίας, του συγκροτήματος Σκαλιστήρη. … Τα υπάρχοντα στοιχεία αναφέρονται σε 13 γεωτρήσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το Συγκρότημα Σκαλιστήρη. Οι γεωτρήσεις αυτές έγιναν με την τεχνική της πυρηνοληψίας. Με βάση τα στοιχεία των παραπάνω γεωτρήσεων, δεν μπορεί να γίνει αξιόπιστος υπολογισμός των μεταλλευτικών αποθεμάτων. Τα μέχρι σήμερα ερευνητικά δεδομένα που υπάρχουν είναι ελάχιστα έτσι ώστε να μην μπορούμε να βασιστούμε σ’ αυτά για να σχεδιάσουμε εκμετάλλευση κοιτάσματος, ωστόσο κρίνονται ενθαρρυντικά για τη συστηματοποίηση της έρευνας. Με την προγραμματιζόμενη έρευνα θα καλυφθεί ολόκληρη η ελπιδοφόρα ανεξερεύνητη περιοχή του κοιτάσματος και θα δοθούν τα απαραίτητα γεωμετρικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του, για τον υπολογισμό των αποθεμάτων, της σχέσης στείρου προς μετάλλευμα, του ποσοστού αποληψιμότητας και την σύνταξη της κατάλληλης μεθόδου εκμετάλλευσης» (Μ.Π.Ε. σελ. 15). Εξάλλου στη Μ.Π.Ε. περιγράφεται αναλυτικά η υφιστάμενη κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής (κεφ. 3 «Γεωγραφική Θέση», κεφ. 4 «Χλωρίδα – Πανίδα» και κεφ. 5 «κλιματολογικά και γεωλογικά – μορφολογικά στοιχεία, υδατικοί πόροι»), καθώς και η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (κεφ. 7 «εργασίες αποκατάστασης – επιλογή ειδών προς φύτευση – προστασία – περιποίηση»). Τέλος, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 26298/03 (Β΄ 1469) απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία εγκρίθηκε το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, στις προτάσεις του σχεδιασμού, ως προς την αναπτυξιακή προοπτική της περιφέρειας (Κεφ. Δ.2), αναφέρεται ότι «η εξορυκτική δραστηριότητα θα συνεχίσει με εκσυγχρονισμένες δομές, και εμπλουτισμό με υποστηρικτικές υπηρεσίες υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και ενσωματωμένη περιβαλλοντική μέριμνα στην παραγωγή, αναδεικνύοντας, έτσι, τη σύζευξη δευτερογενούς τριτογενούς τομέα, σε τοπικό επίπεδο», ενώ αναφορικά στη χωρική οργάνωση του παραγωγικού χώρου (κεφ. Δ.3.3.) και συγκεκριμένα ως προς τις περιοχές των μεταλλευτικών και λατομικών δραστηριοτήτων, αναφέρεται ότι «αφορά τις Μεταλλευτικές Περιοχές, τα μεγάλα λατομεία πλην αδρανών και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας, [ότι] συναντώνται σε πολλαπλές αναπτυξιακές οικιστικές ενότητες της Περιφέρειας …. Οι περιοχές αυτές διέπονται από ίδιο καθεστώς αλλά για το ΠΠΧΣΑΑ αποτελούν ζώνες όπου προτεραιότητα έχει η συγκεκριμένη δραστηριότητα σύμφωνα με το συνολικό πρότυπο χωρικής ανάπτυξης της Περιφέρειας, λόγω της σημαντικής θέσης τους στη παραγωγική διαδικασία. Η διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις κατευθύνσεις του παρόντος πλαισίου».
