ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 2010/Ι
Περιεχόμενα
– ΣτΕ 4531/2009 [Νόμιμη απόρριψη αίτησης για οριοθέτηση ρέματος].
– ΣτΕ 4587/2009 [Νόμιμο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης από το Δασάρχη για διατήρηση αυθαίρετων λυόμενων πέραν του τριμήνου].
– ΣτΕ 4533/2009 [Παράνομη αναδάσωση έκτασης χαρακτηρισμένης ως κοινόχρηστου χώρου μετά την αυτοδίκαιη ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης].
– ΣτΕ 4386/2009 [Νόμιμη οριστική διακοπή λειτουργίας μονάδας παραγωγής σκυροδέματος με τροχήλατο τμήμα].
– ΣτΕ 4384/2009 [Νομιμότητα οικοδομικής άδειας και άδειας κοπής δένδρων για ακίνητο σε οικοδομικό τετράγωνο με πλούσια βλάστηση].
– ΣτΕ 4267/2009 [Νόμιμη Ε.Π.Ο. για έργο της ΔΕΗ].
– 4272/2009 [Άρση σεισμικής επικινδυνότητας οικοδομής].
– ΣτΕ 4247/2009 [Νόμιμα αιτιολογημένη απόφαση ΔΕΕΔΑ για τον χαρακτηρισμό έκτασης ως δασικής].
– ΣτΕ 4253/2009 [Παράνομη έγκριση τμηματικής εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου χωρίς να προηγηθεί τροποποίησή του λόγω οριοθέτησης ρεμάτων].
– ΣτΕ 4252/2009 [Ειδική αποζημίωση διατήρησης αυθαίρετου κτίσματος σε αναδασωτέα έκταση].
ΣτΕ 4531/2009
[Νόμιμη απόρριψη αίτησης για οριοθέτηση ρέματος]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Δικηγόροι: Χρ. Βαρδάκα, Κ. Βαρδακαστάνη, Αν. Καλαμπογιά,
Σκοπός της οριοθέτησης (μη πλεύσιμου) ποταμού ή του ρέματος, είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του ενόψει του χαρακτήρα του αφ’ ενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφετέρου ως οικοσυστήματος. Η αποτύπωση αυτή δεν αφορά πάντως μόνο στην πραγματική κατάσταση της κοίτης που μπορεί να έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαιρέτων επιχώσεων ή άλλων ανθρώπινων επεμβάσεων.
Η ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή, μόνο όταν επιβάλλεται από τις ανάγκες ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας, δηλαδή μετά από προηγούμενη αποτύπωση και καθορισμό της οριογραμμής τους.
Η οριοθέτηση γίνεται κατ’ αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος, κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι δυνατό να γίνει τμηματική, εφόσον δικαιολογείται από ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος.
Εφόσον οι αιτούντες είχαν κατ’ αρχήν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την οριοθέτηση του ρέματος ως κάτοικοι της περιοχής, δεν συνυπέβαλαν, όμως, με τη σχετική αίτησή τους όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της Διοίκησης με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αίτησής τους.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την οριοθέτηση ρέματος (χειμάρρου «Πράθι»), το οποίο διέρχεται πλησίον της ιδιοκτησίας των αιτούντων, σε περιοχή εντός σχεδίου του Δήμου Λουτρακίου, η οποία συντελέστηκε, κατά τους αιτούντες, με την παρέλευση απράκτου τριμήνου από της υποβολής της από 2.4.2001 αιτήσεως τους.
3. Επειδή, την απόρριψη της αιτήσεως επιδιώκει, με παρέμβαση, η οποία ασκείται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, ο Δήμος Λουτρακίου-Περαχώρας, εντός της διοικητικής περιφέρειας του οποίου βρίσκεται το επίδικο ρέμα.
4. Επειδή το άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8) ορίζει στην παρ. 1 ότι «Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου», στην δε παρ. 4 ότι «Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή, όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς».
5. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως υπάρχει όταν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την ειδική αυτή διάταξη προϋποθέσεις (ΣΕ 1205/02). Εξάλλου, για να υπάρξει υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε ορισμένη νόμιμη ενέργεια απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως του διοικούμενου ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, συνοδευομένης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Εάν δε τα δικαιολογητικά αυτά δεν υποβληθούν ταυτοχρόνως με την αίτηση ή εάν, κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοικήσεως, προς εξέταση του αιτήματος απαιτείται η υποβολή κρίσιμων συμπληρωματικών στοιχείων, αφετηρία του τριμήνου, μετά την άπρακτη παρέλευση του οποίου στοιχειοθετείται παράλειψη της Διοικήσεως να προβεί στην οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, δεν είναι η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, αλλά η μεταγενέστερη ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών ή των συμπληρωματικών στοιχείων του φακέλου (ΣτΕ 3573/2003 επτ., πρβλ. ΣΕ 3046/99, 6225/96, 3434/1979).
6. Επειδή κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας…». Εξειδικεύοντας την συνταγματική αυτή επιταγή ο νόμος 1650/1986 «για την προστασία του περιβάλλοντος» (Α’ 160) έλαβε ειδική πρόνοια για την προστασία, μεταξύ άλλων, του εδάφους και των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων που θεωρούνται ως φυσικοί πόροι και οικοσυστήματα (άρθρο 1 παρ. 3 εδ. α’ και β’) και, περαιτέρω, προέβλεψε την κατάταξη των έργων και δραστηριοτήτων που ασκούν επιπτώσεις στο περιβάλλον σε κατηγορίες (άρθρο 3), όρισε δε ότι για τα έργα και τις δραστηριότητες της πρώτης κατηγορίας, στην οποία εντάσσονται έργα και δραστηριότητες που λόγω της φύσεως, του μεγέθους και της εκτάσεώς τους είναι πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον, απαιτείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που προϋποθέτει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του ως άνω νόμου (ΣτΕ 2591/2005).
7. Επειδή, περαιτέρω, όπως παγίως έχει κριθεί, ουσιώδες στοιχείο του υπό του άρθρου 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος, και μάλιστα της γεωμορφολογίας του, αποτελούν τα υπό διάφορες ονομασίες «ρεύματα» δια των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς. Εκτός, όμως, από αυτή τη λειτουργία, τα ρεύματα αποτελούν, επίσης, φυσικούς αεραγωγούς, μαζί δε με τη χλωρίδα και πανίδα τους είναι οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος (ΣΕ 1801/1995, 4577/1998, 2656/1999, 2591/2005 κ.ά.). Κατ’ ακολουθίαν, το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδρορεύματα στην φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας τους ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνον της εκτέλεσης των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθέτησης της κοίτης και των πρανών τους προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλειόμενης κάθε αλλοίωσης της φυσικής τους κατάστασης με επίχωση ή κάλυψη της κοίτης τους, ή τεχνική επέμβαση στα σημεία διακλαδώσεώς τους (ΣτΕ 4577/1998, 2315/2002, 2591/2005 κ.ά.).
8. Επειδή, προκειμένου να λάβουν χώρα οι τυχόν επιτρεπόμενες επεμβάσεις στα υδρορεύματα ή και πλησίον αυτών, απαιτείται η προηγουμένη οριοθέτησή τους κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (ΣΕ 2669/2001).
9. Επειδή, στο άρθρο 6 του ν. 880/1979, (Α’ 58), του οποίου το περιεχόμενο αποδίδεται στο άρθρο 188 παρ. 1, 2 και 3 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.) (Δ΄580), όπως το εν λόγω άρθρο 6 ίσχυε κατά την υποβολή της από 2.2.2001 αιτήσεως των αιτούντων προς τις οικείες υπηρεσίες προκειμένου να κινηθεί και ολοκληρωθεί η διαδικασία οριοθέτησης ρέματος, ορίζεται ότι: «1. Οι εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ή εντός οικισμών στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου χείμαρροι, ρύακες, ρεύματα, αποτυπούνται επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος υπό κατάλληλον κλίμακα, συντεταγμένου α) υπό του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ή β) υπό της αρμοδίας Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού ή γ) υπό των Δήμων ή Κοινοτήτων ή δ) υπό έχοντος αρμοδιότητα προς σύνταξιν τοιούτου διαγράμματος ιδιώτου μηχανικού (φυσικού ή νομικού προσώπου). Εις τας περιπτώσεις γ και δ το διάγραμμα δέον μετά προηγουμένην επαλήθευσιν της ακριβούς αποτυπώσεως υπό της ως άνω αρμοδίας Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών να θεωρήται παρ’ αυτής. 2. Ο καθορισμός της οριογραμμής (όχθης) των κατά την προηγουμένην παράγραφον ρευμάτων, χειμάρρων ή ρυάκων σημειούται επί του διαγράμματος υπό του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ή υπό της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού. 3. Τα ως άνω διαγράμματα επικυρούνται διά Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του οικείου Δήμου ή Κοινότητος, παρεχομένην εντός προθεσμίας ενός μηνός από της περί τούτου προσκλήσεως των ή άνευ γνώμης ταύτης μετά πάροδον απράκτου της προθεσμίας ταύτης …». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ερμηνευόμενων υπό το πρίσμα της συνταγματικής επιταγής περί προστασίας του περιβάλλοντος και του προαναφερθέντος νόμου 1650/1986, σκοπός της οριοθέτησης είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του (μη πλεύσιμου) ποταμού ή του ρέματος, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του αφ’ ενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφ’ ετέρου ως οικοσυστήματος. Σε καμιά δε περίπτωση η αποτύπωση αυτή δεν αφορά μόνον στην πραγματική κατάσταση της κοίτης, η οποία ενδεχομένως έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαιρέτων επιχώσεων ή άλλων ανθρωπίνων επεμβάσεων. Επίσης, η οριοθέτηση πρέπει να γίνεται (α) κατόπιν ειδικής μελέτης, υδρογεωλογικής και υδραυλικής, η οποία να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη και την λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος, (β) επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος υπό κατάλληλη κλίμακα, δηλαδή υπό κλίμακα πρόσφορη για τον περαιτέρω τυχόν πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής. Προκειμένου δε να είναι εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας της οριοθέτησης αυτής, απαιτείται η σύνταξη μιας συνοπτικής επεξηγηματικής τεχνικής εκθέσεως, στην οποία να εκτίθενται αφ’ ενός μεν οι λόγοι για τους οποίους χαράχθηκε η οριογραμμή και αφ’ ετέρου εάν αυτή εξυπηρετεί την επιπλέον λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος (ΣτΕ 2591/2005, βλ. ΣτΕ 2215/2002 και Π.Ε. 195, 246/2000). Εξάλλου, τα ρέματα προστατεύονται καθ’ όλη τους την έκταση και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους, ώστε να διατηρείται η φυσική τους κατάσταση και να διασφαλίζεται η επιτελούμενη από αυτά λειτουργία της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 3849/2006 επτ., 319/2002, 2669/2001, 2656/1999, κ.ά., Π.Ε. Ολομ. 262/2003). Η δε ένταξή τους σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο όταν τούτο επιβάλλουν οι ανάγκες ενός ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και μόνο εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Ως εκτούτου, πρωταρχικός όρος για την ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι η προηγούμενη αποτύπωση τους και ο καθορισμός της οριογραμμής τους. Η οριοθέτηση γίνεται κατ’ αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος, κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι δυνατό να γίνει τμηματική οριοθέτηση εφόσον τούτο δικαιολογείται για ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο, και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος. Τέλος, η έκταση, την οποία καταλαμβάνει το ρέμα δεν επιτρέπεται να χαρακτηρίζεται ως χώρος οικοδομήσιμος ή προοριζόμενος για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, αλλά αποκλειστικά ως κοινόχρηστος χώρος (ΣτΕ 3849/2006 επτ., 2656/1999, 4654/1996).
10. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των άρθρων 43 παρ. 2, 24 παρ. 1, 2 και 101 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, η οριοθέτηση υδατορεμάτων, τα οποία βρίσκονται σε οικισμούς ή περιοχές, εντός ή εκτός σχεδίου, που λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως είναι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα αρχιτεκτονικά ή παραδοσιακά σύνολα, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι παραλιακές περιοχές, οι τουριστικοί τόποι, τα δάση, τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και οι περιοχές υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας, δεν επιτρέπεται να ανατεθεί σε άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανο της εκτελεστικής εξουσίας (ΣτΕ 3849/2006 επτ.).
11. Επειδή, με την από 27.2.1996 αίτηση προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Κορινθίας η δικαιοπάροχος και μητέρα των ήδη αιτούντων Νικολέττα Αθανασοπούλου ζήτησε την οριοθέτηση του κατερχόμενου από τα Γεράνεια Όρη προς τον Κορινθιακό κόλπο (Παραλία Λουτρακίου) και διερχόμενου νοτίως της ιδιοκτησίας της και εντός των ορίων του σχεδίου πόλεως Λουτρακίου ρέματος (χειμάρρου Πράθι) με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση, ενόψει του ότι προτίθετο να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας για το ακίνητό της, συνυπέβαλε δε τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χρ. Καπετανάκη του Μαΐου 1996, στο οποίο αποτυπώνεται η θέση και τα όρια του ρέματος εντός του Ο.Τ. 176, έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1952 και 1972, την από 29.8.1994 έκθεση και το 3422/94/27.2.1994 έγγραφο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Κορινθίας, με το οποίο επισημαίνεται στην αιτούσα ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παρέμβαση στο ίχνος ροής ή κοίτης του ρέματος, μέχρι να δοθεί η απαιτούμενη τεχνική λύση. Σε απάντηση της αιτήσεως αυτής και, αφού προηγήθηκε αυτοψία, παραβολή, συσχέτιση και εφαρμογή των ως άνω αεροφωτογραφιών και της έκθεσης φωτοερμηνείας επί του προσκομισθέντος διαγράμματος, η Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α. Κορινθίας εξέδωσε το 2080/17.6.1996 έγγραφό, στο οποίο αναφέρει ότι «το ίχνος ροής του χειμάρρου… διέρχεται νότια της ιδιοκτησίας…όπως εμφανίζεται στο συνημμένο τοπογρ. διάγραμμα του τοπ. Μηχανικού Χρ. Καπετανάκη που διορθώθηκε και θεωρήθηκε από την Υπηρεσία…και προέκυψε η θέση του ίχνους ροής καθώς και τα όρια του χειμάρρου που σημειώνονται με μπλε μελάνι…το ίχνος ροής αποτελεί το μέσον της κοίτης που δημιουργείται κατά περίπτωση ανάλογα με τη σύσταση του εδάφους, το ανάγλυφο αυτού και την παροχή (ηρέμου κινήσεως των ομβρίων ή πλημμύρας). Σ’ ότι αφορά τα χαρακτηριστικά της κοίτης σήμερα δεν προκύπτουν λόγω πολεοδόμησης της περιοχής και αλλοίωσης του χώρου. Όπως προκύπτει από την Α/Φ λήψης του 1952, το πλάτος κυμαίνεται περίπου στα 10 μέτρα (πέντε (5) ένθεν και εκείθεν του ίχνους ροής). Η διευθέτηση της ροής των ομβρίων εντός των σχεδίων πόλεων είναι αρμοδιότητα των οικείων Δήμων και Κοινοτήτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μέρος του συνολικού προβλήματος αντιπλημμυρικής προστασίας της πόλης του Λουτρακίου, όπως έχει διατυπωθεί στην υπ’ αριθ. 1667/8.8.1994 έκθεση της Υπηρεσίας μας». Ακολούθως, με το 605/2.2.1999 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας τα διαγράμματα και η έκθεση φωτοερμηνείας που αφορούν την οριοθέτηση του επίδικου χειμάρρου διαβιβάστηκαν στη Διεύθυνση Εγγειοβελτιωτικών Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προκειμένου να συμπεριληφθεί στη συνολική οριοθέτηση των χειμάρρων Λουτρακίου «ως αντιπροσωπευτική των περιπτώσεων που οι χείμαρροι καταλήγουν μέσα στο σχέδιο πόλεως». Οι ήδη αιτούντες, μετά τη μεταβίβαση σ΄ αυτούς με το 12779/31.3.2001 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Δημητρίου Καλλίρη, λόγω γονικής παροχής, της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, με την από 2.4.2001 αίτηση τους προς τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τον Προϊστάμενο Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α. Κορινθίας και τον Προϊστάμενο Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Λουτρακίου-Περαχώρας ζήτησαν την οριοθέτηση του εν λόγω ρέματος (χειμάρρου «Πράθι») και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων διευθετήσεως της ροής του. Μετά την υποβολή της αίτησης αυτής εκδόθηκε το Δ7β/ΟΙΚ 415/21.2.2002 έγγραφο της Δ/νσης Εγγειοβελτιωτικών Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, απευθυνόμενο προς την Δ.Δ.Ε. της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τη Ν.Α. Κορινθίας και το Δήμο Λουτρακίου, στο οποίο αναφέρεται ότι με την από 16.9.1997 σύμβαση είχε ανατεθεί η εκπόνηση της οριστικής μελέτης αντιπλημμυρικής προστασίας ευρύτερης περιοχής Λουτρακίου, η δε Διεύθυνση ΠΕ.ΧΩ. της Περιφέρειας Πελοποννήσου με το 1212/13.2002 έγγραφο της απέστειλε στη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Κορινθίας το φάκελο του έργου «Χείμαρρος «Πραθίου» περιοχής Λουτρακίου» για να προβεί στις δέουσες ενέργειες στο πλαίσιο της 1592/14.2.2001 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας περί ορισμού εισηγητών για θέματα που αφορούν διαδικασίες οριοθέτησης χειμάρρων, ρεμάτων και ποταμών των νομών της περιφέρειας. Περαιτέρω, με το 48729/4212/1926/5.4.2002 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ προς τη Δ/νση Νομοθετικού Έργου του Υπουργείου, το οποίο κοινοποιήθηκε και στο δικηγόρο των ήδη αιτούντων, αναφέρεται ότι, κατά την άποψη της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 880/1979, «στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο ιδιώτης επιθυμεί την κατά προτεραιότητα οριοθέτηση του ρέματος το οποίο διέρχεται από την ιδιοκτησία του, θα πρέπει να απευθυνθεί σε ιδιώτη μηχανικό για τη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος, όπου θα χρησιμοποιηθεί, μετά τον έλεγχο του από τη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού για την οριοθέτηση του ρέματος», και ότι, αν προκύψει «ότι απαιτείται προσαρμογή του σχεδίου πόλεως προκειμένου να μην εμπίπτουν οι οικοδομικές γραμμές μέσα στην κοίτη του ρέματος, το θέμα ανάγεται στις αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2831/2000».
12. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 3.9.2001, ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την οριοθέτηση ρέματος (χείμαρρος «Πράθι»), το οποίο διέρχεται πλησίον της ιδιοκτησίας των αιτούντων, σε περιοχή ενός σχεδίου του Δήμου Λουτρακίου. Εκδηλώθηκε δε κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της παραπάνω από 2.4.2001 σχετικής αιτήσεως στις αρμόδιες για την κίνηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας οριοθέτησης ρέματος, η οποία επιδόθηκε στις υπηρεσίες αυτές στις 6.4.2001, εκτός από τη Δ/νσης ΠΕ.ΧΩ. της Περιφέρειας Πελοποννήσου, στην οποία επιδόθηκε στις 2.5.2001. Όπως, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, οι αιτούντες, οι οποίοι με την αίτησή τους αυτή είχαν ζητήσει την οριοθεσία του ως άνω χειμάρρου, ισχυριζόμενα ότι «αποτελεί υποχρέωση της Διοικήσεως αφενός η οριοθέτηση του ρέματος τούτου προς προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Δημοσίου επ’ αυτού (και των κοινοχρήστων) κατά των επιδόξων γειτόνων καταπατητών του (εν όψει και της μεγάλης οικοπεδικής του αξίας) και κατά των επικρεμαμένων κινδύνων επιχώσεώς του καθώς και αφετέρου η εκτέλεση των αναγκαίων τεχνικών έργων προς διευθέτηση της ροής του», χωρίς να συνδέουν το αίτημά τους αυτό με πρόθεση να ζητήσουν την έκδοση οικοδομικής άδειας για το ακίνητό τους, μεταξύ δε των στοιχείων, τα οποία συνυπέβαλαν με την αίτησή τους, δεν περιλαμβάνεται επιστημονική (υδρογεωλογική και υδραυλική) μελέτη, η οποία να λαμβάνει υπόψη και τη λειτουργία του ρεύματος ως οικοσυστήματος κατά την έννοια που εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, και τοπογραφικό – υψομετρικό διάγραμμα οριοθεσίας του ρέμματος υπό κατάλληλη κλίμακα, πρόσφορη για το πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής. Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή οι αιτούντες είχαν μεν κατ’ αρχήν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την οριοθέτηση του ρέματος ως κάτοικοι του παρεμβαίνοντος Δήμου Λουτρακίου Περαχώρας, δεν συνυπέβαλαν, όμως, με τη σχετική αίτησή τους όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεν στοιχειοθετείται παράλειψη, οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως αυτής. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση είναι, απορριπτέα (πρβλ. ΣΕ 765/00), πρέπει δε να γίνει δεκτή η ασκηθείσα παρέμβαση.
