ΣτΕ 376/2016 [Επανακαθορισμός οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας]
Περίληψη
-Με το υπόμνημα των αιτούντων, το οποίο κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και εντός της χορηγηθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, προβάλλεται ότι η Επιτροπή Καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας και παλιού αιγιαλού, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη συγκροτήθηκε δυνάμει της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας η οποία δεν έχει δημοσιευθεί και ότι η εν λόγω Επιτροπή με μη νόμιμη σύνθεση εξέδωσε το προσβαλλόμενο πρακτικό. Οι ανωτέρω, όμως, λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης με το υπόμνημα των αιτούντων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν επιτρέπεται η υποβολή νέων λόγων ακυρώσεως με υπόμνημα.
-Εξάλλου, οι πράξεις συγκρότησης των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως έχουν ατομικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, εφόσον δε η έρευνα της βασιμότητας ή μη των ανωτέρω λόγων ακυρώσεως προϋποθέτει έρευνα πραγματικού το οποίο δεν έχει τεθεί υπ’όψιν του Δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί δε μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως.
Πρόεδρος: Ν. Ρόζος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης
Δικηγόροι: Απ. Παπακωνσταντίνου, Δ. Χειμώνας
Βασικές Σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του από 22.7.2010 πρακτικού της Επιτροπής Καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας και παλαιού αιγιαλού του ν. 2971/2001, με το οποίο απορρίφθηκε η από 3.2.2010 αίτηση των αιτούντων για τον επανακαθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στη θέση «ΚΑΛΗΦΤΕΡΗ» του Δήμου Αφετών του Ν. Μαγνησίας, που έχουν καθοριστεί με την 8944/1.12.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας.
- Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 9 του ν. 2971/2001, όπως αυτό ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, όταν ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν κατά την άποψή του καθοριστεί εσφαλμένως κατά το παρελθόν, η Διοίκηση οφείλει να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι υπήρξε σφάλμα κατά τον αρχικό καθορισμό των οριογραμμών. Κατ’ ακολουθίαν, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αιτήσεως επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, συνοδευομένης από σχετικά στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιοδήποτε λόγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή, έχουν εκτελεστό χαρακτήρα (Σ.τ.Ε. 2245/2014, 458/2009, 457/2009, 3860/2006, 1251/2006, 1250/2006). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς ασκείται κατά του προαναφερθέντος, από 22.7.2010, πρακτικού της Επιτροπής Καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας και παλαιού αιγιαλού, εφ’ όσον, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 7, η ανωτέρω από 3.2.2010 αίτηση των αιτούντων συνοδευόταν από σχετικά στοιχεία (Σ.τ.Ε. 2245/2014 κ.ά.).
- Επειδή, οι αιτούντες με έννομο συμφέρον ασκούν την υπό κρίση αίτηση, διότι ισχυρίζονται ότι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι ακινήτου από το οποίο διέρχεται η γραμμή αιγιαλού, ο καθορισμός της οποίας επικυρώθηκε με την 8944/1.12.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας (Σ.τ.Ε. 2245/2014, 2402/2009, 2688/2007 7μ., 3898/2006), παραδεκτώς δε ομοδικούν, διότι προβάλλουν λόγους ακυρώσεως οι οποίοι στηρίζονται στην ίδια νομική και πραγματική βάση. Εξάλλου, η αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά τα λοιπά και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας.
- Επειδή στο άρθρο 5 του ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις», (Α΄ 285), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1 […] 4. Δεν μπορούν να περιληφθούν οικίες ή κτίσματα εντός της ζώνης του αιγιαλού, του οποίου για πρώτη φορά χαράσσεται η οριογραμμή, εφόσον έχει γίνει διάβρωση της ακτής πριν από την χάραξη, και τα κτίσματα είχαν ανεγερθεί πριν από την διάβρωση και εκτός του τμήματος μέχρι του οποίου έφθανε άλλοτε η θάλασσα κατά τις μεγαλύτερες, αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. Τα κτίσματα αυτά δύνανται να απαλλοτριώνονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου αυτού. 5 […] 9. Σε περίπτωση εσφαλμένου καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται ο επανακαθορισμός κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου. Η διαδικασία για τον επανακαθορισμό κινείται είτε αυτεπαγγέλτως από την Κτηματική Υπηρεσία είτε ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου και προσκόμιση στοιχείων που να αποδεικνύουν το σφάλμα του πρώτου καθορισμού. […] 10. Η προηγούμενη παράγραφος έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα όρια του αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας έχουν καθοριστεί με βάση τον α.ν. 2344/1940». Στο άρθρο 9 του ίδιου ως άνω νόμου, το οποίο αφορά στα στοιχεία καθορισμού αιγιαλού και παραλίας, ορίζεται ότι «1. Η Επιτροπή για τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας λαμβάνει υπόψη της ύστερα από αυτοψία τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ενδεικτικά: α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης, β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, δ) τη μορφολογία του πυθμένα, ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής, στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται, ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη, θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται οι προδιαγραφές και λοιπές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».
- Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5 και 9 του αυτού νόμου, θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον, κατά δέσμια αρμοδιότητα, καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή της μέγιστης αλλά συνήθους αναβάσεως των χειμερίων κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο, κατά τα δεδομένα της κοινής ή της επιστημονικής πείρας, μέσο, όπως είναι και η αυτοψία των μελών της οικείας επιτροπής καθορισμού ορίων (Σ.τ.Ε. 2245/2014, 4513/2009, 2402/2009, 3288/2008, 3615/2007 7μ., πρβλ. και Σ.τ.Ε. 3951/2009, 3923/2008, 3869/2008, 2688/2007, 3778/2004). Περαιτέρω, πλην της περιπτώσεως μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων, περίπτωση επανακαθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού και, κατά συνεκδοχή, των οριογραμμών της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, ανακύπτει, όταν αποδεδειγμένα, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα, εχώρησε εσφαλμένος καθορισμός της οριογραμμής αυτής (Σ.τ.Ε. 2245/2014 κ.ά.).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 8944/1.12.2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας (Δ΄152/2005) επικυρώθηκε, κατόπιν και της 544.5/491/2004 σύμφωνης γνώμης του Γ.Ε.Ν., η από 16.2.2004 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής με την οποία είχαν καθορισθεί οι οριογραμμές αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή «ΚΑΛΗΦΤΕΡΗ» του Δήμου Αφετών του Ν. Μαγνησίας. Όπως προκύπτει από την ανωτέρω από 16.2.2014 έκθεση της Επιτροπής, για τον καθορισμό των οριογραμμών πραγματοποιήθηκε αυτοψία και ελήφθησαν υπόψη οι ακόλουθες φυσικές και λοιπές ενδείξεις που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας: α) η γεωμορφολογία του εδάφους για την οποία αναλυτικά αναφέρεται ότι η μορφολογία της ακτής συνίσταται από χαλαρά ιζήματα (άμμος) που έχουν προκύψει από την αποσάθρωση-διάβρωση των μητρικών πετρωμάτων της ακτής εκτός του τμήματος Α17-Α20 όπου η μορφολογία της ακτής συνίσταται από βραχώδη πρανή με απότομες κλίσεις, ότι υπάρχουν τεχνικά έργα (ξηρολιθιά, περιφράξεις), ότι της ακτής συνέχονται εκτάσεις πεδινές και λοφώδεις, ότι η περιοχή είναι εκτός σχεδίου και ότι το φυσικό όριο βλάστησης συνίσταται από χαμηλή ποώδη φυσική βλάστηση, β) το γεγονός ότι στη περιοχή δεν εντοπίστηκαν παράκτιοι φυσικοί πόροι, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, ήτοι το γεγονός ότι η περιοχή δεν προσβάλλεται από ανέμους γιατί είναι προστατευμένη λόγω του ότι βρίσκεται μέσα σε περίκλειστη θάλασσα (Παγασητικός κόλπος), δ) η μορφολογία του πυθμένα ο οποίος συνίσταται από αμμώδη σύσταση και ήπιες κλίσεις με μικρά βάθη κοντά στην ακτή, ε) ο τομέας ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής ότι δηλαδή πρόκειται για ακτή με μικρό ανάπτυγμα πελάγους, στ) η ύπαρξη τεχνικών έργων στη περιοχή που υφίστανται και αναφέρθηκαν προηγούμενα, χωρίς να υπάρχει στο αρχείο της υπηρεσίας νόμιμη άδεια, ζ) η μη ύπαρξη εγκεκριμένων χωροταξικών κατευθύνσεων και χρήσεων γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) η μη ύπαρξη καταγεγραμμένων δημόσιων κτημάτων και θ) η μη ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών. Εξάλλου, το Γ.Ε.