- Επειδή, προβάλλεται, κατ’ αρχάς, ότι κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων δεν εξετάσθηκε το καταρχήν επιτρεπτό της άσκησης της επίμαχης ερευνητικής δραστηριότητας στις συγκεκριμένες θέσεις, αλλά, αντιθέτως, οι θέσεις αυτές θεωρήθηκαν εκ των προτέρων δεδομένες, παρά την αντίθετη γνωμοδότηση των δασικών υπηρεσιών. Επίσης, προβάλλεται ότι δεν μελετήθηκαν εναλλακτικές λύσεις εγκατάστασης της εν λόγω ερευνητικής δραστηριότητας σε άλλη τοποθεσία, αλλά, αντίθετα, επελέγησαν οι μοναδικές αυτές θέσεις με βασικό κριτήριο τις προϋφιστάμενες οριστικές παραχωρήσεις. Το γεγονός δε ότι είχαν χαρακτηρισθεί οι τοποθεσίες ως μεταλλευτικές, μέσω των οριστικών παραχωρήσεων, δεν αποκλείει την υποχρέωση εξέτασης εναλλακτικών λύσεων, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε έναρξη εκτέλεσης έργου πριν την εκπόνηση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Όπως, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως από το περιεχόμενο της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που παρατέθηκε παραπάνω, με τις προσβαλλόμενες πράξεις αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης ερευνητικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη περιοχή ενόψει των ειδικών περιβαλλοντικών της χαρακτηριστικών, επιβλήθηκαν δε επαρκείς και πρόσφοροι καταρχήν ειδικοί όροι και προϋποθέσεις, ώστε να ικανοποιούνται αποτελεσματικά οι ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας της. Εξάλλου, η αρχικά αρνητική γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Δασών Ευβοίας οφειλόταν στις επιφυλάξεις της Διεύθυνσης ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα προκύψουν εφόσον τα αποτελέσματα της έρευνας οδηγήσουν σε εργασίες εκμετάλλευσης του μεταλλευτικού κοιτάσματος και όχι από την καθ’ εαυτή ερευνητική δραστηριότητα, τελικά δε η αρμόδια Διεύθυνση γνωμοδότησε θετικά, αφού διαπίστωσε ότι «οι θέσεις των προτεινόμενων γεωτρήσεων ερεύνης… από άποψη βαθμού εδαφικής επέμβασης και επίδρασης επί της αειφύλλου βλάστησης στις εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και του τοπογραφικού αναγλύφου δεν επιβαρύνουν λόγω της μεθόδου σημαντικά την φυσιογνωμία της περιοχής, ούτε λόγοι ιδιαίτερης προστασίας από άποψη δασικής νομοθεσίας ισχύουν στην περιοχή που απαγορεύουν ανάλογη δραστηριότητα», τέθηκαν δε με τη γνωμοδότηση συγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι, οι οποίοι υιοθετήθηκαν απόλυτα κατά την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης (βλ. την 5821/19.12.2006 γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας). Επίσης, και ως προς τις επιπλέον, από τις αρχικές, γεωτρήσεις οι επιφυλάξεις της Διεύθυνσης Δασών αφορούσαν στο γεγονός ότι θα έπρεπε να διανοιχθούν δρόμοι σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους σε εκτάσεις με αυξημένη εδαφική εγκάρσια κλίση και βραχώδη χαρακτηρισμό, πλην, όμως, ακολούθως, μετά την υποβολή νέων στοιχείων από την παρεμβαίνουσα εταιρεία, η ίδια Διεύθυνση διαπίστωσε ότι «οι προτεινόμενες διανοίξεις δρόμων με στοιχεία… αναπτυσσόμενες κατάλληλα εδαφικά και συνοδευόμενες με την κατασκευή μικρού μήκους παρόδων, όπου οι εδαφικές συνθήκες το επιτρέπουν, παρέχουν την δυνατότητα κατασκευής του συνόλου των γεωτρήσεων χωρίς σημαντική τροποποίηση του σχεδιασμού ανάπτυξής των» (βλ. την 622/6.2.2007 γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Δασών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας), γνωμοδότηση που λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης. Με τα δεδομένα αυτά, οι προσβαλλόμενες πράξεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων παρίστανται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες, είναι δε