ΣτΕ 4587/2009
[Νόμιμο πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης από το Δασάρχη για διατήρηση αυθαίρετων λυόμενων πέραν του τριμήνου]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Χ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Δ. Καραστεργίου, Ν. Πάλλης
Η προβλεπόμενη προθεσμία για την έκδοση των πρωτοκόλλων επιβολής ειδικής αποζημίωσης λόγω διατήρησης κτισμάτων που έχουν κατασκευασθεί αυθαίρετα σε δάσος ή δασική έκταση, είναι ενδεικτική. Τα πρωτόκολλα αυτά δεν μπορούν μεν να εκδίδονται για χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου, δεν αποκλείεται, όμως, η έκδοσή τους για καταλογισμό αποζημίωσης για δύο ή περισσότερα τρίμηνα.
Οι δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση του πρωτοκόλλου για το μεγαλύτερο χρονικό αυτό διάστημα αίρονται, αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3998/2005 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά του υπ’ αριθμ. 1662/11.3.1999 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης, με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ειδική αποζημίωση 22.474.800 δραχμών για διατήρηση αυθαίρετου λυόμενου κτίσματος εμβαδού 54 τ.μ., στην θέση «Μοναστήριζα» στο Πόρτο Ράφτη, κατά το χρονικό διάστημα από 28.6.1993 μέχρι 11.3. 1999.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον του Τμήματος με επταμελή σύνθεση, ύστερα από την έκδοση της υπ’ αριθ. 2961/2008 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, λόγω της σπουδαιότητας ανακύψαντος ζητήματος.
4. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο πρωτόκολλο έχει εκδοθεί δυνάμει της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α’ 101), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 (Α’ 88). Η διάταξη αυτή εντάσσεται στο σύστημα κυρώσεων και μέτρων που εισάγεται με το ως άνω άρθρο 114, σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α’ 289) για τις αυθαίρετες κατασκευές σε δάση και δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος .. την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος … ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση … και με χρηματική ποινή …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «2. … Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υπόχρεου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων. Εξάλλου, κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, «2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχη από την τεχνική υπηρεσία της νομαρχίας με την συνδρομή της δασικής υπηρεσίας». Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «3. Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου… Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της … προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα …», ενώ, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου, όπως ισχύει, «5. Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζόμενης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσό των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές. … Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας».
5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, και ενόψει του σκοπού τους που είναι τελικώς η κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν αυθαίρετα κατασκευασθεί σε δάσος ή δασική έκταση, δεν αποκλείεται η έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το τρίμηνο, δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοσή του για το μεγαλύτερο χρονικό αυτό διάστημα αίρονται αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί, σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος Κ. Μενουδάκου, η εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, με το οποίο επιβάλλεται σε βάρος του η ειδική αποζημίωση για τη διατήρηση της, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που του έχει ήδη επιβληθεί με το εν λόγω πρωτόκολλο για χρονικό διάστημα προγενέστερο της κατεδάφισης. Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων ενόψει και του σκοπού του νόμου, με τον οποίο, όπως προκύπτει από τη σχετική εισηγητική έκθεση και τις συζητήσεις της Βουλής (συνεδρίαση ΡΚΑ΄- 5.5.1993, σ. 6269) λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται η επιβολή με ένα πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης μεγάλου ύψους ως αποτέλεσμα της έκδοσης πρωτοκόλλου για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση διατήρησης του αυθαιρέτου επιβάλλεται να εκδίδεται πρωτόκολλο κατά τακτά χρονικά διαστήματα και, συγκεκριμένα ένα, ανά τρίμηνο κατά τρόπο ώστε η κοινοποίηση των πρωτοκόλλων αυτών να αποτελεί και όχληση να προβεί στην κατεδάφιση ή την οικειοθελή παράδοση της αυθαίρετης κατασκευής ώστε να απαλλαγεί για τον εφεξής χρόνο από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης. Κατά τη γνώμη, επομένως, αυτή, πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης, που αφορά χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, είναι μη νόμιμο.
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την υπ’ αριθμ. 4150/93/27.12.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής διατάχθηκε η κατεδάφιση κτίσματος διαστάσεων 4,5 Χ 12 μ. με τη τσιμεντένια βάση του, το οποίο ο ήδη αναιρεσίβλητος φέρεται ότι κατασκεύασε αυθαίρετα, από το τέλος του έτους 1990 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 1991, μέσα σε δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 2.250 τ.μ. στη θέση «Μοναστήριζα» στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την 4148/93/30.3.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Η ανωτέρω απόφαση περί κατεδάφισης εκδόθηκε, αφού επιδόθηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο, στις 14.10. 1991, η 4796/19.9-1991 έγγραφη πρόσκληση για να κατεδαφίσει και να απομακρύνει, εντός δύο ημερών, την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή, στην οποία, όμως, αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Κατά της εν λόγω απόφασης περί κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος, ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την 152/1997 απόφασή του. Κατόπιν αυτών, ο Δασάρχης Πεντέλης εξέδωσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου το υπ’ αριθμ. 1662/11.3.1999 πρωτόκολλο, με το οποίο του επέβαλε, κατ’ εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ειδική αποζημίωση ύψους 22.474.800 δραχμών για διατήρηση αυθαίρετου κτίσματος, επιφάνειας 54 τ.μ., για 2.081 ημέρες, κατά το χρονικό διάστημα από 28.6.1993 έως 11.3.1999. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την αναιρεσίβλητη απόφαση. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι από τις προαναφερόμενες εφαρμοστέες διατάξεις συνάγεται ότι τα πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης εκδίδονται έπειτα από την κοινοποίηση στο Δασάρχη της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε επί προσφυγής κατά της απόφασης για την κατεδάφιση (ή την άπρακτη προθεσμία προσβολής της), ανά τρίμηνο, μέχρι την κατεδάφιση ή την οικειοθελή παράδοση της αυθαίρετης κατασκευής. Με βάση τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, με το οποίο επιβλήθηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο ειδική αποζημίωση, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, είναι μη νόμιμο και ακυρωτέο.
7. Επειδή, στο άρθρο 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 – Α’ 97), ο οποίος είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω λόγω του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημα της. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολο της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) …… ή β) αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της ή γ) …..». Στην προκείμενη περίπτωση, το ζήτημα αν, κατά την έννοια του νόμου, επιτρεπτώς επιβάλλεται με πρωτόκολλο, εκδιδόμενο κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ειδική αποζημίωση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, αφορά τη νομική βάση του πρωτοκόλλου και, συνεπώς, νομίμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του εδαφ. β της παρ.1 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ελέγχθηκε αυτεπαγγέλτως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο το προσβληθέν πρωτόκολλο ως προς το ζήτημα αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως.
8. Επειδή, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι η ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη, διότι, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων, η προβλεπόμενη προθεσμία για την έκδοση των πρωτοκόλλων επιβολής ειδικής αποζημίωσης, είναι ενδεικτική, υπό την έννοια ότι, τα πρωτόκολλα αυτά δεν δύνανται μεν να εκδίδονται για χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου, δεν αποκλείεται, όμως, η έκδοσή τους για καταλογισμό αποζημίωσης για δύο ή περισσότερα τρίμηνα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, διότι το επίμαχο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης επιτρεπτώς εκδόθηκε για χρονικό διάστημα πέραν του τριμήνου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πέμπτη σκέψη. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του και να αναπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς νέα κρίση. Κατά τη γνώμη όμως, που μειοψήφισε, το δικάσαν δικαστήριο ορθώς έκρινε αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης ως μη νόμιμο, εφόσον με το πρωτόκολλο αυτό επιβλήθηκε ειδική αποζημίωση για χρονικό διάστημα 2081 ημερών δηλαδή για διάστημα που υπερβαίνει το τρίμηνο.
4533/2009
[Παράνομη αναδάσωση έκτασης χαρακτηρισμένης ως κοινόχρηστου χώρου μετά την αυτοδίκαιη ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Αντ. Ντέμσιας
Δικηγόροι: Αγγελική Γαβαλά, Πολυχρόνης Καραστεργίου
Ακίνητα, τα οποία είχαν κηρυχθεί αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, αλλά των οποίων η αναγκαστική απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως λόγω μη συντέλεσης και τα οποία παραμένουν πολεοδομικώς αρρύθμιστα, διότι το οικείο σχέδιο πόλεως ή η πολεοδομική μελέτη δεν έχουν τροποποιηθεί, ώστε αυτά να καταστούν και πάλι οικοδομήσιμα, ούτε έχει επανεπιβληθεί σ’ αυτά ρυμοτομική απαλλοτρίωση, δεν εμπίπτουν στην έννοια των περιοχών, «δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως». Επομένως, δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, ούτε αποκλείεται να χαρακτηρισθούν ως δασικά ή να κηρυχθούν ως αναδασωτέα.
Το αναφερόμενο στο δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης πράξης, που περιέχεται στην πρόταση αναδάσωσης και στην υπηρεσιακή έκθεση φωτοερμηνείας -σύμφωνα με τις οποίες η επίμαχη έκταση καλυπτόταν διαχρονικά από δασική βλάστηση- έρχεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο προγενέστερης έκθεσης φωτοερμηνείας, όσο και προγενεστέρου εγγράφου του αρμόδιου Δασαρχείου. Κλονίζεται επίσης από συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας, αλλά και από το περιεχόμενο εγγράφου του Δασαρχείου προς την οικεία Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων. Με αυτά τα δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη αναδάσωσης αιτιολογείται πλημμελώς.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς η ακύρωση της 1894/12.9-2005 πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ΦΕΚ 1042 Δ’), με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 10 στρεμμάτων στη θέση «Λόφος Πανί» της εδαφικής περιφέρειας του Δήμου Αλίμου. Συγκεκριμένα, ζητείται η ακύρωση της πράξης αυτής κατά το μέρος που αφορά έκταση εμπίπτουσα στο Ο.Τ. Γ 570 του Δήμου αυτού.
3. Επειδή, όπως έχει κριθεί (πρβλ. ΣτΕ 289/2009, 3232/2008, 603/2008 Ολομ. -σκέψη 11-, 3908/2007 επταμ.), από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2-4 του «Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων» (Κ.Α.Α.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 [ΦΕΚ 17 Α’), προκύπτει ότι η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, είτε κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, που έχει υποβληθεί δια της διοικητικής οδού, είτε κατόπιν εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως, που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το αίτημα έκδοσης βεβαιωτικής πράξης για την αυτοδίκαιη άρση, οφείλει να κρίνει εάν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο είτε να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού είτε να δεσμευθεί εκ νέου με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγομένων ιδιοκτητών, είτε, τέλος, να καταστεί οικοδομήσιμη με τους γενικούς όρους δόμησης ή, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης ή του ρυμοτομικού βάρους, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι την ολοκλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της τροποποίησης του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης, παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο.
4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 περ. ε’ του ν. 998/1979 “περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας” (ΦΕΚ 289 Α’), «δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α)… β)… γ) … δ)… ε) Αι περιοχαί, δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Νομ. 947/1979 και στ)…». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ακίνητα, τα οποία είχαν κηρυχθεί αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, αλλά των οποίων η αναγκαστική απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως λόγω μη συντέλεσης της και τα οποία παραμένουν πολεοδομικώς αρρύθμιστα, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, διότι το οικείο σχέδιο πόλεως ή η πολεοδομική μελέτη δεν έχουν τροποποιηθεί, ώστε αυτά να καταστούν και πάλι οικοδομήσιμα, ούτε έχει επανεπιβληθεί σ’ αυτά ρυμοτομική απαλλοτρίωση, δεν εμπίπτουν στην έννοια των περιοχών, «δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως», και, επομένως, δεν εξαιρούνται εξ αυτού και μόνο του λύγου της εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, τα ακίνητα αυτά δεν αποκλείεται να χαρακτηρισθούν ως δασικά ή να κηρυχθούν ως αναδασωτέα.
5. Επειδή, στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 998/1989 (ΦΕΚ 289 Α’) «κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ήν ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών…», ενώ, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου, «η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωχέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου [και, ήδη, του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, ν. 2503/1997 – ΦΕΚ 107 Α’], καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Τέλος, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979, «ειδικώς προκειμένου περί κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρω 38 παρ. 1 αναφερομένων, η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου απόφασις … εκδίδεται μετά εισήγησιν της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας, υποχρεωτικώς εντός τριών μηνών [ήδη δύο μηνών, βλ. άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 2040/1992 ΦΕΚ 70 Α΄] από της καταστολής της πυρκαϊάς ή της διαπιστώσεως της εξ άλλης αιτίας καταστροφής …». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, η δε απόφαση περί αναδασώσεως πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς το χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, η αιτιολογία, όμως, αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (πρβλ. ΣτΕ 2069/2007,1567/2006, 4323/2005) 3889/2004 κ.ά.).
6. Επειδή, όπως, εν προκειμένω, προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, με το από 6.10.1990 π.δ/μα (ΦΕΚ 618 Δ΄) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής «Λόφος Πανί» του Δήμου Αλίμου και τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο σε συνεχόμενη περιοχή του ίδιου Δήμου. Με το εν λόγω πρ. δ/μα απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου πρασίνου εννέα ακίνητα, συνολικού εμβαδού 5.066 τ.μ., τα οποία κατελήφθησαν από το Οικοδομικό Τετράγωνο Γ.570 και επί των οποίων προβάλλει ήδη ιδιοκτησιακά δικαιώματα η αιτούσα. Με τις εκδοθείσες, στη συνέχεια, αρχική και διορθωτική πράξεις εφαρμογής ορίσθηκε, κατά τα προκύπτοντα από την 11497/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο δικαιοπάροχος της αιτούσας όφειλε εισφορά σε γη 2.158,3 τ.μ., ορίσθηκε δε ότι στον εν λόγω ιδιοκτήτη οφείλεται αποζημίωση για έκταση 2.908,20 τ.μ. Έναντι της εν λόγω οφειλόμενης αποζημίωσης αποδόθηκε στον ιδιοκτήτη νέο οικόπεδο, εμβαδού 705.1 τ.μ. (υπό στοιχεία Ο5Ν του Ο.Τ. 566), ως προς δε τα υπόλοιπα 2.203,20 τ.μ. ορίσθηκε ότι οφείλεται στον ίδιο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από το Δήμο Μίμου. Με την 655/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας για την αποζημίωση της ως άνω απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας και με την 1992/2000 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημίωσης ο πατέρας και δικαιοπάροχος της αιτούσας. Μετά την πάροδο 18 μηνών από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης 655/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χωρίς να καταβληθεί η καθορισθείσα αποζημίωση, η αιτούσα, η οποία είχε διαδεχθεί τον πατέρα της, που εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει, επεδίωξε τη δικαστική βεβαίωση της αυτοδίκαιης άρσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας της, εκδόθηκε δε σχετικώς η προαναφερόμενη 11497/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η παράλειψη του Δήμου Αλίμου να εκδώσει πράξη βεβαιωτική της προαναφερόμενης αυτοδίκαιης άρσης και αναγνωρίστηκε ότι επήλθε αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης αυτής. Με μεταγενέστερες αιτήσεις της αιτούσας προς το Δήμο Αλίμου, αλλά και τη Νομαρχία Αθηνών, ζητήθηκε η κίνηση της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου πόλεως, ώστε να αποδεσμευθεί το ακίνητο της. Εν τω μεταξύ, με την 633/2003 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αλίμου κρίθηκε ότι η αυτοδικαίως αρθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου της αιτούσας, καθώς και άλλων ακινήτων, των οποίων είχε αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση επειδή δεν είχε καταβληθεί στους ιδιοκτήτες τους πλήρης αποζημίωση, έπρεπε να επανεπιβληθεί, από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου δεν προκύπτει η επανεπιβολή της αναγκαστικής αυτής απαλλοτρίωσης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 3901/6.7.2005 πρόταση κήρυξης αναδάσωσης του Δασαρχείου Πειραιώς προς τη Διεύθυνση Δασών Πειραιώς, σχετική με έκταση 10 στρεμμάτων στη θέση «Λόφος Πανί» του Δήμου Αλίμου. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η εν λόγω έκταση αποτεφρώθηκε στις 4-7-2004 από πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε σε δασική θέση και, αφού επεκτάθηκε, έκαψε καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας για την αποζημίωση της ως άνω απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας και με την 1992/2000 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημίωσης ο πατέρας και δικαιοπάροχος της αιτούσας. Μετά την πάροδο ι8 μηνών από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης 655/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χωρίς να καταβληθεί η καθορισθείσα αποζημίωση, η αιτούσα, η οποία είχε διαδεχθεί τον πατέρα της, που εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει, επεδίωξε τη δικαστική βεβαίωση της αυτοδίκαιης άρσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας της, εκδόθηκε δε σχετικώς η προαναφερόμενη 11497/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η παράλειψη του Δήμου Αλίμου να εκδώσει πράξη βεβαιωτική της προαναφερόμενης αυτοδίκαιης άρσης και αναγνωρίστηκε ότι επήλθε αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης αυτής. Με μεταγενέστερες αιτήσεις της αιτούσας προς το Δήμο Αλίμου, αλλά και τη Νομαρχία Αθηνών, ζητήθηκε η κίνηση της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου πόλεως, ώστε να αποδεσμευθεί το ακίνητό της. Εν τω μεταξύ, με την 633/2003 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αλίμου κρίθηκε ότι η αυτοδικαίως αρθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου της αιτούσας, καθώς και άλλων ακινήτων, των οποίων είχε αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση επειδή δεν είχε καταβληθεί στους ιδιοκτήτες τους πλήρης αποζημίωση, έπρεπε να επανεπιβληθεί, από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου δεν προκύπτει η επανεπιβολή της αναγκαστικής αυτής απαλλοτρίωσης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 3901/6.7.2005 πρόταση κήρυξης αναδάσωσης του Δασαρχείου Πειραιώς προς τη Διεύθυνση Δασών Πειραιώς, σχετική με έκταση 10 στρεμμάτων στη θέση «Λόφος Πανί» του Δήμου Αλίμου. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η εν λόγω έκταση αποτεφρώθηκε στις 4-7-2004 από πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε σε δασική θέση και, αφού επεκτάθηκε, έκαψε κοινόχρηστο χώρο πρασίνου με χορτολιβαδική και δασική βλάστηση από αγριελιές, σχίνα και ασπαλάθους με βαθμό συγκύμωσης μικρότερο του 40%. Ο χώρος αυτός περιβάλλεται, σύμφωνα με την ίδια 3901/6.7.2005 πρόταση αναδάσωσης, από ανατολάς, δυσμάς και βορρά από κοινόχρηστους χώρους πρασίνου και από νότο από δρόμο, που αποτελεί προέκταση της οδού Ιατρού Παπανικολάου. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την από υπηρεσιακή έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών, η έκταση, η οποία εμφαίνεται υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Α στο συνημμένο διάγραμμα και εμπίπτει στο Ο.Τ. 570 του Δήμου Αλίμου, παρουσίαζε δασική μορφή, καλυπτόμενη στο σύνολό της από ξυλώδη δασική βλάστηση πεύκων, αγριελιών, σχίνων και ασπαλάθων σε ποσοστό 40% κατά τα έτη 1939, 1945, 1969, 1988 και 1992. Αντιθέτως, στο προγενέστερο 4404/5-10.2001 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά προς την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς, βεβαιώνεται ότι η όλη έκταση του «Λόφου Πανί» είχε μη δασική μορφή και αποτελούσε χορτολιβαδική έκταση περιβαλλόμενη από αγροτικές εκτάσεις καθ’ όλη την περίοδο μετά το έτος 1939 και ότι δεν προστατευόταν από τη δασική νομοθεσία. Εξάλλου, από τη νεότερη από 29.6.2005 υπηρεσιακή έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι τόσο η έκταση του Ο.Τ. 570, η οποία είχε αποτελέσει αντικείμενο και της προηγούμενης φωτοερμηνείας, όσο και μικρότερη έκταση του ΟΤ 574 του Δήμου Αλίμου, αποτελούσαν χορτολιβαδικές εκτάσεις του άρθρου 3 παρ. 6 περ. β’ του ν. 998/1979, καλυπτόμενες από χορτολιβαδική βλάστηση και αραιά δασική βλάστηση αγριελιών, σχίνων και ασπαλάθων σε ποσοστό μικρότερο από 15%. Τέλος, σύμφωνα με το 736/12.2.2009 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιώς προς την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Ν. Πειραιώς, το οποίο, αναφερόμενο σε πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της προσβαλλόμενης πράξης, παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη (πρβλ. ΣτΕ 4003/2008, 3745/2004, 932/2002 κ.ά.), η όλη έκταση του «Λόφου Πανί» έχει διαχρονικώς μη δασική μορφή, αποτελούσα χορτολιβαδική έκταση, η οποία έχει ιδιωτικό χαρακτήρα. Κατόπιν τούτου, οι εν λόγω εκτάσεις, συνολικού εμβαδού 10 στρεμμάτων, τις οποίες αφορούν οι ανωτέρω εκθέσεις φωτοερμηνείας και οι οποίες, σύμφωνα με το 1426/12.3-2009 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιώς προς το Συμβούλιο της Επικρατείας και το προαναφερόμενο 736/2.2.2009 έγγραφο του ίδιου Δασαρχείου προς την Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Πειραιώς, εμπίπτουν εντός του Ο.Τ. Γ574, καθώς και του Ο.Τ. Γ570, στο οποίο βρίσκεται η ιδιοκτησία της αιτούσας, κηρύχθηκαν αναδασωτέες με την προσβαλλόμενη 1894/12.9.2005 πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ΦΕΚ 1042 Δ’). Τέλος, από την μεταγενέστερη της προσβαλλόμενης πράξης από 19.1.2009 υπηρεσιακή συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας, προκύπτει ότι τμήμα μόνο, εμβαδού 8οο τ.μ., της έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα έχει σήμερα δασική μορφή, καλυπτόμενο με θάμνους (σπάρτου, δενδρώδους μηδικής, αγριελιάς και βένιου), που έχουν φυτευθεί τεχνητά από το Δήμο Αλίμου ή άλλο φορέα.
7. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι η έκταση, εντός της οποίας εμπίπτει η ιδιοκτησία της αιτούσας δεν μπορεί, κατά νόμο, να θεωρηθεί ότι υπάγεται στη δασική νομοθεσία ως εκ του γεγονότος ότι βρίσκεται εντός εγκεκριμένης πολεοδομικής μελέτης. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι η εν λόγω έκταση, η οποία εμπίπτει εντός σχεδίου πόλεως και, συνεπώς, αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η επ΄ αυτής εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, δεν αποτελεί πάρκο ή άλσος εντός οικιστικής περιοχής, οπότε και μόνο θα υπαγόταν, αν και εντός σχεδίου, στη δασική νομοθεσία. Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, το ακίνητο της αιτούσας κατέστη, κατά τα προαναφερόμενα, πολεοδομικώς αρρύθμιστο μετά την έκδοση της 11497/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου αυτού και ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει διαπιστωτική της αυτοδίκαιης αυτής άρσης πράξη, δεδομένου ότι δεν επανεπιβλήθηκε η ως άνω ρυμοτομική απαλλοτρίωση ούτε τροποποιήθηκε η πολεοδομική μελέτη ως προς το ακίνητο αυτό, το οποίο, επομένως, δεν κατέστη εκ νέου οικοδομήσιμο. Το ακίνητο, επομένως, αυτό είναι δυνατό να υπαχθεί στη δασική νομοθεσία υπό τις ίδιες, καταρχήν, προϋποθέσεις με οποιοδήποτε ακίνητο ευρισκόμενο εκτός σχεδίου πόλεως, είναι δε αδιάφορο από την άποψη αυτή το γεγονός ότι αυτό εξακολουθεί να εμφαίνεται ως εντός σχεδίου κοινόχρηστος χώρος στην οικεία πολεοδομική μελέτη, εφόσον η παράλειψη έκδοσης διοικητικής πράξης, με την οποία να διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη άρση της σχετικής ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης έχει, κατά τα προαναφερόμενα, ακυρωθεί δικαστικώς.
8. Επειδή, εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι το αναφερόμενο στο δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλόμενης πράξης, που περιέχεται κυρίως στην 3901/6.7.2005 πρόταση αναδάσωσης και στην από 3-11-2004 υπηρεσιακή έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών, σύμφωνα με τις οποίες η επίμαχη έκταση καλυπτόταν διαχρονικά από δασική βλάστηση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο της προγενέστερης της προσβαλλόμενης πράξης από 29.6.2005 έκθεσης φωτοερμηνείας, η οποία αναφέρεται ειδικά στην έκταση αυτή, όσο και του 4404/5.10.2001 εγγράφου του Δασαρχείου Πειραιά, το οποίο αναφέρεται στην ευρύτερη έκταση του «Λόφου Πανί», κλονίζεται δε περαιτέρω από την από 19-1-2009 συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας, αλλά και από το όλο περιεχόμενο του 736/12.2.2009 εγγράφου του Δασαρχείου Πειραιώς προς την οικεία Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων. Με τα ανωτέρω δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται πλημμελώς και για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να ακυρωθεί κατά το πληττόμενο μέρος της, δηλαδή, κατά το μέρος που αφορά στο Ο.Τ. Γ 570 του Δήμου Αλίμου, εντός του οποίου εμπίπτει η μη αποζημιωθείσα ιδιοκτησία της αιτούσας.
ΣτΕ 4386/2009
[Νόμιμη οριστική διακοπή λειτουργίας μονάδας παραγωγής σκυροδέματος με τροχήλατο τμήμα]
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Ν. Ρόζος
Σταθερή βιομηχανική ή βιοτεχνική μονάδα νοείται εκείνη που εξυπηρετεί περισσότερα, και όχι ένα συγκεκριμένο, δημόσιο ή ιδιωτικό έργο, παραμένει στην ίδια θέση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου -αδιαφόρως αν μετά το πρώτο εξάμηνο δεν άσκησε τη δραστηριότητά της για κάποιο χρονικό διάστημα- και είναι ευχερής η μετακίνησή της ως τροχήλατης.
Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι νόμιμη, εφόσον η μονάδα της αιτούσας, που ήταν εγκατεστημένη στην ίδια θέση περισσότερο από δέκα μήνες και εξυπηρετούσε περισσότερα δημόσια έργα, ήταν σταθερή, αδιαφόρως αν ένα τμήμα της ήταν τροχήλατο και αν, είχε διακόψει για ένα μήνα τις εργασίες της. Συνεπώς, έπρεπε να λειτουργεί με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή με την Φ14ΑΙΓ427/Β2276/30.6.2004 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά διακόπηκε οριστικά η λειτουργία του συνόλου της μονάδας παραγωγής σκυροδέματος της αιτούσας. Προσφυγή της τελευταίας κατά της νομαρχιακής αυτής αποφάσεως, που κατατέθηκε στην Περιφέρεια Αττικής με αριθμό πρωτοκόλλου 45124 την 3.8.2004, απορρίφθηκε σιωπηρώς από τον Γενικό Γραμματέα της ανωτέρω Περιφέρειας, όπως ο ίδιος γνώρισε στην αιτούσα με το 477 και 42323/18.10.2004 έγγραφό του. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται εμπροθέσμως και με προφανές έννομο συμφέρον η ακύρωση της προαναφερόμενης νομαρχιακής αποφάσεως καθώς και της σιωπηράς απορρίψεως, από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, της προσφυγής που ασκήθηκε από την αιτούσα κατ’ αυτής.
3. Επειδή στο άρθρο 2 του ν. 2516/1997 (ΦΕΚ 159 Α΄/8.8.1997) ορίζεται ότι «Κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) Βιομηχανία ή βιοτεχνία: Η τεχνοοικονομική μονάδα που με μηχανικά, χημικά ή άλλα μέσα διαφοροποιεί τη μορφή ή την ιδιότητα πρώτων υλών ή προϊόντων, προκειμένου αυτά να καταστούν κατάλληλα για τη χρήση για την οποία προορίζονται, β….». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι «1. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αναφέρονται εφεξής ως «δραστηριότητες» οι ασκούμενες στις εγκαταστάσεις που περιγράφονται στις υπό στοιχεία α΄ …. ε΄ διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος 2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου: α)… ζ) οι μη σταθερές βιομηχανικές ή βιοτεχνικές μονάδες που εξυπηρετούν συγκεκριμένο δημόσιο ή ιδιωτικό έργο και παραμένουν στην ίδια θέση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το εξάμηνο», στο άρθρο 4 ότι «1. Για την εγκατάσταση ή την επέκταση των δραστηριοτήτων του παρόντος νόμου απαιτείται άδεια εγκατάστασης….. 2……», στο άρθρο 13 ότι «1. Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στις εγκαθιστόμενες ή επεκτεινόμενες δραστηριότητες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, απαιτείται, μέσα στο χρονικό διάστημα ισχύος της άδειας εγκατάστασης, να υποβληθεί σχετική αίτηση…» και στο άρθρο 16 ότι «1. Σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου … καθώς και των όρων ή περιορισμών που τίθενται στις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας, είναι δυνατόν να επιβληθεί, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής, η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας της δραστηριότητας….». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ως σταθερή και, συνεπώς, υπαγόμενη στις ρυθμίσεις τους βιομηχανική ή βιοτεχνική μονάδα νοείται, πάντως, εκείνη που εξυπηρετεί πλείονα του ενός, και όχι ένα συγκεκριμένο, δημόσιο ή ιδιωτικό έργο και παραμένει προς τούτο στην ίδια θέση για χρονικό διάστημα άνω του εξαμήνου, αδιαφόρως αν μετά το πρώτο εξάμηνο δεν άσκησε τη δραστηριότητά της για κάποιο χρονικό διάστημα και να είναι ευχερής η μετακίνησή της ως τροχήλατης.
4. Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση διακόπηκε οριστικά η λειτουργία του συνόλου της μονάδας της αιτούσας «διότι έχει εγκατασταθεί και λειτουργεί κατά παράβαση του ν. 2516/1997, δηλαδή χωρίς να εφοδιασθεί με τις προβλεπόμενες άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας». Στο προοίμιο δε αυτής (στοιχείο Β΄) γίνεται επίκληση της από 25.9.2003 εκθέσεως αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιά της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αθηνών-Πειραιώς, όπου αναφέρεται, ότι στη θέση Λεόντι της Αίγινας έχει εγκατασταθεί, πλην άλλων, τροχήλατη μονάδα παραγωγής σκυροδέματος, καθώς και δύο σιλό τσιμέντου, που τροφοδοτούν την ενλόγω μονάδα και είχαν ήδη εντοπισθεί στην προηγούμενη από 7.8.2003 έκθεση αυτοψίας (στοιχ. 4 προοιμίου). Κατά την αυτοψία της 24.6.2004 που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Πειραιά διαπιστώθηκε η εγκατάσταση τριών σιλό τσιμέντου δίπλα στην μονάδα παραγωγής σκυροδέματος και δύο μηχανημάτων έργων (μπετονιέρα, φορτωτής). Εξ άλλου, με τις 9055/4.9.2003 και 3347/6.4.2004 βεβαιώσεις του Δήμαρχου Αίγινας, επίκληση των οποίων γίνεται στην προαναφερόμενη προσφυγή της αιτούσας κατά της προσβαλλόμενης νομαρχιακής αποφάσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα εκτελεί στο Δήμο Αίγινας 6 διαφορετικά έργα σε πέντε διαφορετικούς οικισμούς της νήσου.
5. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης νομαρχιακής αποφάσεως, που αποτελεί την αιτιολογία και της σιωπηρής απορρίψεως της κατ’ αυτής ασκηθείσας προσφυγής της αιτούσας, είναι νόμιμη και πλήρης, εφ΄όσον η μονάδα της αιτούσας, που ήταν εγκατεστημένη στην αυτή θέση πλέον των δέκα μηνών και εξυπηρετούσε πλείονα του ενός δημόσια έργα, ήταν σταθερή, αδιαφόρως αν ένα τμήμα της ήταν τροχήλατο και αν, όπως η αιτούσα ισχυρίζεται, είχε διακόψει από Μάρτιο έως Απρίλιο του 2004 τις εργασίες της. Συνεπώς, υπάγεται στις αναφερόμενες στη σκέψη 3 διατάξεις του ν. 2516/1997 και έπρεπε να τύχει άδειας εγκαταστάσεως και λειτουργίας, όπως νομίμως έγινε δεκτό με τις προσβαλλόμενες, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου μόνον προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως ως αβασίμου.
ΣτΕ 4384/2009
[Νομιμότητα οικοδομικής άδειας και άδειας κοπής δένδρων
για ακίνητο σε οικοδομικό τετράγωνο με πλούσια βλάστηση]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Δικηγόροι: Αθ. Αλεφάντη, Γ. Σιούτη, Γ. Χατζηφώτης, Γ. Κανάκης
Οι συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις που προστατεύουν τα δάση και τις δασικές εκτάσεις δεν καταλαμβάνουν χώρους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμοι, έστω και αν έχουν βλάστηση που θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρύθμισης περί χαρακτηρισμού των ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου.
Οι επίδικες άδειες εκδόθηκαν νόμιμα, μετά από έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς την αναγκαιότητα κοπής δένδρων με βάση τα κατά νόμο κριτήρια για την αρμονική ένταξη των οικοδομών στο φυσικό περιβάλλον και για την ελάχιστη δυνατή επέμβαση στα υπάρχοντα δένδρα, χωρίς να αναιρείται το δικαίωμα του ιδιοκτήτη για οικοδόμηση.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται εμπροθέσμως η εξαφάνιση της 1150/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως των εκκαλούντων κατά: α) της 670/7.6.2006 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής της Νομαρχίας Αθηνών (Τομέας Ανατολικής Αθήνας), με την οποία επετράπη στους Γ. Μ. και Ε.C. Μ. η ανέγερση διώροφης κατοικίας, με ισόγειο, κολυμβητική δεξαμενή και υπόγειο γκαράζ, και η κοπή πέντε δένδρων σε οικόπεδο επί της οδού Δ. Π. και Ε. Ρ. στο Παλαιό Ψυχικό (Ο.Τ. …) και β) της 778/5.7.2006 οικοδομικής άδειας του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου, με την οποία επετράπη στις εταιρείες με την επωνυμία «Δ. C. Α.Ε.» και «Τ. ΑΚΤΕΞΕ» η ανέγερση τεσσάρων τριώροφων κατοικιών με υπόγεια γκαράζ καθώς και η κοπή 22 δένδρων στο ως άνω οικόπεδο.
3. Επειδή, το γεγονός ότι τα δένδρα των οποίων επετράπη η κοπή με τις ως άνω οικοδομικές άδειες, όπως αναφέρεται στην εκκαλουμένη απόφαση, είχαν υλοτομηθεί ήδη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν επιδρά στο αντικείμενο της δίκης. Τούτο δε διότι η πραγματοποιηθείσα κοπή αναφέρεται στην υλική εκτέλεση των ως άνω οικοδομικών αδειών και δεν συνεπάγεται τη λήξη ισχύος των διοικητικών πράξεων αυτών, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται με τις δυσμενείς για τους εκκαλούντες έννομες συνέπειες που παρήγαγαν (πρβλ. ΣτΕ 2798/2007).
4. Επειδή, στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός… Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και γενικά των δασικών εκτάσεων… Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δημοσίων δασικών εκτάσεων, εκτός εάν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (Α’ 289), όπως οι παράγραφοι 1 έως 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3208/2003 «Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις» (Α’ 303), ορίζονται τα εξής: «1…5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, καθώς και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ή έχουν κηρυχθεί με πράξη της αρμόδιας αρχής ως δασωτέες ή αναδασωτέες. 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου : α)…β)…γ)…δ)…ε) Αι περιοχαί δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν.947/1979 και στ)…». Στο άρθρο 4 παρ. 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρώπινης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται: α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών…» και στο άρθρο 49 παρ. 1 ότι «Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα, άλση και δενδροστοιχία),… δεν δύνανται να μεταβάλουν προορισμόν ή χρήσιν». Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι «Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημοσίων και ιδιωτικών, εκτός εάν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις της εν γένει δασικής νομοθεσίας». Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 1337/1983, της οποίας το περιεχόμενο αποδίδεται με την παράγραφο 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.) που εγκρίθηκε με το από 14/27.7.1999 π. δ/γμα (Δ΄580) προβλέπεται ότι για την κοπή δένδρων, μέσα σε εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια ή τις Ζ.Ο.Ε. που δεν προστατεύονται από τις διατάξεις για την προστασία των δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων, απαιτείται έκδοση άδειας από την οικεία πολεοδομική αρχή…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως πάρκα ή άλση, που βρίσκονται σε περιοχές εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 998/1979, θεωρούνται οι αντίστοιχοι χώροι που προβλέπονται από το ισχύον στην περιοχή ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου. Οι ανωτέρω προστατευτικές των δασών και δασικών εκτάσεων συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις δεν καταλαμβάνουν, κατά συνέπεια, χώρους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμοι, έστω και αν η τυχόν υφιστάμενη επ’ αυτών βλάστηση θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρυθμίσεως περί χαρακτηρισμού των ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου. Και τούτο, διότι για να θεωρηθεί μια ρυμοτομική ρύθμιση ως μη ισχύουσα, δεν αρκεί η συνδρομή λόγων που θα δικαιολογούσαν ή θα επέβαλαν την άρση της, αλλά απαιτείται, σύμφωνα άλλωστε και με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η έκδοση αντίθετης πράξης από την αρμόδια διοικητική αρχή (ΣτΕ 61/2000, πρβλ. 2145/2003, 3057/2002, 412/1993). Για την προστασία της υφιστάμενης επί οικοδομήσιμου χώρου βλάστησης έχει, πάντως, εισαχθεί με τη ρύθμιση της ως άνω διάταξης του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 1337/1983, με την οποία προβλέπεται αρμοδιότητα της οικείας πολεοδομικής αρχής για την άδεια κοπής δένδρων (ΣτΕ 2145/2003).
5. Επειδή, ο ΓΟΚ (ν. 1577/1985, Α’ 210) ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 3, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1772/1988, (Α’ 91, ημαρτ. Α’ 104), της οποίας το περιεχόμενο αποδίδεται με το άρθρο 327 παρ. 2 του Κ.Β.Π.Ν., ότι: «Κάθε κτίριο η εγκατάσταση πρέπει α)…β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού…». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του π.δ. της 8/13.7.1993 «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ’ 795) ορίζονται τα εξής: «1. Ο τρόπος σύνταξης και παρουσίασης των μελετών γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες προδιαγραφές. 2. Στην έννοια των οικοδομικών εργασιών για ανέγερση νέας οικοδομής ή προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή, περιλαμβάνονται και οι εργασίες…κοπής δένδρων, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 1337/1983». Σύμφωνα δε με τις ισχύουσες προδιαγραφές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του π.δ. της 29.1/22.2.1985 (Δ’ 49), με το οποίο προστέθηκε άρθρο 15 στο π.δ. της 3/8.9.1983 (Δ’ 394), για την έκδοση άδειας κοπής δένδρων απαιτούνται: «1. Τοπογραφικό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, στο οποίο σημειώνεται η περιοχή αποψίλωσης ή τα σημεία όπου βρίσκονται τα δένδρα που πρόκειται να κοπούν, σαφώς ορισμένα με εξάρτηση από τις πλευρές του οικοπέδου ή του γηπέδου. 2. Φωτογραφίες. 3. Περιγραφή του είδους και του αριθμού των δένδρων που πρόκειται να κοπούν». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, με τις οποίες συνδέεται η ανέγερση οικοδομής με την κοπή των εντός του οικοπέδου δένδρων και οι οποίες συνάδουν προς τις προστατευτικές τόσο του περιβάλλοντος όσο και της ιδιοκτησίας διατάξεις των άρθρων 24 και 17 του Συντάγματος, για τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών σε ακίνητο κείμενο εντός σχεδίου που έχει δένδρα απαιτείται άδεια της οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας αφενός για τις οικοδομικές εργασίες και αφετέρου για την κοπή δέντρων. Προς τούτο ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει μαζί με τη σχετική αίτηση μελέτη και διάγραμμα, το οποίο να εμφανίζει τα προς κοπή δένδρα, καθώς και περιγραφή του είδους και του αριθμού τούτων, και τα λοιπά απαιτούμενα στοιχεία, εις τρόπον ώστε η πολεοδομική υπηρεσία, εν πλήρη γνώση της πραγματικής καταστάσεως, να ασκήσει την αρμοδιότητα της σύμφωνα με τις παρατεθείσες ανωτέρω διατάξεις. Η αρμοδιότητα αυτή συνίσταται σε οριακό έλεγχο ως προς τη θέση της οικοδομής κατά τρόπον ώστε, αφενός, να μην αναιρείται το δικαίωμα καθ’ εαυτό του ιδιοκτήτου προς οικοδόμηση και, αφετέρου, να εξασφαλίζεται η αρμονική ένταξη της οικοδομής στο φυσικό περιβάλλον και η ελάχιστη δυνατή επέμβαση στα υπάρχοντα δένδρα (ΣτΕ 2798/2007, 2562-3/2000,61/2000, 1840/1997, 4299/1996, 2785/1993, 412/1993 Ολ.).