Ν. με το 544.5/491/04/18.5.2004 έγγραφό του συμφώνησε με τον καθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας, όπως οι οριογραμμές αυτές καθορίσθηκαν με την έκθεση της Επιτροπής. Μεταγενεστέρως, οι αιτούντες υπέβαλαν στην Κτηματική Υπηρεσία Μαγνησίας την από 3.2.2010 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν την επαναχάραξη των γραμμών αιγιαλού και παραλίας λόγω εσφαλμένου καθορισμού, με στόχο να μετακινηθεί η οριογραμμή του αιγιαλού ώστε να εφάπτεται στην εξωτερική πλευρά με το υφιστάμενο τοιχίο της ιδιοκτησίας τους. Συγκεκριμένα, με την αίτηση αυτή οι αιτούντες ισχυρίσθηκαν ότι σε ακίνητο που κείται στην προαναφερθείσα θέση ο δικαιοπάροχός τους ανήγειρε το έτος 1963, ύστερα από άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας, τρία ξύλινα κτίσματα, ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην ιδιοκτησία των αιτούντων δυνάμει συμβολαίου του έτους 2005, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα και συνοδεύεται από το από Ιούλιο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Εμ. Καρρά, στο οποίο αποτυπώνονται η έκταση του ακινήτου (ελαιοπερίβολο), οι πλευρικές διαστάσεις και το εμβαδόν των τριών ισογείων κτισμάτων, ότι τα κτίσματα, η περίφραξη και οι εξωτερικές εν γένει κατασκευές έχουν πραγματοποιηθεί νόμιμα αρχικά το έτος 1963 και πάντως πριν από την ισχύ του ν.1337/1983, καθώς και ότι ο προαναφερθείς καθορισμός των οριογραμμών είχε ως αποτέλεσμα αφενός να περιληφθεί στη ζώνη παραλίας το μεγαλύτερο τμήμα των δύο εκ των τριών ξύλινων κτισμάτων και των τοιχίων που τα περιβάλλουν τα οποία είχαν κατασκευασθεί προ 40 ετών και αφετέρου να διέρχεται η οριογραμμή αιγιαλού από την ιδιοκτησία των αιτούντων και ειδικότερα από υφιστάμενο τοιχίο που κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 1963-1970 με νόμιμη άδεια. Η αρμόδια Επιτροπή του ν. 2971/2001, αφού πραγματοποίησε αυτοψία στην περιοχή, συνέταξε το από 22.7.2010 πρακτικό με το οποίο απέρριψε την αίτηση. Ειδικότερα, με το εν λόγω πρακτικό της Επιτροπής έγινε δεκτό, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων καθορισμού αιγιαλού-παραλίας, της μορφολογίας της ακτής, του φυσικού ορίου βλάστησης και της ανάπτυξης κυματισμού στην ακτή, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την χάραξη εκ νέου των γραμμών αιγιαλού και παραλίας, με την αιτιολογία ότι «…δεν εμφιλοχώρησε σφάλμα κατά τη χάραξη του αιγιαλού αφού στη θέση στην οποία ζητείται η επαναχάραξη υπάρχει τοιχίο κατά μήκος του οποίου υπάρχει άμμος χωρίς ίχνος βλάστησης. Εκατέρωθεν της ιδιοκτησίας Καρρά, όπου δεν υπάρχουν κατασκευές, το όριο της φυσικής βλάστησης ταυτίζεται με την οριογραμμή του αιγιαλού όπως αυτή καθορίστηκε…». Εξάλλου, στο 406/20.9.2012 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Μαγνησίας, με το οποίο διαβιβάσθηκαν οι απόψεις της Διοίκησης προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι στην περιοχή για την οποία ζητήθηκε η επαναχάραξη του αιγιαλού υπάρχει κατασκευασμένο τοιχίο ύψους 1,45 μ., ότι το τοιχίο επηρεάζει το κυματικό πεδίο και κατ’επέκταση την ανάβαση του κυματισμού, ότι διαμορφώνει επίσης την ακτή και την περαιτέρω ζώνη του αιγιαλού, ότι η βλάστηση (ελιές και φυτά), που περιγράφεται στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως (σελ. 2 παρ. 2), βρίσκεται εσωτερικά του τοιχίου, το οποίο μάλιστα προστατεύει τα δέντρα και τα φυτά από το χειμέριο κύμα, ότι η ύπαρξη του τοιχίου δεν επιτρέπει την φυσική διαμόρφωση της ακτής και ότι εξωτερικά του τοιχίου και έως τη βάση αυτού υπάρχει μόνο αμμώδης σύσταση του εδάφους χωρίς ίχνος βλάστησης. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό των αιτούντων, κατά τον οποίο στην περιοχή υπήρξε διάβρωση της ακτής, στο ίδιο έγγραφο της Διοίκησης αναφέρεται ότι τα κτίσματα που βρίσκονται εντός της «ιδιοκτησίας ΚΑΡΡΑ» και μνημονεύονται στην αίτηση ακυρώσεως βρίσκονται εντός του αιγιαλού, ότι δεν προσκομίσθηκαν στην Υπηρεσία στοιχεία (συμβόλαια, οικοδομικές άδειες, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.), προκειμένου να τεκμηριωθούν τα αρχικά όρια της ιδιοκτησίας και τα όρια αυτής μετά τη διάβρωση που αναφέρουν οι αιτούντες, ότι κατά τη διατύπωση της σχετικής γνωμοδότησης του Γ.Ε.Ν. για τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού εξετάζονται αεροφωτογραφίες από το έτος 1945 και μετέπειτα και, τέλος, ότι ως υπόβαθρο για την εφαρμογή της οριογραμμής του αιγιαλού χρησιμοποιήθηκε ορθοφωτογραφία έτους 1945 και πρόσφατη αεροφωτογραφία, από τη σύγκριση των οποίων δεν προέκυψε διάβρωση της ακτής, διότι το εύρος της ακτής εμφανίζεται σχεδόν σταθερό. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η απόρριψη του αιτήματος των αιτούντων από την αρμόδια Επιτροπή στηρίζεται στις διατάξεις του ν. 2971/2001 και αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, οι δε λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους πλήττονται η νομιμότητα και η επάρκεια της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου, από 22.7.2010, πρακτικού της Επιτροπής, καθώς και οι συναφείς ισχυρισμοί με τους οποίους προβάλλεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία των άρθρων 9 και 5 παρ. 4 του ν. 2971/2001, όπως τη γεωμορφολογία του εδάφους, την ύπαρξη αυτοφυούς βλάστησης, την ύπαρξη των κατασκευών από το έτος 1970, την ύπαρξη βράχων, τη χρήση των κατασκευών κατά το απώτατο παρελθόν μπροστά από το τοιχίο ως χώρου τοποθέτησης σκαφών, τα οποία αποδεικνύουν, κατά τα προβαλλόμενα από τους αιτούντες, τη διάβρωση της ακτής και το σφάλμα του αρχικού καθορισμού, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
- Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη της Επιτροπής είναι ακυρωτέα, διότι η θέση των κατασκευών των αιτούντων δεν εμποδίζει την πρόσβαση στην παραλία, αφού προς τον Βορρά υπάρχει δημοτικό μονοπάτι και προς Νότο λιθόστρωτο δημοτικό μονοπάτι που οδηγούν στην παραλία, αλλά και διότι τα κτίσματα υπάρχουν από το απώτατο παρελθόν χωρίς να παρεμποδίζουν την πρόσβαση στην παραλία, με δεδομένο μάλιστα ότι στην περιοχή δεν υπάρχουν μεγάλες αναβάσεις του χειμέριου κύματος. Όπως, όμως, αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον δεν διαπιστώθηκε από την Επιτροπή σφάλμα του καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, η Επιτροπή δεν μπορούσε να προβεί σε επαναχάραξη της γραμμής παραλίας χωρίς να έχουν προβληθεί ισχυρισμοί ειδικώς ως προς την εσφαλμένη χάραξη των οριογραμμών της παραλίας, ενώ ούτε η μη παρεμπόδιση της προσβάσεως στην παραλία από τα κτίσματα που φέρονται ότι ανήκουν στους αιτούντες συνιστά νόμιμο κριτήριο επαναταράξεως της γραμμής της. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός με τον οποίο πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης με αναφορά στις αναβάσεις των κυμάτων, είναι επίσης απορριπτέος, διότι το 22.7.2010 πρακτικό της Επιτροπής συνετάγη κατόπιν αυτοψίας των μελών της Επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος της συνήθους ανάβασης του χειμέριου κύματος.
- Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί την ύπαρξη των κτισμάτων των αιτούντων τα οποία μάλιστα είναι νομίμως υφιστάμενα από την περίοδο 1963 έως 1970, η δε απλή αναφορά της επιτροπής στα στοιχεία του νόμου (μορφολογία ακτής, φυσικό όριο βλάστησης, ανάπτυξη κυματισμού στην ακτή) δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασής της, χωρίς τα στοιχεία αυτά να αναλύονται ειδικότερα στην απόφαση. Κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 6, πλην της περιπτώσεως μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων, περίπτωση επανακαθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού και, κατ’ακολουθίαν, των οριογραμμών της παραλίας, ανακύπτει όταν αποδεδειγμένα εχώρησε εσφαλμένος καθορισμός της οριογραμμής αυτής, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή βεβαιώνει στο προσβαλλόμενο πρακτικό ότι κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεξε πλάνη περί τα πράγματα και ότι στην περιοχή που βρίσκεται εκατέρωθεν της ιδιοκτησίας των αιτούντων και στην οποία δεν υπάρχουν κατασκευές, το όριο της φυσικής βλάστησης ταυτίζεται με την οριογραμμή του αιγιαλού όπως αυτή καθορίστηκε, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 7, δεν προκύπτει μεταβολή του αιγιαλού λόγω του φυσικού φαινομένου το οποίο επικαλούνται οι αιτούντες (διαβρώσεως), εφ’ όσον δεν προσκόμισαν σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Με τα δεδομένα αυτά, το προσβαλλόμενο πρακτικό της Επιτροπής είναι επαρκώς αιτιολογημένο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται με το από 5.11.2002 υπόμνημα των αιτούντων ότι κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης από το τεκμήριο αθωότητας του πρώτου αιτούντος, το οποίο απορρέει από την προσκομιζόμενη 3500/24.11.2010 απόφαση (με τα σχετικά «πρακτικά») του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την οποία αθωώθηκε, κατά πλειοψηφία, ο πρώτος αιτών από τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν ποινικές παραβάσεις και ειδικότερα από την παράβαση της κατασκευής τοιχίων στον αιγιαλό στην προαναφερθείσα θέση κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του έτους 2008. Και τούτο, προεχόντως, διότι στην ανωτέρω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου κανένα δεν περιλαμβάνεται κρίσιμο πραγματικό περιστατικό, σχετιζόμενο με τον καθορισμό των ορίων αιγιαλού και παραλίας, ενώ με αυτήν αθωώθηκε διότι έγινε δεκτό ότι τα περισσότερα κτίσματα τα είχε ανεγείρει ο δικαιοπάροχός του ενώ τα υπόλοιπα επισκευάστηκαν διότι κινδύνευσαν να καταρρεύσουν.
- Επειδή, με το προαναφερθέν, από 5.11.2012 υπόμνημα των αιτούντων, το οποίο κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και εντός της χορηγηθείσης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, προβάλλεται ότι η Επιτροπή Καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας και παλαιού αιγιαλού του ν. 2971/2001 που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη συγκροτήθηκε δυνάμει της 10272/65489/1.10.2009 «κανονιστικής» απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας η οποία δεν έχει δημοσιευθεί και ότι η εν λόγω Επιτροπή με μη νόμιμη σύνθεση εξέδωσε το προσβαλλόμενο πρακτικό. Οι ανωτέρω, όμως, λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης με το υπόμνημα των αιτούντων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν επιτρέπεται η υποβολή νέων λόγων ακυρώσεως με υπόμνημα (Σ.τ.Ε. 3724/2014 Ολομ. σκ. 33, 3908/2007 7μ. σκ. 10. κ.ά.). Εξάλλου, οι πράξεις συγκρότησης των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης έχουν ατομικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα (βλ. Σ.τ.Ε. 1413/1982 κ.ά.), εφόσον δε η έρευνα της βασιμότητας ή μη των ανωτέρω λόγων ακυρώσεως προϋποθέτει έρευνα πραγματικού το οποίο δεν έχει τεθεί υπ’όψιν του Δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αιτούντες με το προαναφερθέν υπόμνημα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3908/2007 7μ., 3718/2003 7μ.).
- Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.