απορριπτέοι ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, καθ’ όσον εκτιμήθηκαν οι επιπτώσεις που θα έχει η έρευνα των κοιτασμάτων στην περιοχή αυτή και προβλέφθηκε δέσμη μέτρων, μεταξύ των οποίων η απαγόρευση απόληψης κοιτάσματος από διάφορες επιφανειακές εμφανίσεις, ο καθορισμός της επιφάνειας επέμβασης σε έκταση δασικού χαρακτήρα ύστερα από απόφαση έγκρισης έρευνας από τη Διεύθυνση Δασών Νομού Εύβοιας, καθώς και η υποχρέωση εργασιών αποκατάστασης της περιοχής μετά από έγκριση συγκεκριμένης φυτοτεχνικής μελέτης, όροι που, κατά την ουσιαστική και ανέλεγκτη ακυρωτικά κρίση της Διοίκησης, εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία της ως άνω περιοχής από τη δραστηριότητα που εγκρίνεται. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (και ιδίως από τη Μ.Π.Ε.), η Διοίκηση έλαβε υπόψη ότι κατά το παρελθόν είχαν διενεργηθεί στην περιοχή 13 γεωτρήσεις, από τα στοιχεία των οποίων δεν μπορούσε να γίνει αξιόπιστος υπολογισμός των μεταλλευτικών αποθεμάτων, ότι τα μέχρι τότε γνωστά ερευνητικά δεδομένα ήταν ελάχιστα, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα ασφαλούς σχεδίασης για την εκμετάλλευση του σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος, ωστόσο τα στοιχεία αυτά ήταν ενθαρρυντικά για τη συστηματοποίηση της έρευνας, καθώς και ότι με την προγραμματιζόμενη έρευνα πρόκειται να καλυφθεί ολόκληρη η ελπιδοφόρα ανεξερεύνητη περιοχή του κοιτάσματος και να δοθούν τα απαραίτητα γεωμετρικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του, για τον υπολογισμό των αποθεμάτων, της σχέσης στείρου προς μετάλλευμα, του ποσοστού αποληψιμότητας και τη σύνταξη της κατάλληλης μεθόδου εκμετάλλευσης. Εξάλλου, στη Μ.Π.Ε. παρατίθενται αναλυτικά τα υπό έρευνα κοιτάσματα, τα οποία οριοθετούνται επακριβώς βάσει αζιμουθιακών συντεταγμένων, αναφέρονται η τεχνική εκτέλεσης των γεωτρήσεων (τεχνική ανάστροφης κυκλοφορίας που εξασφαλίζει 100% αξιοπιστία στη δειγματοληψία) και η μέθοδος αυτών (μέθοδος DTH που δεν χρησιμοποιεί νερό), μελετάται η χάραξη του οδικού δικτύου κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η καταλληλότητά του και η χρησιμοποίηση των υφισταμένων δασικών και λοιπών οδών. Ενόψει των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής, όπως προβάλλονται, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία των αρχικών 13 γεωτρήσεων ως προς την ποιότητα και ποσότητα του μεταλλεύματος όσο και η ανάγκη περαιτέρω έρευνας με στόχο την εξόρυξή του χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα της εθνικής οικονομίας και της ανάπτυξης της απασχόλησης.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι στη μελέτη δεν εξετάσθηκε η σωρευτική επίδραση στο περιβάλλον από τη λειτουργία όλων των προγραμματιζόμενων στην περιοχή έργων. Επίσης, δεν εξετάσθηκαν οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη εξορυκτική δραστηριότητα, παρότι η έρευνα αποσκοπεί σ’ αυτό ακριβώς. Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθώς δεν επικαλούνται οι αιτούντες από τη λειτουργία ποιων προγραμματιζόμενων έργων θα προκληθεί σωρευτική επίδραση στο περιβάλλον, ενώ εξάλλου, σύμφωνα με το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, αποτελεί αναπτυξιακή προοπτική της περιφέρειας η συνέχιση της εξορυκτικής δραστηριότητας «με εκσυγχρονισμένες δομές, και εμπλουτισμό με υποστηρικτικές υπηρεσίες υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και ενσωματωμένη περιβαλλοντική μέριμνα στην παραγωγή». Τέλος, εφόσον η επίμαχη δραστηριότητα αφορά σε ερευνητικές εργασίες και όχι στην εκμετάλλευση του σιδηρονικελιούχου κοιτάσματος, δεν απαιτείτο να εξετασθούν και οι επιπτώσεις στην περιοχή από την ενδεχόμενη εξορυκτική δραστηριότητα.