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση οι προσβληθείσες από τους εκκαλούντες οικοδομικές άδειες αφορούν την ανέγερση οικοδομών στο Ο.Τ. … του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Ψυχικού. Κατά τα βεβαιούμενα και στα 8664/2203/6.6.20006 και 20680/4155/28.12.2006 έγγραφα του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών και του Τμήματος Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών, αντιστοίχως, της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών, σύμφωνα με το από 15.4.1988 π.δ/γμα (Δ’ 353), με το οποίο εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Παλαιού Ψυχικού το οικοδομικό αυτό τετράγωνο δεν χαρακτηρίζεται έστω και ως προς τμήμα του, κοινόχρηστο πράσινο ή άλσος, αλλά αποτελεί στο σύνολό του οικοδομήσιμο χώρο, το δε οικόπεδο, το οποίο αφορούν οι επίμαχες οικοδομικές άδειες, είναι, κατά το ανωτέρω από 6.4.1988 π.δ/γμα, άρτιο κατά τον κανόνα και οικοδομήσιμο. Με την από 18.7.2006 αίτηση ακυρώσεως οι ήδη εκκαλούντες υποστήριξαν ότι οι 670/7.6.2006 και 778/5.7.2006 οικοδομικές άδειες είναι ακυρωτέες γιατί το ακίνητο επί της οδού Δ. Π. και Ε. Ρ. στο Παλαιό Ψυχικό έχει αποκτήσει το χαρακτήρα δασικής εκτάσεως (ιδιωτικό δάσος) και για το λόγο αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων χωρίς να αμφισβητήσουν ότι το ρυμοτομικό σχέδιο χαρακτηρίζει τον επίδικο χώρο ως οικοδομήσιμο. Ειδικότερα προβλήθηκε, κατ’ επίκληση της 5171/26.4.2006 έκθεσης της Γεωπόνου του Δήμου Παλαιού Ψυχικού Χ. Π., ότι στο Ο.Τ. 120 του ως άνω Δήμου, στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω ακίνητο είχε δημιουργηθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια, σε τμήμα του οικοδομικού αυτού τετραγώνου, ένα «πρωτοφανούς φυσικού και οικιστικού κάλλους» ιδιωτικό δάσος με 35 κυπαρίσσια, 17 πεύκα, και άλλα οπωροφόρα δέντρα και θάμνοι. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στη σκέψη 4, τα ανωτέρω πραγματικά δεδομένα δεν αρκούν για να θεωρηθεί ο χώρος αυτός ως κοινόχρηστος ούτε ως υπαγόμενος στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση οι ως άνω λόγοι ακυρώσεως.
7. Επειδή, με το από 19.1.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο το από 15.4.1988 π.δ/γμα, με το οποίο το … Ο.Τ. του Δήμου Παλαιού Ψυχικού χαρακτηρίσθηκε ως οικοδομήσιμο, είναι άκυρο και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί διότι εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση των διατάξεων της ειδικής περί προστασίας των δασών νομοθεσίας και για το λόγο αυτό είναι ακυρωτέες και οι βάσει αυτού εκδοθείσες οικοδομικές άδειες. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση πρωτίστως διότι, κατά τα παγίως κριθέντα, το ως άνω διάταγμα, κατά το μέρος που αφορά τον χαρακτηρισμό του επίδικου οικοδομικού τετραγώνου ως οικοδομήσιμου, έχει ατομικό χαρακτήρα και, επομένως, η νομιμότητά του δεν μπορεί, κατά το μέρος τούτο, να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως επ’ ευκαιρία της προσβολής άλλων ατομικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 2281/1992 Ολ., 55, 412/1993 Ολ., 3400/2006, 2258/2005, 3951/2001, 2562, 61/2000). Η κρίση αυτή του Διοικητικού Εφετείου είναι ορθή και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος εφέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι σιωπηρώς απορρίφθηκαν οι προβληθέντες πρόσθετοι λόγοι ακυρώσεως, μεταξύ των οποίων και ο ως άνω λόγος ακυρώσεως. Ο προβληθείς δε με το ως άνω δικόγραφο πρόσθετος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο το ως άνω διάταγμα είναι μη νόμιμο διότι δεν συνδημοσιεύθηκαν τα απαιτούμενα διαγράμματα ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρώς με την εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι τα σχετικά διαγράμματα συνδημοσιεύθηκαν σε σμίκρυνση με το από 15.4.1988 π.δ/γμα στο ΦΕΚ 353 Δ΄. Τέλος, ενόψει του χαρακτηρισμού του επίδικου χώρου ως οικοδομήσιμου ορθώς απορρίφθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο και οι λόγοι ακυρώσεως κατά τους οποίους οι προσβληθείσες οικοδομικές άδειες αντίκεινται ευθέως στα άρθρα 24 του Συντάγματος και 9 του ν. 3208/2003, ως συνεπαγόμενες επιδείνωση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής και μεταβολή του προορισμού ιδιωτικού δάσους χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Συντάγματος και του νόμου, προεχόντως διότι οι λόγοι αυτοί ανάγονται στον παραπάνω χαρακτηρισμό του επίδικου χώρου με το από 15.4.1988 π. δ/γμα, του οποίου η νομιμότητα κατά τούτο δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως κατά τα ήδη εκτεθέντα. Είναι, επομένως, αβάσιμος ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο αμφισβητείται η ορθότητα της παραπάνω κρίσης του Διοικητικού Εφετείου. Τέλος, είναι απορριπτέος και ο λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρώς ο προβληθείς με πρόσθετο δικόγραφο λόγος ακυρώσεως ότι το προαναφερόμενο από 15.4.1988 π. δ/γμα εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί ειδική επιστημονική μελέτη, προεχόντως διότι και ο λόγος αυτός εφέσεως αναφέρεται σε πλημμέλεια του ως άνω διατάγματος που δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως.
8. Επειδή, όταν συντρέχουν οι κατά το Σύνταγμά και τον ΓΟΚ προϋποθέσεις, η έκδοση οικοδομικής άδειας δεν καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αλλά είναι υποχρεωτική γι΄ αυτήν (ΣτΕ 3871/2004, 2618/2001, 2162/2000). Ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι οι οικοδομικές άδειες εκδίδονται κατά δέσμια αρμοδιότητα και απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως ότι οι ως άνω άδειες εκδόθηκαν κατά κατάχρηση εξουσίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, από τους εφεσίβλητους Γ. Μ. και Ε.C. Μ. και τις εφεσίβλητες εταιρείες με την επωνυμία «Δ. C. Α.Ε.» και «T. ΑΚΤΕΞΕ» υποβλήθηκαν εκθέσεις του αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Σ. για την κοπή πέντε δένδρων προκειμένου να ανεγερθεί διώροφη κατοικίας, με ισόγειο, κολυμβητική δεξαμενή και υπόγειο γκαράζ, και για την κοπή 22 δένδρων, προκειμένου να ανεγερθούν τέσσερις τριώροφες κατοικίες με υπόγεια γκαράζ, συνοδευόμενες αντιστοίχως από σχετικά διαγράμματα του Δεκεμβρίου 2005. Κατά τις εκθέσεις αυτές «το οικόπεδο (όπως και η ευρύτερη περιοχή) χαρακτηρίζεται από πυκνή βλάστηση που αποτελείται κύρια από κυπαρίσσια (37) και πεύκα (9). Επίσης, υπάρχουν λίγες μικρές ελιές και δύο άγριες συκιές». Στην πρώτη από τις εκθέσεις αυτές, που αφορά την κάθετη ιδιοκτησία 2, αναφέρεται ότι «πεύκα αναπτύσσονται σε όλο το μήκος της περιμέτρου του οικοπέδου εκτός της ρυμοτομικής γραμμής, επί του πεζοδρομίου. Στο τμήμα του οικοπέδου… στο οποίο θα πραγματοποιηθεί το έργο, αντιστοιχούν 13 από τα κυπαρίσσια και 4 πεύκα, τα οποία βρίσκονται επί το πλείστον στην περιφέρεια του. Όπως φαίνεται και στο συνημμένο Τοπογραφικό Διάγραμμα τα προς κοπή δένδρα, τέσσερα (4) πεύκα και ένα (1) κυπαρίσσι, βρίσκονται μέσα στο περίγραμμα των εκσκαφών της κατοικίας, στη ζώνη επιρροής της ράμπας του υπόγειου χώρου στάθμευσης και στο σκάμμα της κολυμβητικής δεξαμενής». Στη δεύτερη έκθεση, που αφορά την κάθετη ιδιοκτησία 1, στην οποία προβλέπεται η ανέγερση των ως άνω τεσσάρων τριώροφων κατοικιών, αναφέρεται ότι «στο τμήμα του οικοπέδου…στο οποίο θα πραγματοποιηθεί το έργο, αντιστοιχούν 24 από τα κυπαρίσσια και 5 πεύκα, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στην επιφάνεια του. Παρά τη συνειδητή απόφαση να μην εκφραστεί η κάθε ιδιοκτησία χωριστά (μεγάλη εξάπλωση στο οικόπεδο-κατακερματισμός των όγκων) δεν αποφεύχθηκε τελικά η κοπή αρκετών δένδρων, 22 στο σύνολο τους. Από αυτά τα 5 είναι πεύκα και τα υπόλοιπα κυπαρίσσια. Όπως φαίνεται και στο συνημμένο Τοπογραφικό Διάγραμμα τα προς κοπή δένδρα βρίσκονται όλα μέσα στο περίγραμμα των κατοικιών και) των υπογείων τους, καθώς και μέσα στις ζώνες επιρροής των ραμπών και των εξωστών». Και στις δύο εκθέσεις επισημαίνεται ότι «Πρόθεση της μελέτης (Τοπογραφικό Διάγραμμα Αρχιτεκτονικής Μελέτης) είναι η διατήρηση του χαρακτήρα του πράσινου προαστίου, με την προσθήκη νέων δένδρων στο οικόπεδο, τόσο στα προκήπια, όσο και στους υπόλοιπους υποχρεωτικά ακάλυπτους χώρους. Ειδική μέριμνα θα δοθεί τόσο στην προστασία των υπαρχόντων δένδρων κατά τη διάρκεια της κατασκευής». Οι εκθέσεις αυτές εγκρίθηκαν με τις 10/14.3.2006 και 12/28.3.2006, αντιστοίχως, πράξεις της Επιτροπής Ενάσκησης Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 670/7.6.2006 και 778/5.7.2006 οικοδομικές άδειες- άδειες κοπής δένδρων. Ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου των εκθέσεων και των διαγραμμάτων που τις συνοδεύουν, οι επίδικες άδειες εκδόθηκαν νομίμως, μετά από έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς την αναγκαιότητα κοπής δένδρων με βάση τα αναφερόμενα στη σκέψη 5 κατά νόμον κριτήρια για την αρμονική ένταξη των οικοδομών στο φυσικό περιβάλλον και για την ελάχιστη δυνατή επέμβαση στα υπάρχοντα δένδρα, χωρίς να αναιρείται το καθ’ εαυτό δικαίωμα του ιδιοκτήτη για οικοδόμηση. Συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο ως αβάσιμοι οι περί αναιτιολόγητου των επίδικων αδειών κοπής δένδρων, αντιθέσεως αυτών προς το άρθρο 25 του Συντάγματος και περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας λόγοι ακυρώσεως. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους πλήττεται η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου Κ. Μενουδάκου και της Παρέδρου Ολ. Παπαδοπούλου με τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω εκθέσεις του αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Σ. δεν αιτιολογείται επαρκώς η ανάγκη κοπής των δένδρων στους χώρους, τους οποίους καταλαμβάνουν η κολυμβητική δεξαμενή, οι χώροι στάθμευσης και πρόσβασης σ’ αυτούς και επομένως, είναι κατά τούτο βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως.
9. Επειδή, κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση.
ΣτΕ 4267/2009
[Νόμιμη Ε.Π.Ο. για έργο της ΔΕΗ]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Αικ. Σακελλαροπούλου
Δικηγόροι: Ν. Κυριακόπουλος, Αθ. Αλεφάντη
Ενόψει αφενός των διαπιστώσεων και αξιολογήσεων οι οποίες περιέχονται στις ΜΠΕ που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, και εκτιμήθηκαν από τη Διοίκηση κατά την έκδοσή της και αφετέρου των αντίστοιχων περιβαλλοντικών όρων που επιβάλλονται με την απόφαση αυτή -και δεδομένου ότι η ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων ως προς την επίδραση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου στο ανθρωπογενές περιβάλλον, δεν ανατρέπεται από τυχόν προσκομιζόμενα από τον αιτούντα στοιχεία ούτε από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου- αβάσιμα προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας κινδύνου για την υγεία των κατοίκων της περιοχής από την εκτέλεση των επίδικων έργων λόγω της επίδρασης των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων.
Εκτός από τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, έχουν εντοπιστεί και αξιολογηθεί και οι γενικότερες βασικές επιπτώσεις στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής από την πραγματοποίηση των επίδικων έργων και έχουν προταθεί μέτρα για την πρόληψη ή μείωση των τυχόν αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, τα οποία έχουν περιληφθεί στην προσβαλλόμενη κοινή υπουργική, απόφαση. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται πλημμέλεια ούτε από αυτή την άποψη, ενώ συνεκτιμήθηκε και ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από την κατασκευή των επίδικων έργων της περιοχής.
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει ούτε επειδή τμήμα των έργων βρίσκεται στην ευρύτερη προστατευόμενη περιοχή των λιμνών Κορώνειας-Βόλβης, για την οποία είχε εκπονηθεί ειδική περιβαλλοντική μελέτη, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εξετάσθηκε στο στάδιο της Π.Π.Ε.Α. Επίσης, η ΚΥΑ για το χαρακτηρισμό των περιοχών των λιμνών Βόλβης-Κορώνειας και Μακεδονικών Τεμπών ως Εθνικού Πάρκου που εκδόθηκε στη συνέχει προβλέπει ότι εξαιρούνται από τις απαγορεύσεις των διατάξεών της έργα για τα οποία είχαν εκδοθεί αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 4.5.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. 130948/22.12.2003 κοινής αποφάσεως των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Γεωργίας, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για τα έργα: «Είσοδος της Υφισταμένης Γραμμής Μεταφοράς 400 KV ΚΥΤ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΚΥΤ ΑΜΥΝΤΑΙΟΥ στο ΚΥΤ ΛΑΓΚΑΔΑ», «Παραλλαγή της Γ.Μ. 400 KV ΚΥΤ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΚΥΤ ΦΙΛΙΠΠΩΝ (Είσοδος – έξοδος) στο ΚΥΤ ΛΑΓΚΑΔΑ» και «ΚΥΤ ΛΑΓΚΑΔΑ».
3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν με προφανές έννομο συμφέρον, αφενός η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.), φορέας εκτέλεσης και λειτουργίας των επίδικων έργων και αφετέρου η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας «ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.», που έχει σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ Α΄286), την αποκλειστική αρμοδιότητα διαχείρισης του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη την χώρα (ΣτΕ Ολ. 1672/2005).
4. Επειδή, ο αιτών Δήμος ασκεί με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση, δεδομένου ότι τμήμα της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αφορά η προσβαλλόμενη πράξη διέρχεται από τα διοικητικά του όρια, το δε Κέντρο Υπερυψηλής Τάσης (ΚΥΤ) Λαγκαδά θα κατασκευασθεί σε ακίνητο που βρίσκεται επίσης στην περιφέρεια του Δήμου αυτού και, συγκεκριμένα στη θέση «Ηρακλεινά».
5. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει γνωστοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής αποφάσεων, στον αιτούντα Δήμο ούτε συνάγεται τεκμήριο γνώσεως από μέρους του της αποφάσεως αυτής σε χρόνο απώτερο των εξήντα ημερών πριν την κατάθεση της αιτήσεως ακυρώσεως (2.6.2004), ενόψει και του χρονικού διαστήματος, ανερχομένου σε έξι περίπου μήνες, που μεσολάβησε από το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως (22.12.2003) έως την κατάθεση της αιτήσεως και του γεγονότος ότι δεν προκύπτει από το φάκελο η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας της παραπάνω πράξεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 της ισχυούσης κατά την έκδοση της πράξεως αυτής ΚΥΑ Η.Π. 37111/2021/26.9.2003 (Β΄ 1391). Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως και τα περί του αντιθέτου προσβαλλόμενα από τους παρεμβαίνοντες πρέπει να απορριφθούν.
6. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξη του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων … Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον”. Εξ άλλου στην παρ. 1 του άρθρου 106 του Συντάγματος ορίζεται ότι “για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας”. Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως περιέχουν, εξ άλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, κυρωθείσα με το ν. 2691/1999 (ΦΕΚ 47 τ. Α΄) και τεθείσα σε ισχύ από 1.5.1999 (βλ. ανακοίνωση της 6.4.1999, ΦΕΚ 87 τ. Α’). Ειδικότερα στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζεται ως στόχος της Ενώσεως και η επίτευξη ισόρροπου και αειφόρου αναπτύξεως (προοίμιο και άρθρο Β), στη δε Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ορίζεται στο άρθρο 2, ότι “η Κοινότητα έχει ως αποστολή … να προάγει στο σύνολο της Κοινότητας την αρμονική, ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων … υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας” ζωής …” και στην παρ. 2 του άρθρου 174 ότι “η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας” και ότι “στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή …. Σε συμμόρφωση προς την ως άνω συνταγματική επιταγή εκδόθηκε ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (Α’ 160), στο άρθρο 3 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται η κατάταξη των δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε τρεις κατηγορίες με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του αρμοδίου κατά περίπτωση υπουργού. Στην παρ. 2 ορίζεται ότι η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της έκτασης τους είναι πιθανόν να προκαλέσουν σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που, χωρίς να προκαλούν σοβαρούς κινδύνους ή οχλήσεις, πρέπει να υποβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος σε γενική προδιαγραφή, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι την πραγματοποίηση νέων ή την επέκταση έργων που εμπίπτουν στις κατηγορίες του προηγουμένου άρθρου, επιβάλλεται η προηγούμενη έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση άδειας εγκαταστάσεως. Στις παρ. 2 και 3, αντιστοίχως, ορίζεται ότι για μεν τα έργα και δραστηριότητες της α’ κατηγορίας αρμόδιος για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων είναι ο Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. με τους κατά περίπτωση συναρμοδίους υπουργούς, ενώ για τα έργα της β’ κατηγορίας αρμόδιος είναι ο οικείος νομάρχης. Στην εκδοθείσα δε βάσει των μνημονευθεισών διατάξεων του ν. 1650/86 κοινή υπουργική απόφαση 69269/5387/1990 (Β’ 678) ορίζεται ως υποχρεωτική η σύνταξη μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τα έργα της α’ κατηγορίας (αρθρ. 6) και καθορίζεται η διαδικασία της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για τα έργα της α’ κατηγορίας (άρθρο 9 και Πίνακας 1 του άρθρου 16) και για τα έργα της β’ κατηγορίας (άρθρο 10 και πίνακας 3 του άρθρου 16). Στο άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής απαριθμούνται τα έργα και οι δραστηριότητες που κατατάσσονται στην πρώτη (Α) κατηγορία, υποδιαιρούμενα σε δύο επί μέρους ομάδες (ομάδες Ι και ΙΙ), μεταξύ δε εκείνων που ανήκουν στην ομάδα II περιλαμβάνεται και η «μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας με εναέρια καλώδια εφόσον η τάση του μεταφερομένου ηλεκτρικού ρεύματος είναι ίση ή μεγαλύτερη των 150KV» (παράγρ. 3 περίπτ. β της ομάδος ΙΙ), όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της απόφασης 84230/12.4.1996 των Υπουργών Ανάπτυξης και ΠΕΧΩΔΕ (Β΄ 906). Ο ν. 1650/1986 τροποποιήθηκε με το ν. 3010/2002 «Εναρμόνιση του ν. 1650/1986 με τις Οδηγίες 97/11 ΕΕ και 96/61 ΕΕ … κ.λπ.» (Α’ 91). Ο διατάξεις όμως του νέου νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β και 2 αυτού, δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων εκκρεμείς κατά τη δημοσίευσή του, κατά τις οποίες η σχετική αίτηση, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα κατά νόμο δικαιολογητικά, είχε υποβληθεί πριν από την έκδοση της κοινής υπουργικής αποφάσεως Η.Π. 11014/703/Φ.104/14.3.2003 (Β΄332), η έκδοση της οποίας προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγρ. 10α του ν. 1650/86, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3010/2002 (πρβλ. ΣτΕ 3854/2005, 1367/2006).
7. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου β’ της παραγρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1650/1986 καιτης παραγρ. 4 του άρθρου 9 της υπ’ αριθμ. 69269/1990 κοινής υπουργικής αποφάσεως, η οποία είναι εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη μεταβατική διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3010/2002, προκειμένου για έργα ή δραστηριότητες της Α΄ κατηγορίας, όπως το επίμαχο έργο, οι λοιποί, εκτός από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, συναρμόδιοι υπουργοί για την έκδοση αποφάσεων εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων προσδιορίζονται όχι με κριτήριο τις γενικότερες επιπτώσεις από το προβλεπόμενη έργο ή δραστηριότητα, αλλά με βάση το αντικείμενο και τη φύση τους. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ενόψει της φύσης και του αντικειμένου του επίμαχου έργου, δεν συνέτρεχε συναρμοδιότητα του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας για την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, είναι δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο οι αιτούντες προβάλλουν το αντίθετο, επικαλούμενοι απειλή της υγείας των
κατοίκων της περιοχής από την πραγματοποίηση του ως άνω έργου (ΣτΕ 3854/2005, 1680/2002 Ολομ., 3445/1998 Ολομ.).
8. Επειδή, με τις παρατεθείσες στη σκέψη 6 διατάξεις το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθή σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων σε βάθος χρόνου υπέρ και των επομένων γενεών. Όπως δε προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο συντακτικός νομοθέτης, ανήγαγε σε αντικείμενο υποχρεωτικής κρατικής προστασίας το φυσικό περιβάλλον και μάλιστα δεν αρκέστηκε να επιβάλλει στα έχοντα τη σχετική αρμοδιότητα όργανα του Κράτους την υποχρέωση να θεσπίζουν απαγορεύσεις για την προστασία του, αλλά και να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του ως άνω προστατευομένου αγαθού και ειδικότερα να λαμβάνουν τα εκάστοτε απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα, παρεμβαίνοντα στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη, εξ άλλου, των εν λόγω μέτρων προς διαφύλαξη του περιβάλλοντος, τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατά την έννοιαν της συνταγματικής αυτής διατάξεως, να προβαίνουν σε εκτίμηση και στάθμιση και άλλων παραγόντων, αναγομένων στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως είναι οι συνδεόμενοι προς τους σκοπούς της αξιοποιήσεως του εθνικού πλούτου, της ενισχύσεως της περιφερειακής ανάπτυξης, της αρμονικής και ισόρροπης ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων της ανόδου του βιοτικού επιπέδου και της βελτιώσεως της ποιότητος της ζωής και να επιδιώκουν την παράλληλη ικανοποίηση και των εν λόγω σκοπών. Η επιδίωξη όμως της ικανοποιήσεως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευομένων αντιστοίχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποίαν απέβλεψε ο συντακτικός, αλλά και ο κοινοτικός νομοθέτης. Κατά την στάθμιση δε αυτή, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει, κατ’ εφαρμογή των απορρεουσών εκ των ανωτέρω διατάξεων αρχών της προλήψεως και προφυλάξεως στον τομέα προστασίας του περιβάλλοντος, να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία του συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη της συγκεκριμένης δραστηριότητος και να παρέχουν την έγκρισή τους μόνον αν διαπιστώνουν αιτιολογημένα ότι τα προσδοκώμενα οφέλη από το εν λόγω έργο ή δραστηριότητα υπερακοντίζουν τις επαπειλούμενες, λόγω του κατά τα ανωτέρω κινδύνου, δυσμενείς για το περιβάλλον συνέπειες. Στις δυσμενείς αυτές συνέπειες περιλαμβάνονται και οι απειλούμενες από ενδεχομένη πλημμελή λειτουργία του έργου ή πλημμελή ανάπτυξη της δραστηριότητας. Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου η εν λόγω στάθμιση να γίνεται κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευομένων εννόμων αγαθών, πρέπει να συνεκτιμώνται από τα αρμόδια όργανα και να προκύπτουν από το σχετικό φάκελο κατά τρόπο επαρκή τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η σχετική κρίση τους, σχετικά με τον τρόπο κατασκευής και λειτουργίας του συγκεκριμένου έργου, και με τον ειδικότερο χαρακτήρα του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από το έργο αυτό, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη στάθμιση συναρτάται εκάστοτε προς το είδος και την έκταση της επαπειλουμένης βλάβης και την φύση της εξυπηρετουμένης δια της εκτελέσεως του έργου ανάγκης (ΣτΕ Ολομ. 1672/2005).
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το επίμαχο έργο αποτελείται από τρία επιμέρους έργα: την κατασκευή του Κέντρου Υψηλής Τάσης (ΚΥΤ) Λαγκαδά, την εγκατάσταση γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας για τη σύνδεσή του με το δίκτυο της ΔΕΗ και την αναδιάταξη γραμμών μεταφοράς ενόψει της κατασκευής του νέου ΚΥΤ Λαγκαδά. Το έργο αυτό εμπίπτει στην Ομάδα ΙΙ της πρώτης (Α) κατηγορίας της εφαρμοστέας εν προκειμένω κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 9, κυα 69269/1996 (μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας με εναέρια καλώδια) εφόσον η τάση του μεταφερόμενου ηλεκτρικού ρεύματος είναι μεγαλύτερη των 150 KV. Στόχος του έργου είναι η εξασφάλιση συνεχούς τροφοδότησης των ήδη υφιστάμενων υποσταθμών στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ προβλέπεται να συμβάλει καθοριστικά στη διακίνηση ενέργειας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και μελλοντικά της Βουλγαρίας. Με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 83545/11.9.2002 και 84133/23.9.2002 πράξεις του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. διατυπώθηκαν θετικές γνωμοδοτήσεις, στο πλαίσιο της διαδικασίας Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, αφενός ως προς την κατασκευή και λειτουργία του ΚΥΤ Λαγκαδά και αφετέρου ως προς την εγκατάσταση και αναδιάταξη γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αντιστοίχως. Εν συνεχεία με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 20802/12.2.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Νέων Έργων Μεταφοράς της ΔΕΗ ΑΕ υποβλήθηκαν στην Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΥΠΕ) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. η από Φεβρουάριο 2003 Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) των Μηχανικών Κων/νου Καούσια και Σπυρ. Ραυτόπουλου και η από Απρίλιο 2002 Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Μηχανικού Κ. Καραμάνη, με σκοπό την έγκριση των όρων και προϋποθέσεων κατασκευής και λειτουργίας των παραπάνω τριών έργων από τα κατά νόμο συναρμόδια όργανα. Αντίγραφα των εν λόγω μελετών διαβιβάστηκαν, στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης, τη Δ/νση Υγιεινής Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, τη Δ/νση Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, το Υπουργείο Πολιτισμού και τη Διεύθυνση Υγιεινής Περιβάλλοντος του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, προκειμένου να ενημερωθεί το κοινό και να διατυπώσουν οι παραπάνω συναρμόδιες υπηρεσίες τις απόψεις τους επί του περιεχομένου των εν λόγω μελετών. Όλοι οι παραπάνω φορείς διατύπωσαν θετικές καταρχήν γνωμοδοτήσεις, εξαιρουμένου του Νομαρχιακού Συμβουλίου της Ν.Α. Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 252/26.6.2003 απόφαση, εξέφρασε αρνητική γνώμη για την κατασκευή και λειτουργία των εν λόγω έργων, λόγω πιθανών αρνητικών επιπτώσεων σε βάρος της υγείας των κατοίκων της περιοχής χωροθέτησης των έργων. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 130948/22.12.2003 κοινή υπουργική απόφαση. Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες Μ.Π.Ε. την παρ. 21 της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη έγγραφα αρμοδίων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων το 98415/1451/15.4.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Αισθητικών Δασών, Δρυμών και Θήρας του Υπουργείου Γεωργίας, το 126636/1226.30.5.2003 έγγραφο της Δ/νσης Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας και την από 5.5.2003 εισήγηση της Διεύθυνσης Προστασίας Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης προς τη Νομαρχιακή Επιτροπή, καθώς και από τα έγγραφα 100796/27.1.2006 και 9186/1.3.2006 της Ειδικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου, αντιστοίχως, του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, στο μεγαλύτερο μέρος της η γραμμή της σύνδεσης του ΚΥΤ Λαγκαδά με την υφιστάμενη γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας 400 KV ΚΥΤ Θεσσαλονίκης – ΚΥΤ Αμύνταιου διέρχεται από πεδινές καλλιεργούμενες εκτάσεις (σιτηρά και ελάχιστους αμπελώνες) και στο υπόλοιπο μέρος της από ημιορεινές με σχετικά ήπιο ανάγλυφο εκτάσεις και η χάραξη αυτής δεν διέρχεται πλησίον οικισμών ή μεμονωμένων κτισμάτων, η δε θέση εγκατάστασης του ΚΥΤ Λαγκαδά 400/150 KV, βρίσκεται σε εκτός σχεδίου περιοχή της εδαφικής περιφέρειας του Δήμου Ασσήρου Νομού Θεσσαλονίκης και ειδικότερα σε ιδιωτική έκταση 394.500 τ.μ. περίπου που αποτελείται από καλλιεργούμενα αγροτεμάχια (σιτηρά) σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τον οικισμό Ασσήρου και μακριά από κατοικημένες περιοχές, κτίσματα ή άλλες κατασκευές. Εξάλλου, στο πλαίσιο της κατάρτισης της από Απρίλιο 2002 Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Μηχανικού Κ. Κ. για το ΚΥΤ Λαγκαδά εκπονήθηκε από το Εργαστήριο Παραγωγής, Μεταφοράς, Διανομής και Χρησιμοποίησης Ηλεκτρικής Ενέργειας του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, υπό τον καθηγητή Δ.Τ. επιστημονική μελέτη με τίτλο «Το Ηλεκτρικό και Μαγνητικό Πεδίο στο Περιβάλλον του ΚΥΤ Λαγκαδά» (βλ. Παράρτημα 5 της από Απρίλιο 2005 Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Μηχανικού Κ.Κ., καθώς και τα αναφερόμενα στις σελ. 25 – 29 της ως άνω Μ.Π.Ε. υπό τον τίτλο «Ανθρώπινη Υγεία»), τα αποτελέσματα δε της μελέτης έδειξαν, ότι, οι μέγιστες τιμές των εντάσεων του ηλεκτρικού και μαγνητικού πεδίου στο όριο της περίφραξης του ΚΥΤ Λαγκαδά εκτός ζώνης δουλείας των Γραμμών Μεταφοράς και στο όριο της περίφραξης κάτω από τις Γραμμές Μεταφοράς 400 ΚV, με την παραδοχή ταυτόχρονης λειτουργίας όλων των κυκλωμάτων με τη μέγιστη ισχύ τους, είναι κατώτερες σε σχέση με τις επιτρεπόμενες οριακές τιμές για συνεχή έκθεση του κοινού και για επαγγελματική απασχόληση της Ελληνικής Νομοθεσίας [Κ.Υ.Α. 3060 (ΦΟΡ) 238/28.3.2002 «Μέτρα προφύλαξης του κοινού από τη λειτουργία διατάξεων εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών πεδίων χαμηλών συχνοτήτων», ΦΕΚ Β’ 512/25.4.2002] και των Ευρωπαϊκών και Διεθνών Προδιαγραφών προστασίας των ανθρώπων έναντι ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων συχνότητας 50 Ηz για συνεχή έκθεση του κοινού και για έκθεση κατά την επαγγελματική απασχόληση [Οδηγία της Διεθνούς Επιτροπής Προστασίας έναντι Μη Ιονίζουσας Ακτινοβολίας (ICNIRΡ), Απρίλιος 1998, η οποία συνεργάζεται με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) και Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Ιουλίου 1999 «περί του περιορισμού της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία (0 Ηz – 300 GHz)». Εξάλλου, στην από Φεβρουάριο 2003 Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των Μηχανικών Κ.Κ. και Σ.Ρ. για τις γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο ΚΥΤ Λαγκαδά ενσωματώνεται, ως Παράρτημα 5 αυτής, επιστημονική μελέτη του Εργαστηρίου Παραγωγής, Μεταφοράς. Διανομής και Χρησιμοποίησης Ηλεκτρικής Ενέργειας του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών Πανεπιστημίου Πατρών, υπό τον καθηγητή Δ. Τσανάκα, με τίτλο «Το Ηλεκτρικό και το Μαγνητικό Πεδίο των Γραμμών 400 ΚV στην Περιοχή του ΚΥΤ Λαγκαδά ως Περιβαλλοντικοί Παράγοντες», με την οποία, κατόπιν υπολογισμού των μέγιστων δυνατών τιμών της έντασης του ηλεκτρικού πεδίου και της μαγνητικής επαγωγής στο περιβάλλον των γραμμών 400 KV στην περιοχή του ΚΥΤ Λαγκαδά, υπό τις αυστηρές παραδοχές, κατά τις οποίες όλες οι γραμμές διαρρέονται από τις μέγιστες δυνατές εντάσεις λειτουργίας τους, η δε απόσταση των αγωγών από το έδαφος είναι η ελάχιστη δυνατή και τα σημεία υπολογισμού απέχουν από το έδαφος 2m, διαπιστώνεται ότι οι μέγιστες δυνατές τιμές της έντασης του ηλεκτρικού πεδίου ικανοποιούν ακόμη και τα αυστηρότερα όρια για τη συνεχή έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η εν λόγω μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι απαιτήσεις για την προστασία των ανθρώπων έναντι των ηλεκτρικών και μαγνητικών πεδίων των γραμμών 400 ΚV στο περιβάλλον του ΚΥΤ Λαγκαδά, αφού οι μέγιστες δυνατές τιμές των πεδιακών εντάσεων σε θέσεις προσιτές στους ανθρώπους είναι μικρότερες ακόμη και από τα όρια για τη συνεχή έκθεση του κοινού. Στο ίδιο δε το κείμενο της παραπάνω Μ.Π.Ε. των Μηχανικών Κων/νου Καούσια και Σπυρ. Ραυτόπουλου περιέχεται η κρίση, υπό τον τίτλο «Ηλεκτρικό και Μαγνητικό Πεδίο των Γραμμών – Ανθρώπινη Υγεία» (σελ. 35-38), ότι οι γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας του ελληνικού συστήματος δεν υπερβαίνουν τα όρια έντασης του ηλεκτρικού φορτίου και της μαγνητικής επαγωγής του παραπάνω θεσμικού πλαισίου για τη συνεχή έκθεση του κοινού σε πεδία συχνότητας 50 Ηz, ότι δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία σε θέσεις προσιτές για το κοινό κάτω από τη γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, πολλώ δε μάλλον σε αποστάσεις δεκάδων μέτρων από τον άξονα της γραμμής, όπου οι τιμές τόσο του ηλεκτρικού όσο και του μαγνητικού πεδίου ελαχιστοποιούνται και πρακτικά εκμηδενίζονται. Τέλος, με την προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση τήρησης των ορίων ασφάλειας που καθορίζονται στην παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 12.7.1999 και την προαναφερόμενη Οδηγία της Διεθνούς Επιτροπής Προστασίας έναντι της ιονίζουσας ακτινοβολίας του Απριλίου 1998 για τα περαιτέρω επιβάλλεται η διεξαγωγή μετρήσεων της στάθμης του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, με ευθύνη της ΔΕΗ Α.Ε., σε δύο τουλάχιστον σημεία της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με την έναρξη λειτουργίας του έργου και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατόπιν της έναρξης λειτουργίας, αντίστοιχη δε υποχρέωση προβλέπεται και για το ΚΥΤ Λαγκαδά με την διενέργεια μετρήσεων σε τρία τουλάχιστον σημεία περιφερειακά του χώρου του ΚΥΤ, καθώς και κοινοποίηση των μετρήσεων αυτών στην ΕΥΠΕ του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και στη Δ/νση Υγιεινής Περιβάλλοντος του Υπουργείου Υγείας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται υπέρβαση των θεσμοθετημένων ορίων και αν συντρέχει ανάγκη επιβολής πρόσθετων μέτρων τεχνικού, πολεοδομικού ή άλλου χαρακτήρα για την προστασία της ποιότητας ζωής και του περιβάλλοντος. Ενόψει των παραπάνω διαπιστώσεων και αξιολογήσεων που περιέχονται στις συνοδεύουσες την προσβαλλόμενη πράξη Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, τα οποία εκτίμησε η Διοίκηση κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης και των αντίστοιχων περιβαλλοντικών όρων που επιβάλλονται με την απόφαση αυτή, και δεδομένου ότι η ακρίβεια των παραπάνω αναλυτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, όσον αφορά την επίδραση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου επί του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, δεν ανατρέπεται από τυχόν προσκομιζόμενα από τον αιτούντα Δήμο στοιχεία, ούτε από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο ο Δήμος προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης επικαλούμενος κίνδυνο για την υγεία των κατοίκων της περιοχής από την εκτέλεση των επίδικων έργων λόγω της επίδρασης των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, σε συνδυασμό με τις παραπάνω Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, προκύπτει ότι, εκτός από τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, έχουν εντοπιστεί και αξιολογηθεί και οι γενικότερες βασικές επιπτώσεις στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής από την πραγματοποίηση των επίδικων έργων και έχουν προταθεί μέτρα για την πρόληψη ή μείωση των τυχόν αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, τα οποία έχουν περιληφθεί στην προσβαλλόμενη κοινή υπουργική, απόφαση. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη από τα αρμόδια όργανα και συνεκτιμήθηκε αφενός ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος προσδοκάται ότι θα εξυπηρετηθεί από την κατασκευή των επίδικων έργων, ήτοι η ενίσχυση της ηλεκτροδότησης του βορειοανατολικού τμήματος Μακεδονίας και Θράκης, καθώς και της διασύνδεσης Ελλάδας-Τουρκίας για την κάλυψη των ολοένα αυξημένων αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια των καταναλωτών, την αναβάθμιση της αξιοπιστίας του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και την αντιμετώπιση μιας σειράς από τεχνικά προβλήματα, όπως είναι η φόρτιση του υφιστάμενου ΚΥΤ Θεσσαλονίκης, η προστασία του εξοπλισμού από υπερβάσεις των επιτρεπόμενων ορίων αντοχής στις τιμές των ρευμάτων βραχυκύκλωσης, οι απώλειες κ.λπ., δεδομένης και της έλλειψης δυνατότητας περαιτέρω ανάπτυξης του υπάρχοντος ΚΥΤ Θεσσαλονίκης με νέους αυτόματους μετασχηματιστές (ΑΜ/Σ) και ένταξης νέων γραμμών μεταφοράς 150 ΚV ή 400 ΚV και αφετέρου ο τρόπος κατασκευής και λειτουργίας των συγκεκριμένων έργων, ώστε να προληφθούν ή να μειωθούν οι αναμενόμενες αρνητικές επιδράσεις επί του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, κατόπιν αναζήτησης και αξιολόγησης περισσότερων εφικτών εναλλακτικών λύσεων ως προς την όδευση της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και την εγκατάσταση του ΚΥΤ Λαγκαδά, προκειμένου να εξευρεθεί η καταλληλότερη και πλέον ενδεδειγμένη με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και κριτήρια ανάγονται σε οικονομοτεχνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους η έγκριση των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των επίδικων έργων αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθούν.
10. Επειδή, όπως έχει κριθεί, η προστασία που παρέχουν τα άρθρα 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 της υπογραφείσης την 2.2.1971 υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. στο Ραμσάρ του Ιράν Διεθνούς Συμφωνίας περί προστασίας των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 191/1974 (ΦΕΚ Α’ 350), στους υγροτόπους, και κυρίως στους περιληφθέντες στον σχετικό πίνακα, συνίσταται όχι μόνον στην ρητά θεσπιζόμενη υποχρέωση των συμβαλλομένων Κρατών για την συντήρηση τους, με την λήψη θετικών μέτρων, αλλά, κατά συνεκδοχή, και στην απαγόρευση κάθε βλαπτικής ενεργείας που θα μπορούσε να οδηγήσει στην υποβάθμισή τους. Ως προς το τελευταίο αυτό αρνητικής μορφής περιεχόμενο της παρεχομένης προστασίας, οι σχετικές διατάξεις της Συμφωνίας του Ραμσάρ είναι αυτάρκεις και έχουν αυτοδύναμη εφαρμογή. (ΣτΕ 769/2005 7/λούς, 2343/1987). Και ναι μεν η εφαρμογή τους προϋποθέτει, κατ΄ αρχήν, την κατά τρόπο σαφή επι χάρτου οριοθέτησή τους, αν όμως, δεν αμφισβητείται ότι συγκεκριμένη έκταση εμπίπτει σε προστατευόμενο υγρότοπο, όπως συμβαίνει κατ’ εξοχήν όταν η ευρύτερη περιοχή, με μεταγενέστερη πράξη, οριοθετείται επακριβώς για λόγους προστασίας της κατά την Συμφωνία του Ραμσάρ και καθορίζονται μέτρα και όροι προστασίας της, η έλλειψη, κατά ένα προγενέστερο χρονικό σημείο, της ως άνω οριοθετήσεως δεν στερεί την έκταση της κατά την Συμφωνία προστασίας της, τουλάχιστον στο μιεταγενεστέρως καθοριζόμενο εύρος της, εφ΄όσον με τον μεταγενέστερο αυτόν καθορισμό απλώς διαπιστώνεται και καθίσταται συγκεκριμένη η, προϋπάρχουσα ήδη από τον χαρακτηρισμό της περιοχής, ανάγκη προστασίας της (ΣτΕ 3337/2005).
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είχε οριοθετηθεί η περιοχή προστασίας του οικοσυστήματος των λιμνών Βόλβης-Κορώνειας και δεν είχαν καθορισθεί όροι προστασίας του, στο υπ’ αριθ. 126122/1918/22.5.2003 έγγραφο, όμως της Γενικής Δ/νσης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο εκφράζεται η σύμφωνη γνώμη της υπηρεσίας για την προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων των επίμαχων έργων, αναφέρεται ότι τμήμα των έργων που αφορά την είσοδο-έξοδο της γραμμής μεταφοράς στο ΚΥΤ Λαγκαδά βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή των λιμνών Κορώνειας-Βόλβης, για την οποία έχει εκπονηθεί ειδική περιβαλλοντική μελέτη, συγκεκριμένα εντός της κατά τη μελέτη αυτή περιφερειακής ζώνης Γ΄. Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δημοσιεύθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 6919/11.2.2004 για το χαρακτηρισμό των περιοχών των λιμνών Βόλβης-Κορώνειας και Μακεδονικών Τεμπών ως Εθνικού Πάρκου και τον καθορισμό ζωνών προστασίας, χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης (Δ΄ 248/5.3.2004). Στο άρθρο 4 της απόφασης αυτής προβλέπεται ότι εξαιρούνται των απαγορεύσεων των διατάξεών της έργα για τα οποία έχουν εκδοθεί αποφάσεις περιβαλλοντικών όρων, με τη δυνατότητα επιβολής πρόσθετων περιβαλλοντικών όρων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι περιορισμοί που επιβάλλονται με την εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση χαρακτηρισμού των περιοχών των λιμνών Βόλβης-Κορώνειας ως εθνικού πάρκου δεν έχουν, πάντως, εφαρμογή εν προκειμένω. Εξάλλου, υπό τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη ο χαρακτήρας της περιοχής ως προστατευόμενης και το συμβατό της επίμαχης δραστηριότητας με το χαρακτήρα της περιοχής. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος με το πρόσθετο δικόγραφο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μη νομίμως διότι τα επίδικα έργα εμπίπτουν σε προστατευόμενη κατά τη διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ περιοχή, στην οποία η εγκατάστασή τους δεν είναι, κατά τη Σύμβαση αυτή, επιτρεπτή.
12. Επειδή, κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις.
ΣτΕ 4272/2009
[Άρση σεισμικής επικινδυνότητας οικοδομής]
Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Ελ. Αυγερινού-Φαλίδα, Μιχ. Αλεξόπουλος
Το μέτρο που επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη πράξη θεωρήθηκε μεν στη συγκεκριμένη υπόθεση επαρκές για την άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής της παρεμβαίνουσας, δεν είναι όμως σύμφωνο με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. H προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη διότι, αφού η επικινδυνότητα της κατασκευής οφείλεται σε παράβαση διατάξεων των οικοδομικών κανονισμών, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, επιβάλλεται η προσαρμογή προς τις διατάξεις αυτές και δεν είναι επιτρεπτή η λήψη μέτρων για την άρση του κινδύνου κατά παράβαση των εν λόγω γενικής εφαρμογής διατάξεων.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 12/24.2.2003 έκθεση επικινδύνου οικοδομής του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά κρίθηκε ότι η οικία των αιτούντων που βρίσκεται επί της οδού Νιρβάνα 17 στο Νέο Φάληρο είναι επικίνδυνη από άποψη δομική και στατική. Η εν λόγω έκθεση εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αυτοψίας υπαλλήλου της ανωτέρω πολεοδομικής υπηρεσίας, στην οποία αναφέρεται ότι στην οικία αυτή «διαπιστώθηκαν διαμπερείς ρηγματώσεις, σε τοίχους πλήρωσης και των 2 ορόφων προς την πλευρά του κτίσματος που γειτνιάζει με την υπό ανέγερση οικοδομή επί της οδού Νιρβάνα 15, δηλωτικές καθίζησης». Ακολούθως, κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε στις 25.2.2003 στην όμορη προς την κατοικία των αιτούντων υπό ανέγερση οικοδομή, η οποία βρίσκεται επί της οδού Νιρβάνα 15 και ανεγείρεται δυνάμει της υπ’ αριθμ. 260/2002 οικοδομικής άδειας, διαπιστώθηκε αυθαίρετη μείωση του αντισεισμικού αρμού από 11 εκατοστά σε 5 εκατοστά. Η προαναφερθείσα οικοδομική άδεια αναθεωρήθηκε με την υπ’ αριθμ. 44/6.5.2003 πράξη αναθεώρησης για αλλαγή στατικών, αρχιτεκτονικών και δημιουργία ημιϋπαίθριου χώρου στο Δ’ όροφο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ.
Η πράξη αυτή αναθεώρησης ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3319/1732/13.5.2003 πράξη του Τμήματος Οικοδομικών Αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι «ενώ είχε προηγηθεί η… υπ’ αριθμ. 11/25.2.2003 έκθεση αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών, στη μελέτη τη συνοδεύουσα την υποβληθείσα μεταγενεστέρως υπ’ αριθμ. πρωτ. 2008/19.3.2003 αίτηση για αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, εμφανίζεται κλιμακωτός αρμός πράγμα που αντίκειται στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας». Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι η «ανάκλησις οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία και ανακριβείς αποτυπώσεις της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως». Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3306/718/2.6.2003 πράξη του Νομάρχη Πειραιά, με την οποία εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση ως μικροπαράβαση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 8 του 1512/1985 η κριθείσα ως αυθαίρετη κατασκευή, συνισταμένη στην απομείωση του εύρους του αντισεισμικού αρμού. Στην εισήγηση που υιοθετήθηκε από τη θετική γνωμοδότηση του ΣΧΟΠ, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω νομαρχιακή πράξη, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η αυθαιρεσία δεν θίγει τη στατική επάρκεια του κτιρίου όσο και τον ομόρων του, η δε εξαίρεση από την κατεδάφιση είναι απαραίτητη διότι η κατεδάφιση της υπέρβασης του αρμού θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου. Κατά της απόφασης αυτής, οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 43995/24.9.2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πειραιά.
Κατά της απόφασης αυτής του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας και της ανωτέρω πράξης του Νομάρχη Πειραιά, οι αιτούντες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, που έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 2338/2004 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές αυτές πράξεις λόγω μη νομίμου και ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ενδιαμέσως, με την υπ’ αριθμ. 3951/2136/11.6.2003 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά ανακλήθηκε η αρχική υπ’ αριθμ. 260/2002 οικοδομική άδεια με την αιτιολογία ότι «στο εγκεκριμένο τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτυπώνονται κτίσματα επί των ομόρων οικοπέδων με αποτέλεσμα να προκύψει εσφαλμένος υπολογισμός του αντισεισμικού αρμού κατά την έννοια των διατάξεων …, συμφώνως προς τας οποίας, λόγω υπάρξεως ομόρου κτίσματος, το εύρος του αντισεισμικού αρμού προκύπτει 11X1,41 = 15,5 εκ. αντί των 11 εκ. που έχουν προκύψει από την στατικήν επίλυσιν του κτιρίου». Όπως διευκρινίζεται δε ρητώς στην απόφαση αυτή, η «ανάκλησις οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία και ανακριβείς αποτυπώσεις της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως». Ενόψει της ανάκλησης αυτής της οικοδομικής αδείας, με την υπ’ αριθμ. 78Α/12.11.2003 απόφαση του Τμήματος Αυθαιρέτων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, η επίμαχη οικοδομή κηρύχθηκε αυθαίρετη. Κατόπιν δε της ανωτέρω ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την υπ’ αριθμ. 2200/970/8.3.2005 πράξη της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά (ορθή επανάληψη 11308/5257/9.11.2005) ανακλήθηκε και πάλι η ανωτέρω οικοδομική άδεια, καθώς και οι υπ’ αριθμ. 34 και 108/2004 νέες πράξεις αναθεώρησής της. Μετά την έκδοση της ανωτέρω νομαρχιακής πράξεως περί εξαιρέσεως από την κατεδάφιση, με την υπ’ αριθμ. 56/12.6.2003 νέα έκθεση αυτοψίας, του Τμήματος Επικινδύνων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, με την οποία συμπληρώθηκε η προαναφερόμενη αρχική, από 12.3.2003, έκθεση αυτοψίας διαπιστώθηκε ότι έχει απομειωθεί το εύρος του σεισμικού αρμού μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου στην πολυκατοικία επί της Νιρβάνα 15 καθ’ υπέρβαση των διατάξεων του Αντισεισμικού Κανονισμού, και, ειδικότερα, ότι δεν έχει αφεθεί αρμός σε δύο υποστηλώματα που εφάπτονται της όμορης οικοδομής των αιτούντων. Κατόπιν των ανωτέρω, η εν λόγω πολυκατοικία με την υπ’ αριθμ. 42/30.6.2003 έκθεση κηρύχθηκε επικίνδυνη από άποψη στατικής λόγω μείωσης του αντισεισμικού αρμού, που προβλέπεται από την εγκεκριμένη στατική μελέτη της υπ’ αριθμ. 260/2002 οικοδομικής άδειας, από 14 εκατοστά σε 5 εκατοστά και μη τήρησης σεισμικού αρμού σε δύο υποστηλώματα, διατάχθηκαν δε οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας «να προβούν στην επισκευή των δομικών στοιχείων που παρουσιάζουν βλάβη», εντός τριών μηνών από τη νόμιμη κοινοποίηση της έκθεσης. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η υπ’ αριθμ. 47/16.7.2003 αναθεωρητική έκθεση επικινδύνου της επίμαχης οικοδομής. Ακολούθησε σειρά ενεργειών των δύο εμπλεκομένων μερών (αιτήσεις, εκθέσεις μηχανικών κ.λπ.), δηλαδή των αιτούντων και των ιδιοκτητών της υπό ανέγερση οικοδομής και, τελικά, ύστερα από σχετική αίτηση των τελευταίων προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας ο Πολιτικός Μηχανικός Κ. Ζ., ο οποίος συνέταξε την από 27.6.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι, κατά την ανέγερση της πολυκατοικίας επιδιώχθηκε να διαμορφωθεί σεισμικός αρμός 5 εκατοστών αντί του προβλεπόμενου από την αρχική μελέτη εύρους 15,5 εκατοστών ή, κατά την υπ’ αριθμ. 34/2004 πράξη αναθεώρησης της οικοδομικής αδείας, 11,5 εκατοστών και ότι από κατασκευαστική αμέλεια σε ένα τμήμα αυτής υπάρχει επαφή των πλευρών των δύο κτιρίων, γίνεται δε δεκτό ότι αν και υπάρχει ως προς το θέμα αυτό πολεοδομική παράβαση του Κτιριοδομικού Κανονισμού, «εφόσον διαμορφωθεί ο σεισμικός αρμός εύρους 5 εκατοστών σε όλη την επιφάνεια μεταξύ των δύο κτιρίων θεωρούμε ότι έχουν ληφθεί τα μέτρα προστασίας και για τα δύο κτίρια από δυσμενείς συνέπειες προσκρούσεων κατά τη διάρκεια της σεισμικής απόκρισης, όπως προβλέπει ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός. Συνεπώς δεν υπάρχει θέμα επικινδυνότητας». Μετά την κατάθεση της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης στη Διεύθυνση ΠΕΧΩ Αττικής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3495/Φ5-3/056.7.2005 έκθεση της αρμόδιας τριτοβάθμιας επιτροπής και, κατόπιν αυτής, η υπ’ αριθμ. 3565/Φ5-3/05/21.7.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Με τις αποφάσεις αυτές, αφενός μεν κρίθηκε ότι η οικοδομή αυτή δεν είναι επικίνδυνη από δομική και στατική άποψη, αφετέρου δε υποχρεώθηκαν οι ιδιοκτήτες αυτής να προβούν στην «πλήρη διαμόρφωση του αντισεισμικού αρμού 5 εκατοστών», για την ομαλή στατική λειτουργία της οικοδομής και την ασφάλεια της όμορης οικίας. Κατόπιν έφεσης των αιτούντων κατά της απόφασης αυτής, ενστάσεων του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής καθώς και υπομνημάτων των ιδίων και της εταιρείας «Χ. Λ.-Α. Χ. Ο.Ε.», ιδιοκτήτριας του ακινήτου επί της οδού Νιρβάνα 15, συγκροτήθηκε τριμελής επιτροπή για τον έλεγχο της επικινδυνότητας της επίμαχης οικοδομής, η οποία, ύστερα από αυτοψίες που πραγματοποιήθηκαν στις 21.12.2005, 7.2.2006, 5.7.2006 και 4.9.2006, συνέταξε την από 8.9.2006 τεχνική έκθεση, η οποία κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: «Α. Το κτίριο επί της οδού Νιρβάνα 15 στο Ν. Φάληρο Αττικής δεν κρίνεται επικίνδυνο από στατική και δομική άποψη. Β. Υπάρχει ανάγκη μείωσης των αβεβαιοτήτων σεισμικής συμπεριφοράς των κτιρίων Νιρβάνα 15 και Νιρβάνα 17 για αποφυγή εμβολισμού υποστηλωμάτων λόγω της ανισοσταθμίας των πλακών τους. Γ. Υπάρχει πολεοδομική παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του Κτιριοδομικού Κανονισμού». Προτείνεται δε με την έκθεση αυτή «η πλήρης διαμόρφωση, μεταξύ των κτιρίων Νιρβάνα 15 και Νιρβάνα 17, του αρμού των 5 εκατοστών, πλέον των 2 εκατοστών του επιχρίσματος, με μη καταστροφική μέθοδο, κατόπιν σχετικής μελέτης, υπό την επίβλεψη πολιτικού μηχανικού και, εάν απαιτείται, άδεια από τη Δ/νση Πολεοδομίας Πειραιά». Κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, και της προαναφερόμενης τεχνικής έκθεσης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 37296/2.5.2007 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία, η οικοδομή επί της οδού Νιρβάνα 15 κρίθηκε επικίνδυνη από στατική και δομική άποψη, σε αντίθεση με το συμπέρασμα της τεχνικής έκθεσης και διατάχθηκαν οι ιδιοκτήτες της οικοδομής να διαμορφώσουν αρμό 5 εκατοστών πλέον των 2 εκατοστών του επιχρίσματος προς άρση του κινδύνου εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση σε αυτούς της εν λόγω πράξης. Σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, οι υπόχρεοι ιδιοκτήτες ζήτησαν από την αρμόδια Πολεοδομία την άδεια για τη διαμόρφωση του αρμού. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της ανωτέρω απόφασης του Γενικού Διευθυντή Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. κατά το μέρος που με αυτήν διατάσσεται προς άρση του κινδύνου η διαμόρφωση αντισεισμικού αρμού μεταξύ των δύο οικοδομών πλάτους μόνον 5 εκατοστών συν 2 εκατοστά για τα επιχρίσματα, δηλαδή πλάτους μικρότερου του κατά την άποψη των αιτούντων οριζομένου με τις ισχύουσες διατάξεις.
3. Επειδή, υπέρ της διατήρησης της προσβαλλόμενης πράξης ασκεί παραδεκτώς παρέμβαση η εταιρεία «Χ. Λ.-Α. Χ. Ο.Ε.», φερόμενη ως ιδιοκτήτρια της οικοδομής επί της οδού Νιρβάνα 15, για την οποία έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη.
4. Επειδή, ανεξαρτήτως εάν μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκτελεσθεί κατά το πληττόμενο μέρος της αφού η παρεμβαίνουσα εταιρεία προέβη σε διαμόρφωση του αντισεισμικού αρμού μεταξύ των δύο επίμαχων οικοδομών σε συμμόρφωση προς την πράξη αυτής, οι αιτούντες δεν αποστερήθηκαν του εννόμου συμφέροντος να προβάλουν την πράξη, κατά το μέρος αυτό, με το οποίο διατάσσεται η άρση της επικινδυνότητας της όμορης αυτών οικοδομής, ισχυριζόμενοι ότι το μέτρο αυτό έρχεται σε αντίθεση προς τις πολεοδομικές διατάξεις, ούτε επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο το αντικείμενο της παρούσας δίκης από την υλική εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξης. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της παρεμβαίνουσας εταιρείας είναι αβάσιμοι.