- Επειδή, προβάλλεται ότι στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιλαμβάνονται ανακριβείς πληροφορίες ως προς τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, κατά τους αιτούντες δεν αναφέρεται η μέθοδος απόληψης του σιδηρονικελίου από επιφανειακές εμφανίσεις για εμπλουτισμό, αλλά ούτε και η ενδεχόμενη μόλυνση του περιβάλλοντος από τη διαδικασία του εμπλουτισμού. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προσβαλλόμενες πράξεις, έχουν τεθεί ως περιβαλλοντικοί όροι αφενός ότι η έρευνα δεν πρόκειται να γίνει με απόληψη κοιτάσματος από διάφορες επιφανειακές εμφανίσεις και αφετέρου ότι στο στάδιο της έρευνας δεν θα διενεργηθεί καμία εργασία εκμετάλλευσης – απόληψης υλικού χωρίς προηγούμενη χορήγηση έγκρισης επέμβασης για διενέργεια εκμετάλλευσης. Ακολούθως, προβάλλεται ότι δεν αναφέρεται η ακριβής απόσταση του έργου από την περιοχή NATURA του όρους Δίρφυς καθώς και η απόσταση από το Καταφύγιο άγριας ζωής «Τσιρλονέρι-Ορτάρι», το φυσικό οικοσύστημα και η συνοχή του οποίου θα διαταραχθεί από την εγκατάσταση του έργου. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από τους χάρτες που συνοδεύουν την οικεία Μ.Π.Ε. προκύπτουν οι αποστάσεις των εν λόγω περιοχών έρευνας από το όρος Δίρφυς και από το πιο πάνω καταφύγιο άγριας ζωής, πάντως, εφόσον οι επίμαχες περιοχές βρίσκονται εκτός των ανωτέρω προστατευόμενων ζωνών και οι τελευταίες έχουν ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά τους αιτούντες, ελλιπή είναι τα στοιχεία για τις περιοχές ελατοδάσους, που, σύμφωνα με το Δασαρχείο Αλιβερίου, θα θιγούν από την υλοποίηση του έργου, ενώ δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε για τα αρχαιολογικά μνημεία αλλά ούτε και για τα ρέματα που βρίσκονται εντός των περιοχών της έρευνας. Στον πίνακα 2 της Μ.Π.Ε. αναφέρεται συγκεκριμένα το εμβαδό της έκτασης του ελατοδάσους των περιοχών έρευνας (ποσοστό 12,4% της συνολικής επιφάνειας), από τις γνωμοδοτήσεις δε της Διεύθυνσης Δασών προκύπτει ότι διαπίστωσε ότι «οι θέσεις των προτεινόμενων γεωτρήσεων ερεύνης… από άποψη βαθμού εδαφικής επέμβασης και επίδρασης επί της αειφύλλου βλάστησης στις εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και του τοπογραφικού αναγλύφου δεν επιβαρύνουν λόγω της μεθόδου σημαντικά την φυσιογνωμία της περιοχής, ούτε λόγοι ιδιαίτερης προστασίας από άποψη δασικής νομοθεσίας ισχύουν στην περιοχή που απαγορεύουν ανάλογη δραστηριότητα». Εξάλλου, για την επίμαχη δραστηριότητα έχουν γνωμοδοτήσει θετικά οι αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες, ενώ στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη έχει τεθεί ειδικός όρος για την επίβλεψη των εργασιών από υπαλλήλους της αρχαιολογικής υπηρεσίας (όρος 15). Τέλος, στον όρο 9 ρητά αναφέρεται ότι αν κατά την εξέλιξη των εργασιών προκύψει ανάγκη επέμβασης ή διάνοιξης δρόμων προσπέλασης σε περιοχή πλησίον υδατορεμάτων θα πρέπει να γίνουν οι νόμιμες διαδικασίες οριοθέτησης αυτών. Επομένως, υπό τα ανωτέρω δεδομένα οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, προβάλλεται ότι, ως προς το συνοδό έργο της διάνοιξης οδικού δικτύου, προκαλούνται αμφιβολίες για την επάρκεια των οδών πλάτους 3 μέτρων, ενόψει του χρησιμοποιούμενου γεωτρητικού εξοπλισμού και των φορτηγών. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο το πλάτος των 3 μέτρων είναι ανεπαρκές για την κίνηση του γεωτρητικού εξοπλισμού και των φορτηγών.
- Επειδή, προβάλλεται, τέλος ότι κατά πλάνη περί τα πράγματα το εκδόν τις προσβαλλόμενες πράξεις όργανο εξέλαβε ότι το Νομαρχιακό Συμβούλιο δεν γνωστοποίησε εμπροθέσμως τις απόψεις του για τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς αυτό είχε ήδη μεταβιβάσει τη σχετική αρμοδιότητα στη Νομαρχιακή Επιτροπή Ευβοίας, η οποία και γνωμοδότησε θετικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθώς η αρμόδια Νομαρχιακή Επιτροπή γνωμοδότησε θετικά για το ένδικο έργο, η γνωμοδότηση δε αυτή λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων.
- Επειδή, ενόψει των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα.