5. Επειδή, στο άρθρο 422 παρ. 2 του εγκριθέντος με το από 14.7.1999 π. δ/γμα (Δ΄580) Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), με το οποίο αποδίδεται το περιεχόμενό του άρθρου 1 του από 13/22.4.1929 π. δ/τος (Α΄155) ορίζεται ότι: «2. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική (κοινώς ετοιμόρροπη) όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελίωσης, κακής ποιότητας ή σύνθεσης των υλικών από τα οποία αποτελείται, κακότεχνης εργασίας δόμησης, υποσκαφής ή διάβρωσης από ύδατα ή άλλα υγρά, ακατάλληλης διάταξης ή σύνδεσης ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων της δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της ασφάλεια. Για όποιες περιπτώσεις δεν έχει εκδοθεί ειδικός κανονισμός ασφάλειας (δηλαδή όρια ασφάλειας υλικών, τηρητέοι κανόνες υπολογισμού, όροι ποιότητας, επεξεργασίας και εφαρμογής υλικών, κανόνες δόμησης και δοκιμές υλικών και κατασκευών), λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς στην επιστήμη ισχύοντα σε σχέση προς την ειδική φύση και επεξεργασία των υλικών και τον τρόπο δόμησης της υπό έλεγχο κατασκευής. Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιίας, ρωγμές δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης (για τα υπό εκτέλεση έργα) ή την επενέργεια ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου». Περαιτέρω, στο άρθρο 425 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο αποδίδεται το περιεχόμενο του άρθρου 4 του ως άνω από 13/22.4.1929 π. δ/τος, ορίζονται τα εξής: «1. Η αρμόδια για τον έλεγχο του κινδύνου πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από καταγγελία ή αίτηση ή ειδοποίηση της αστυνομίας ή και αυτεπάγγελτα, προβαίνει σε αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και συντάσσει σχετική έκθεση (πρωτόκολλο). Τα σχετικά με τις ενστάσεις και την αναθεώρηση των παραπάνω εκθέσεων υπάγονται στις γενικές διατάξεις του άρθρου 426 και επόμενα του παρόντος κεφαλαίου. 2. Η παραπάνω έκθεση πρέπει να περιγράφει σαφώς το ακίνητο που εξετάστηκε και να καθορίζει το είδος και την έκταση του κινδύνου, καθώς επίσης και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα, το αναγκαίο ή όχι της εν όλω ή εν μέρει εκκένωσης των διαμερισμάτων για την πραγματοποίηση των μέτρων αυτών και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει αυτά να αρθούν (ανάλογα με τον κίνδυνο). Αν με την αυτοψία διαπιστωθεί ότι πρόκειται για κίνδυνο που ανάγεται στην ασφάλεια κατά του πυρός ή στην κυκλοφορία χώρων συνάθροισης του κοινού και τα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν δεν προβλέπονται από ειδικό κανονισμό, τότε η έκθεση παραπέμπει την εξέταση του ζητήματος στην επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 429. Η έκθεση, εκτός των άλλων, πρέπει να μνημονεύει, αν η κατεδάφιση επιβάλλεται επειδή αποκλείονται οι επισκευές (βλέπε επόμενη παράγραφο 3), καθώς επίσης να ορίζει σαφώς και λεπτομερώς τις συνέπειες των υποδεικνυόμενων από αυτή μέτρων (παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου). 3. Για την αποτροπή του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κλπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις. Πάντως οι υποδεικνυόμενες εργασίες πρέπει να επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις (π.χ. περίπτωση μη επισκευής αλλά κατεδάφισης επισκευάσιμου μεν αλλά ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτιρίου). Σε περίπτωση κατεδάφισης μεσότοιχου για ανοικοδόμηση ασφαλέστερου και για τις συνέπειες της κατεδάφισης αυτής πρέπει να επιβάλλεται μόνιμος τρόπος αποσόβησης του κινδύνου και όχι πρόχειρα μέτρα. Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εφαρμόζει ταχέως και εμπροθέσμως τα υποδεικνυόμενα στην έκθεση αυτοψίας μέτρα, δικαιούμενος να πραγματοποιεί και ριζικότερα. Εφόσον το ακίνητο διατελεί υπό αναγκαστικούς όρους μίσθωσης, τα ριζικότερα καθ΄ υπέρβαση των υποδεικνυομένων μέτρα εφαρμόζονται εφόσον επιτρέπεται από τους αναγκαστικούς αυτούς όρους και σύμφωνα με τις σχετικές για αυτούς διατάξεις. 4. Αν δεν πραγματοποιήσει ο ιδιοκτήτης εμπρόθεσμα την εφαρμογή των υποδεικνυόμενων από την έκθεση μέτρων, τότε η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην άρση του κινδύνου, με την αναγκαστική εκκένωση και αχρησία των επικίνδυνων διαμερισμάτων μέχρι την οριστική άρση του κινδύνου από τον ιδιοκτήτη, εφόσον πρόκειται για κίνδυνο από τους προβλεπόμενους από τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 422, και η αχρησία κρίνεται ως επαρκές μέτρο για την αποσόβηση του κινδύνου για κίνδυνο προβλεπόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 422 ή και των υπόλοιπων παραγράφων του ίδιου άρθρου. Αν η κατά τα παραπάνω αχρησία δεν κρίνεται επαρκής για την αποσόβηση του κινδύνου η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην κατεδάφιση των επικίνδυνων μερών της κατασκευής. Αν το επικίνδυνο της κατασκευής οφείλεται σε παράβαση ρητών διατάξεων των οικοδομικών κανονισμών, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, τότε η παραπάνω αχρησία δεν είναι επαρκής και επιβάλλεται η κατεδάφιση του επικίνδυνου μέρους και η προσαρμογή προς τους κανονισμούς αυτούς». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, στην περίπτωση κατά την οποία οικοδομή κρίνεται ως επικίνδυνη κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το μέτρο που διατάσσεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία προς άρση της επικινδυνότητας πρέπει να είναι σύμφωνο με τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας. Δεν επιτρέπεται, δηλαδή, να επιβληθεί μέτρο, που έρχεται σε αντίθεση προς ισχύουσες διατάξεις, των οποίων η εφαρμογή προβλέπεται ως υποχρεωτική, έστω και αν, κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας, είναι επαρκές για την άρση του κινδύνου.
6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 348 παρ. 3 του ίδιου Κ.Β.Π.Ν., με το οποίο αποδίδεται, πλην άλλων, το άρθρο 5 του Κτιριοδομικού Κανονισμού που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 3046/304/30.1.1989 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 59 Δ΄), όπως η παρ. 3.6 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε τελικώς με την απόφαση Υ.Α. 102/1997 του ίδιου Υπουργού (Δ΄329), ορίζεται ότι «στ. Σε περίπτωση ανέγερσης νέου κτιρίου τηρείται απόσταση από γειτονικά κτίρια (του ιδίου ή των ομόρων οικοπέδων), τέτοια ώστε αυτό να μη δέχεται ή να μεταβιβάζει φορτία σε κτίρια, που υπάρχουν ή που πρόκειται να ανεγερθούν. Ο κενός χώρος μεταξύ των κτιρίων αποτελεί σεισμικό αρμό, όταν κατασκευάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Νέου Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού (ΝΕΑΚ), που εγκρίθηκε με την Υπουργική απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ Δ17α/32/ΦΝ 275/30.9.1992 (ΦΕΚ 613/Β/12.10.1992), όπως ισχύει. Για το σεισμικό αρμό ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις: αα. Ο σεισμικός αρμός δεν πρέπει να δημιουργεί προβλήματα λειτουργικότητας, μονώσεων, υγιεινής, στατικής επάρκειας και δουλείας ως προς τη διαμόρφωση του στατικού φορέα των γειτονικών κτιρίων, ιδίως όταν αυτά ανήκουν σε άλλους ιδιοκτήτες, ββ. Ο σεισμικός αρμός πλήρους διαχωρισμού, του εδαφίου 3 της παρ. 4.1.7.2 του ΝΕΑΚ, εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις προστασίας γειτονικών κτιρίων, ενώ οι περιπτώσεις προστασίας με την κατασκευή τοιχωμάτων- προσκρουστήρων ή με την τήρηση αποστάσεων ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων, όπως περιγράφονται αντίστοιχα στα εδάφια 4 και 5 της παρ. 4.1.7.2 του ΝΕΑΚ, εφαρμόζονται μόνο όταν τα κτίρια (παλαιό και νέο) ανήκουν στον ίδιο ιδιοκτήτη, ο οποίος έχει και την ευθύνη δόμησης των δύο κτιρίων, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων του ΝΕΑΚ….γγ…δδ… εε. Όταν υπάρχει κτίριο στο όριο ομόρων οικοπέδων, το ελάχιστο εύρος του σεισμικού αρμού πλήρους διαχωρισμού υπολογίζεται για τη σεισμική μετακίνηση και των δυο κτιρίων όπως ορίζεται στο εδάφιο 3 της παρ. 4.1.7.2 του ΝΕΑΚ και διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου στο οικόπεδο του νέου κτιρίου. Σε καμία περίπτωση η απόσταση του νέου κτιρίου από το όριο των ομόρων οικοπέδων δεν πρέπει να είναι μικρότερη από το εύρος Δν, όπου Δν είναι η μέγιστη σειομική μετακίνηση του νέου κτιρίου, στστ. Όταν δεν υπάρχει κτίριο στο όριο των ομόρων οικοπέδων το νέο κτίριο απέχει από το όριο απόσταση τουλάχιστον ίση με το εύρος Δν της μέγιστης σεισμικής μετακίνησης του ζζ…ηη…θθ…ιι…ιαια…ζ….η. Η μελέτη της αντοχής των κτιρίων ή δομικών έργων, ο τρόπος κατασκευής των φερόντων και μη δομικών στοιχείων τους, το είδος και η ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιούνται, προσδιορίζονται από ειδικούς κανονισμούς, προδιαγραφές, πρότυπα ή τεχνικές οδηγίες που έχουν εκδοθεί η εκδίδονται από αρμόδια όργανα ή φορείς ή εφόσον δεν υπάρχουν βασίζονται στην επιστημονική γνώση και εμπειρία των υπεύθυνων τεχνικών». Τέλος, στο άρθρο 4.1.8.2 της υπ’ αριθμ. Δ17α/141/3/ΦΝ275/15.12.1999 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. «Έγκριση Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού», όπως ήδη ισχύει (Β 2184/1999) ορίζονται, υπό τον τίτλο «Επαφή με Γειτονικά Κτίρια» τα εξής: « [1] Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προστασίας, τόσο του υπό μελέτη όσο και του υφισταμένου κτιρίου, από δυσμενείς συνέπειες προσκρούσεων κατά τη διάρκεια της σεισμικής απόκρισης. [2] Οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα δυσμενείς όταν υπάρχει πιθανότητα εμβολισμού υποστυλωμάτων του ενός κτιρίου από πλάκες ή άλλα στοιχεία του παρακειμένου. Στην περίπτωση αυτή προστατευτικό μέτρο είναι η πρόβλεψη σεισμικού αρμού πλήρους διαχωρισμού. [3] Αν δεν γίνει ακριβέστερος υπολογισμός ο σεισμικός αρμός πλήρους διαχωρισμού μπορεί να έχει εύρος ίσο με το άθροισμα των μεγίστων σεισμικών μετακινήσεων (Δ = 9, Δελ) των δύο κτιρίων στις θέσεις των επικινδύνων υποστυλωμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της επίδρασης της στροφής περί κατακόρυφο άξονα. Αν δεν είναι δυνατή ακριβέστερη εκτίμηση των μετακινήσεων του υφισταμένου κτιρίου, μπορούν να ληφθούν ίσες με τις αντίστοιχες του υπό μελέτη κτιρίου. [4] Σε κτίρια που βρίσκονται σε επαφή, και όταν δεν υπάρχει πιθανότητα εμβολισμού υποστυλωμάτων σε κανένα από τα δύο κτίρια, το εύρος του αντίστοτχου αρμού, εφόσον δεν γίνεται ακριβέστερος υπολογισμός, μπορεί να υπολογίζεται με βάση τον συνολικό αριθμό των υπέρ το έδαφος εν επαφή ορόφων ως εξής: 4cm για επαφή μέχρι και 3 ορόφους, 8cm για επαφή από 4 έως 8 ορόφους, 10cm για επαφή σε περισσότερους από 8 ορόφους. Στους υπόγειους ορόφους δεν είναι υποχρεωτική η πρόβλεψη αντισεισμικού αρμού».
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη τεχνική έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής, στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη πράξη και στην οποία, πλην άλλων, αναφέρεται ότι «υπάρχει πολεοδομική παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του Κτιριοδομικού Κανονισμού» το μέτρο της πλήρους διαμόρφωσης του αρμού των 5 εκατοστών, πλέον των 2 εκατοστών του επιχρίσματος μεταξύ των δύο επίμαχων κτιρίων, που επιβάλλεται από αυτήν, θεωρήθηκε μεν στη συγκεκριμένη υπόθεση επαρκές για την άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής της παρεμβαίνουσας, δεν είναι όμως σύμφωνο με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που προβλέπει το συγκεκριμένο μέτρο είναι μη νόμιμη διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 5, αν η επικινδυνότητα της κατασκευής οφείλεται σε παράβαση διατάξεων των οικοδομικών κανονισμών, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, επιβάλλεται η προσαρμογή προς τις διατάξεις αυτές και δεν είναι επιτρεπτή η λήψη μέτρων άρσης κινδύνου κατά παράβαση των εν λόγω γενικής εφαρμογής διατάξεων, δεδομένου και ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 2338/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είχε γίνει δεκτή αίτηση ακυρώσεως των αιτούντων και ακυρώθηκαν οι πράξεις του Νομάρχη Πειραιά και του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, με τις οποίες είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση η επίδικη οικοδομή διότι είχε θεωρηθεί μικρή παράβαση η εκ μέρους της παρεμβαίνουσας εταιρείας απομείωση του εύρους του αντισεισμικού αρμού. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το πληττόμενο μέρος της, δηλαδή κατά το μέρος που επιβάλλει το ως άνω μέτρο για την άρση της επικινδυνότητας της επίμαχης οικοδομής, εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου είναι κατά το μέρος αυτό ακυρωτέα, σύμφωνα με το σχετικό, καθ΄ ερμηνεία του δικογράφου προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως.
8. Επειδή, μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης για τον αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη λόγο ακυρώσεως, η εξέταση των λοιπών λόγων αποβαίνει αλυσιτελής.
ΣτΕ 4247/2009
[Νόμιμα αιτιολογημένη απόφαση ΔΕΕΔΑ
για τον χαρακτηρισμό έκτασης ως δασικής]
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Όλ. Παπαδοπούλου
Δικηγόροι: Γ. Καμπέρης, Γ. Βαρδακαστάνης
Οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που επιλύουν αμφισβητήσεις κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 248/1976, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών ή δασικών εκτάσεων, κρίνουν με δύναμη δεδικασμένου μόνο την ύπαρξη ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων σε τέτοιες εκτάσεις. Δεν αποτελούν δεδικασμένο για τον χαρακτηρισμό τους ως δασικών ή μη, από τα οικεία διοικητικά όργανα. Τα πραγματικά πάντως περιστατικά που βεβαιώνουν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη για τον έλεγχο της αιτιολογίας των διοικητικών κρίσεων κατά το χαρακτηρισμό των εκτάσεων.
Είναι νόμιμα αιτιολογημένη απόφαση της ΔΕΕΔΑ που στηρίζεται σε εκθέσεις φωτοερμηνείας Α/Φ ετών 1945, 1960, 1971, 1978 και 1993 του Δασολόγου του αρμόδιου Δασαρχείου καθώς και στην αυτοψία τόσο του εν λόγω Δασολόγου όσο και των μελών της Επιτροπής. Η αιτιολογία δεν κλονίζεται από ιδιωτική έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία αναφέρεται, ως προς την επίδικη έκταση, ότι το έτος 1945 φέρει οπωροφόρα δένδρα και όχι δασική βλάστηση, το έτος 1971 «συνεχίζει να καλλιεργείται δενδροκομικώς και δεν φέρει ίχνη βλάστησης αειφύλλων-πλατυφύλλων» και ότι «τα άτομα χαλεπίου πεύκης βρίσκονται επί του ρέματος και σαφώς εκτός της επίδικης έκτασης», δεδομένου ότι και αυτή η έκθεση δέχεται την ύπαρξη δενδρώδους βλάστησης, αλλά εκτιμά, χωρίς ειδικότερη τεκμηρίωση, ότι δεν είναι δασική.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 34/2003 αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθ’ ο μέρος με την απόφαση αυτή χαρακτηρίσθηκε, ως δασική, έκταση εμβαδού 903.00 τ.μ. στη θέση «Γύφτος ή Κάμπος», περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Χανιώτη του Δήμου Παλλήνης Νομού Χαλκιδικής.
3. Επειδή, η αιτούσα, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια της επίδικης εκτάσεως, με έννομο συμφέρον, εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς ασκεί την κρινόμενη αίτηση.
4. Επειδή, στο ν. 998/1979 (Α’ 289) προβλέπεται η χαρτογράφηση των δασών και των δασικών εκτάσεων και η σύνταξη δασικού χάρτη, ο οποίος, μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (άρθρο 12) καθώς και η τήρηση γενικού δασολογίου στην Κεντρική Δασική Υπηρεσία και τοπικού δασολογίου σε κάθε Δασαρχείο, όπου καταχωρίζονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που αποτυπώνονται στον οικείο δασικό χάρτη (άρθρο 13). Περαιτέρω, στο άρθρο 14 του ίδιου νομοί) ορίζονται τα εξής: «1. Εάν δεν έχει καταρτισθεί εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει το δάσος ή η δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ’ αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφαν πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη, δι’ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς ως και παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως … 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου … ενώπιον της κατά το άρθρο 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήσει αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα».
Εξάλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 10 του αυτού ν. 998/1979 ορίζονται τα εξής: «Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία διά την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τίνος ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης … Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου …».
5. Επειδή, οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 θεσπίζουν προσωρινά, μέχρι την έγκριση του δασικού χάρτη, ειδική ενδικοφανή διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για την Διοίκηση όσο και για τους ενδιαφερομένους ιδιώτες. Οι σχετικές, εξ άλλου, κρίσεις των οργάνων που ασκούν την αρμοδιότητά τους σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αυτής πρέπει, εν όψει των συνεπειών του χαρακτηρισμού, να είναι προσηκόντως αιτιολογημένες, από πλευράς, ιδίως, της μορφολογίας του εδάφους, του είδους, της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (βλ. ΣΕ 481/2007 κ.ά.).
6. Επειδή, εξ άλλου, με το ν. 248/1976 (Α’ 6), προβλέφθηκε η καταγραφή και οριοθεσία των δασικών εκτάσεων και η δημιουργία μητρώου ιδιοκτησίας αυτών (άρθρο 1). Κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, δασικές εκτάσεις είναι «αι εις τας παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 1 ν.δ. 86/1969 “Περί Δασικού Κώδικος’’, οριζόμεναι εκτάσεις», δηλαδή δάση, μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή μερικώς δασοσκεπή λιβάδια και χορτολιβαδικά εδάφη, ήδη δε, μετά την κατάργηση του ανωτέρω άρθρου 2 με την παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 998/1979, οι εκτάσεις και τα εδάφη που αναφέρονται στο άρθρο 3 παρ. 1-5 και 6 εδ. β’ και γ’ του ν. 998/1979. κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 του προαναφερόμενου άρθρου 80 του ν. 998/1979. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ανωτέρω ν. 248/1976 προβλέπεται ότι στο φύλλο καταγραφής (κτηματικό χάρτη) αποτυπώνεται κάθε δασική, κατά τα ανωτέρω, έκταση μαζί με τις τυχόν υφιστάμενες μέσα σε αυτή εκτάσεις άλλης μορφής ή χρήσεως (παρ. 1), ότι «Η σύνταξις του φύλλου καταγραφής γίνεται επί τη βάσει προδιαγραφών συντασσομένων υπό της Γενικής Διευθύνσεως Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και εγκρινομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας. Εις τας προδιαγραφάς ταύτας δύναται να προβλέπηται και η εκτέλεσις έργων απογραφής και χαρτογραφήσεως δασικών εκτάσεων ως και ταξινομήσεως των μορφών χρήσεως των κτηματογραφουμένων εκτάσεων» (παρ. 2) και ότι παράλληλα προς τον κτηματικό χάρτη συντάσσεται και μητρώο ιδιοκτησίας, που περιέχει τα ονόματα όσων αξιούν εμπράγματα δικαιώματα «επί της κτηματογραφουμένης δασικής εκτάσεως και των εντός αυτής τυχόν υφισταμένων ετέρων μορφών χρησιμοποιήσεως της γης» (παρ. 3). Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του εν λόγω ν. 248/1976, όπως το άρθρο 7 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 του ν. 998/1979, μόλις αρχίσει η σύνταξη του κτηματικού χάρτη μιας περιοχής καλούνται όσοι αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα σε αυτήν να προβάλουν τις αξιώσεις τους με υπόμνημα, με βάση δε τα στοιχεία που συγκεντρώνονται και εκείνα που υπάρχουν στο Υπουργείο Γεωργίας γίνεται η προσωρινή οριοθεσία των δασικών εκτάσεων και συντάσσεται προσωρινός κτηματολογικός χάρτης και προσωρινό μητρώο ιδιοκτητών (κτηματολογικός πίνακας) των δασικών εκτάσεων και των άλλων μορφών χρησιμοποιήσεως της περιλαμβανόμενης σε αυτές γης. Τέλος, στα άρθρα 12 έως και 17 του ίδιου ν. 248/1976, όπως τα άρθρα 14 και 15 αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με τα άρθρα 82 και 83 του ν. 998/1979, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ο προσωρινός κτηματικός χάρτης με το οικείο μητρώο ιδιοκτησίας (τον κτηματολογικό πίνακα) αναρτώνται επί 30 ημέρες στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και το οικείο Δασαρχείο, καλείται δε συγχρόνως κάθε ενδιαφερόμενος να λάβει γνώση και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του, οι οποίες αναφέρονται στο περιεχόμενο του κτηματικού χάρτη και του κτηματολογικού πίνακα. Οι ανωτέρω αντιρρήσεις εκδικάζονται από το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας, το οποίο, όμως, δεν εξετάζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δασικών εκτάσεων, για τις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις κατόπιν τακτικών αγωγών ή πράξεις των αρμόδιων διοικητικών αρχών, με τις οποίες έχουν αυτές κριθεί ως δημόσιες ή ιδιωτικές ή διακατεχόμενες, καθώς και των εκτάσεων, για τις οποίες εκκρεμούν ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων τακτικές αγωγές. Κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου χωρεί έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδικάζεται κατά την ίδια διαδικασία. Εάν γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις διατάσσεται η διόρθωση του κτηματικού χάρτη και του κτηματολογικού πίνακα και ο κτηματικός χάρτης και κτηματολογικός πίνακας δασικών εκτάσεων κηρύσσεται οριστικός με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και τα μεν πρωτότυπα φυλάσσονται στη Γενική Διεύθυνση Δασών, αντίγραφα δε τούτων στην οικεία Διεύθυνση Δασών και στο Δασαρχείο. Επίσης, η προσωρινή οριοθεσία καθίσταται οριστική εάν δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις ή προσφυγές ή αυτές που υποβλήθηκαν απορρίφθηκαν.
7. Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αρμόδια όργανα για να εκφέρουν κρίση ως προς τον δασικό ή μη χαρακτήρα ορισμένης εκτάσεως, δηλαδή κρίση, η οποία συνιστά διαπίστωση πραγματικής καταστάσεως που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, είναι οι οικείες δασικές αρχές. Η επίλυση, συνεπώς, των διαφορών που ανακύπτουν από την αμφισβήτηση των σχετικών πράξεων των αρχών αυτών ανήκει στην αρμοδιότητα του ακυρωτικού δικαστή. Εξ άλλου, με τις παρατιθέμενες διατάξεις του ν. 248/1976 καθορίζεται η διαδικασία κτηματογραφήσεως των δασικών εκτάσεων της χώρας και καταρτίσεως του κτηματολογίου. Κατά τη διαδικασία αυτή, ο δασικός ή μη χαρακτήρας των εκτάσεων προβάλλει ως προκριματικό ζήτημα, το δε Ειρηνοδικείο και, σε δεύτερο βαθμό, το Πρωτοδικείο έχουν αρμοδιότητα, ασκούμενη κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μόνον για την επίλυση αμφισβητήσεων ως προς την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων σε ακίνητα που βρίσκονται στην υπό κτηματογράφηση περιοχή, δηλαδή διαφορών που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, και μόνον παρεμπίπτουσα κρίση μπορούν να εκφέρουν ως προς τον δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως. Από την παρεμπίπτουσα αυτή κρίση δεν παράγεται δεδικασμένο που να δεσμεύει τις διοικητικές αρχές, ωστόσο, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η εν λόγω κρίση λαμβάνονται υπόψη κατά τον έλεγχο την επάρκειας της αιτιολογίας της εκδιδόμενης, δυνάμει του ανωτέρω άρθρου 14 του ν. 998/1979, πράξεως χαρακτηρισμού (βλ. ΣΕ 3914/2007, 3297/2007, 3909/2006 κ.ά.).
8. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής:
Με την 2787/1.11.2001 πράξη του Δασάρχη Κασσάνδρας, εκδοθείσα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 998/1979, από μείζονα έκταση, ευρισκόμενη στη θέση «Γύφτος ή Κάμπος», περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Χανιώτη του Δήμου Παλλήνης Νομού Χαλκιδικής χαρακτηρίσθηκαν: (α) ως μη δασική έκταση, ένα τμήμα, εμβαδού 4.566.17 τ.μ., εμφαινόμενο στο οικείο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Β. Γ, Δ’, Ε’, 9, 8, 7, Θ’, Μ’ Ν’, Β, (β) ως δάσος ένα άλλο τμήμα εμβαδού 2.122,44 τ.μ. εμφαινόμενο στο ίδιο διάγραμμα με τα στοιχεία Γ, Δ, Ε, Ζ’, Η’, 8, 9, Ε’, Δ’, Γ, (γ) ως δασική έκταση δε ένα τρίτο τμήμα, εμβαδού 903,00 τ.μ. εμφαινόμενο στο διάγραμμα αυτό με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, Η’, Ζ, Η, Θ, Ι’. Λ’. Μ, Ν, 1. Η ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού εκδόθηκε κατόπιν της από 24.10.2001 εκθέσεως του Δασολόγου του Δασαρχείου Κασσάνδρας ΑΜ. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτή, από τα ως άνω τρία τμήματα, (α) η έκταση εμβαδού 4.566,17 τ.μ. ήταν ανέκαθεν αγροτική και εξακολουθεί να έχει αγροτική μορφή, (β) η έκταση εμβαδού 2.122,44 τ.μ., σύμφωνα με φωτοερμηνεία αεροφοιτογραφιών, το έτος 1945 φέρει τη μορφή δάσους, καλυπτόμενη από αείφυλλα-πλατύφύλλα, το έτος 1971 εμφανίζεται εν μέρει εκχερσωμένη και κατά λοιπά καλύπτεται, καταθέσεις, από χαλέπιο πεύκη και αείφυλλα-πλατύφυλλα, το έτος 1978 καλύπτεται από χαλέπιο πεύκη, χωρίς άλλη βλάστηση, κατά το χρόνο δε συντάξεως της εκθέσεως καλύπτεται από άτομα χαλεπίου πεύκης, ενώ (γ) η έκταση εμβαδού 903,00 τ.μ., σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες, το έτος 1945 φέρει τη μορφή δάσους, καλυπτόμενη από αείφυλλα-πλατύφυλλα και πεύκα. τα έτη δε 1971 και 1978, κατά μήκος του ρέματος καλύπτεται από αείφυλλα-πλατύφυλλα και χαλέπιο πεύκη, ενώ κατά το υπόλοιπο εμφανίζεται εκχερσωμένη. Κατά της προαναφερθείσης πράξεως χαρακτηρισμού η αιτούσα, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια της εκτάσεως, υπέβαλε αντιρρήσεις στην οικεία Πρωτοβάθμια Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι η έκταση, στο σύνολο της, δεν έχει δασικό χαρακτήρα. Με την 18/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, κατόπιν διενέργειας αυτοψίας από τα μέλη της στις 7.6.2002, οι αντιρρήσεις της αιτούσας έγιναν εν μέρει δεκτές και χαρακτηρίσθηκαν ως μη δασικές εκτάσεις το εμφαινόμενο στο προαναφερθέν διάγραμμα με τα στοιχεία Γ, Δ, Ε, Ζ’, Η’, 8, 9, Ε’, Δ’, Γ τμήμα, εμβαδού 2.122,44 τ.μ. Καθώς και δύο τμήματα, εμβαδού 204,42 τ.μ. και 246,54 τ.μ., περιλαμβανόμενα στο ευρύτερο τμήμα με τα στοιχεία 1. 2. 3, 4, 5, 6, 7, Η’, Ζ, Η, Θ, Γ, Λ’, Μ, Ν, 1, συνολικού εμβαδού 903,00 τ.μ., ενώ χαρακτηρίσθηκε ως δάσος το υπόλοιπο τμήμα των 903,00 τ.μ, εμβαδού 452,04 τ.μ. Ειδικότερα, ως προς την ανωτέρω έκταση των 903,00 τ.μ. η Πρωτοβάθμια Επιτροπή δέχθηκε τα εξής: Ένα υποτμήμα της εκτάσεως αυτής, εμβαδού 452,04 τ.μ., και συγκεκριμένα το συνορεύον με το ρέμα και εμφαινόμενο στο οικείο διάγραμμα με τα στοιχεία Κ Λ, Κ, Ι, α, 4, β, γ, δ, ζ, Η, Θ, Γ, Λ’, Μ, Ν, 1, στις Α/Φ των ετών 1945, 1960 και 1970 φαίνεται καλυπτόμενο με αείφυλλα-πλατύφυλλα και άτομα χαλεπίου πεύκης, ενώ «σήμερα έχει εκχερσωθεί και [στην έκταση] έχουν φυτευθεί οπωροφόρα δένδρα»· το τμήμα αυτό, όπως προεκτέθηκε, χαρακτηρίσθηκε από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή ως δάσος, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979. Τα δύο άλλα τμήματα της ως άνω ευρύτερης εκτάσεως των 903,00 τ.μ. και συγκεκριμένα τα εμφαινόμενα στο οικείο διάγραμμα με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, α, 1, Κ, Λ, 1 και Ζ, Η’, 8, 7, 6, 5, β, γ, δ, Ζ, εμβαδού 204,42 τ.μ. και 246,54 τ.μ., αντιστοίχως, «δεν καλύπτονταν με δασική βλάστηση, σήμερα [δε] οι εκτάσεις αυτές είναι μη δασικές»- εν σχέσει προς τα τμήματα αυτά οι αντιρρήσεις της αιτούσας έγιναν δεκτές και χαρακτηρίσθηκαν μη δασικές εκτάσεις. Περαιτέρω, στην ανωτέρω 18/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής διαλαμβάνονται τα εξής: «Η Επιτροπή συγκρίνοντας το τοπογραφικό διάγραμμα της επίδικης πράξης [ήτοι της 2787/1.11.2001 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη Κασσάνδρας] και το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την υπ’ αριθμ. 2239/1980 βεβαίωση του Δασαρχείου Κασσάνδρας προς την δικαιοπάροχο της ΣΚ [ήτοι της αιτούσας]», διαπίστωσε, λαμβάνοντας ως σταθερό σημείο το κοινό όριο της ιδιοκτησίας της αιτούσας με την ιδιοκτησία Εμμ. Λιάρου, που αποτυπώνεται και στα δύο τοπογραφικά διαγράμματα, ότι το προς δυσμάς, δηλαδή προς την πλευρά του ρέματος, όριο της εμφαινόμενης στο συνοδεύον την 2239/1980 βεβαίωση τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας ταυτίζεται με την τεθλασμένη γραμμή 1, Λ, Κ, Ι, α, β, γ, δ, Ζ και όχι με τη γραμμή 1, Ν, Μ, Λ’, Γ, Θ, Η, Ζ, που είναι το προς το ρέμα όριο της εκτάσεως, για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα ενώπιον τικ Πρωτοβάθμιας Επιτροπής 2787/1.11.2001 πράξη χαρακτηρισμού. Από τα στοιχεία αυτά η εν λόγω Επιτροπή συνάγει ότι μετά το 1980 το όριο της επίδικης εκτάσεως μετατοπίσθηκε προς την πλευρά των πρανών του ρέματος. Κατά της προαναφερθείσης αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής άσκησε προσφυγή ο Διευθυντής Δασών Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την 2611/24.3.2003 απόφασή του, ισχυριζόμενος, κατ’ επίκληση της εκθέσεως αυτοψίας και φωτοερμηνείας που συνόδευε την ανωτέρω 2787/1.11.2001 πράξη χαρακτηρισμού, ότι τόσο το τμήμα εμβαδού 2.122,44 τ.μ. όσο και τα δύο τμήματα, εμβαδού 204,42 τμ και 246,54 τμ. αντιστοίχως. τα περιλαμβανόμενα στο τμήμα των 903,00 τμ. έχουν δασικό χαρακτήρα. Ενόψει της εκδικάσεως της προσφυγής από την αρμόδια Δευτεροβάθμια Επιτροπή, συνετάγη από τον Δασολόγο του Δασαρχείου Κασσάνδρας Απόστολο Μαρνάρη η από 2.6.2003 έκθεση φωτοερμηνείας. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η επίδικη έκταση εμβαδού 903,00 τμ στις Α/Φ έτους 1945 και 1960 εμφανίζεται ως δάσος με χαλέπιο πεύκη και αείφυλλα-πλατύφυλλα, στις Α/Φ έτους 1993 παρουσιάζει την ίδια μορφή, αλλά κατά θέσεις φαίνεται να έχει εκχερσωθεί, ενώ κατά το χρόνο συντάξεως της εκθέσεως, «το μεγαλύτερο μέρος της εκτάσεως καλύπτεται από χαλέπιο πεύκη και υπόροφο αειφύλλων-πλατυφύλλων». Προσφυγή κατά της 18/2002 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής άσκησε και η αιτούσα, ισχυριζόμενη ότι το τμήμα εμβαδού 452,04 τ.μ. που χαρακτηρίσθηκε ως δάσος από την εν λόγω Επιτροπή, δεν έχει δασικό χαρακτήρα. Επί των ασκηθεισών προσφυγών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση της οικείας Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, με την οποία κρίθηκε, κατά μερική αποδοχή της προσφυγής του Διευθυντή Δασών, άτι το τμήμα εμβαδού 903,00 τμ., το εμφαινόμενο στο σχετικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4. 5, 6, 7, Η, Ζ, Η, Θ, Γ, Λ’. Μ, Ν, 1, είναι δάσος, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979. Για το επίδικο αυτό τμήμα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: Η έκταση «εμφανίζεται στις αεροφωτογραφίες, διαχρονικά, με δασική μορφή, επειδή καλύπτεται συνεχώς από δασική βλάστηση από χαλέπιο πεύκη με υπόροφο αειφύλλων-πλατυφύλλων με ποσοστό κάλυψης 70%. Από τον έλεγχο των εγγράφων του φακέλου και τον συνδυασμό των τοπογραφικών που τα συνοδεύουν προκύπτει ότι η έκταση αυτή στην ανατολική της πλευρά περικλείει και ένα τμήμα από την έκταση των 1.372,00 τμ, που παραχωρήθηκε στον ΓΒ … με το ν. 1600/7.7.1987 οριστικό τίτλο παραχώρησης και όπως αναφέρεται στα 674/15.4.1998 και 756/28.4.1998 έγγραφα του Δασαρχείου η έκταση των 1.372,00 τμ είναι δασική μη επιδεχόμενη αλλαγή της χρήσης της πλην της γεωργοδενδροκομικής. Ακόμη έχει εκδοθεί η 6597/2.10.2002 απόφαση του Διευθυντή Δασών Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για την κατεδάφιση αυθαιρέτου κτίσματος που κτίσθηκε μέσα στο τμήμα αυτό …». Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το οικείο πρακτικό συνεδριάσεως της 3.6.2003, η Δευτεροβάθμια Επιτροπή έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία και, ιδίως, τις εκθέσεις φωτοερμηνείας του Δημοσίου και της αιτούσας, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις προσκομισθείσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, τις σχετικές με την υπόθεση πράξεις των δασικών αρχών, καθώς και τις διαπιστώσεις της αυτοψίας που διενεργήθηκε από τα μέλη της Επιτροπής, παρουσία των ενδιαφερομένων.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι η Δευτεροβάθμια Επιτροπή αποφάνθηκε επί ανυπάρκτου ενδικοφανούς μέσου, καθόσον η 2611/24.3.2003 πράξη του Διευθυντή Δασών Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας δεν αποτελεί την απαιτούμενη κατά νόμον προσφυγή κατά της αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, αλλά «ένα εσωτερικό υπηρεσιακό έγγραφο του Δημοσίου», το οποίο, μάλιστα, «[δεν] επισημαίνει τα νομικά και ουσιαστικά σφάλματα της απόφασης», κατά της οποίας στρέφεται». Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προαναφερθείσα πράξη του αρμόδιου Διευθυντή Δασών, ασκηθείσα κατ’ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 14 και 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, χαρακτηριζόμενη ρητώς ως προσφυγή κατά της 18/2002 αποφάσεως της οικείας Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, απευθυνόμενη δε στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή και περιέχουσα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα μεταρρυθμίσεως της ως άνω αποφάσεως, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικώς στην πράξη αυτή, αποτελεί, προδήλως, την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του ν. 998/1979 ενδικοφανή προσφυγή.
10. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι εφόσον με τις υπ’ αριθμ. 29/1988, 30/1988, 31/1988 και 32/1988 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, οι οποίες εκδόθηκαν επί αντιρρήσεων που είχε ασκήσει η αιτούσα κατά του προσωρινού κτηματικού χάρτη και πίνακα της περιοχής και οι οποίες έχουν τελεσιδικήσει, οι αναφερόμενες σ’ αυτές εκτάσεις, ήτοι οι εμφαινόμενες στον κτηματικό χάρτη με τους κωδικούς αριθμούς 8503, 8513, 8517 και 8504, κρίθηκαν ως μη έχουσες τον χαρακτήρα δημόσιου δάσους, η προσβαλλόμενη πράξη της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, κατά παράβαση του δεδικασμένου που απορρέει από τις εν λόγω αποφάσεις, χαρακτήρισε την επίδικη έκταση ως δάσος. Όπως προεκτέθηκε, με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για το χαρακτηρισμό εκτάσεων ως δασικών ή μη, η αμφισβήτηση δε του σχετικού χαρακτηρισμού γεννά διοικητική διαφορά, η οποία, μετά την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό ενδικοφανούς διαδικασίας, υπάγεται στην δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ως εκ τούτου, οι αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που επιλύουν αμφισβητήσεις, οι οποίες ανακύπτουν, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 248/1976, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών ή δασικών εκτάσεων, κρίνουν με δύναμη δεδικασμένου την ύπαρξη ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων σε τέτοιες εκτάσεις και δεν αποτελούν δεδικασμένο για τον χαρακτηρισμό τους, ως δασικών ή μη, από τα οικεία διοικητικά όργανα. Είναι δε άλλο το ζήτημα ότι τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνουν οι αποφάσεις αυτές των πολιτικών δικαστηρίων λαμβάνονται υπόψη κατά τον έλεγχο της αιτιολογίας των σχετικών διοικητικών κρίσεων. Εξ άλλου, η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 (Α’ 303), στην οποία ορίζεται ότι «Ο χαρακτήρας των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό ή οριστικό κτηματικό χάρτη που καταρτίσθηκε με τις διατάξεις του ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και ο χαρακτήρας των εκτάσεων που κρίθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του ίδιου νόμου ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παράγραφος 3 του ν. 998/1979, Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας …», δεν είναι, πάντως, εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων εκδόθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο δεν είχε εκδοθεί ο ν. 3208/2003 (βλ. ΣΕ 3297/2007). Συνεπώς, παρεμπίπτουσες κρίσεις, ως προς το δασικό χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως ή τμημάτων της, που περιέχονται στις ως άνω 29/1988, 30/1988, 31/1988 και 32/1988 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, δεν δέσμευαν την κρίση των αρμοδίου διοικητικών οργάνων για το χαρακτηρισμό της ως δασικής ή μη κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος (βλ. ΣΕ 3909/2006).
11. Επειδή, κρίσιμη για την συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλαστήσεως (δενδρώδους ή θαμνώδους), η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερη της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς, η ενότητα αυτή δύναται να συνάγεται από τα χαρακτηριστικά της άγριας ξυλώδους βλαστήσεως, τα οποία περιγράφονται στα στοιχεία του φακέλου. Εφόσον υπάρχει η οργανική αυτή ενότητα, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος, που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος. Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 998/1979 είναι σύμφωνη με την προεκτεθείσα επιστημονική έννοια του δάσους, διότι, κατά την αληθή της έννοια, δεν θέτει αθροιστικώς περισσότερες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δάσους, αλλά θεωρεί επαρκή, προκειμένου να προσδοθεί σε μία έκταση δασικός χαρακτήρας, τη μορφή της βλαστήσεως από την οποία αυτή καλύπτεται, μνημονεύει δε τα λοιπά στοιχεία της έννοιας του δάσους κατά πλεονασμό, αφού η συνδρομή τους θεωρείται αυταπόδεικτη όταν η έκταση για την οποία πρόκειται καλύπτεται, πράγματι, από δασική βλάστηση. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλεται με την αίτηση ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη, διότι δεν βεβαιώνει ότι η υφισταμένη βλάστηση συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή εξυπηρετεί τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος ή δύναται να προσφέρει προϊόντα από τα ξυλώδη φυτά, (βλ. ΣΕ 3745/2004 κ.ά.).
12. Επειδή, από τα εκτεθέντα αναλυτικώς σε προηγούμενη σκέψη στοιχεία του φακέλου, ειδικότερα δε (α) την από 24.10.2001 έκθεση του Δασολόγου του Δασαρχείου Κασσάνδρας Απ. Μαρνάρη, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση εμβαδού 903,00 τ.μ. στις Α/Φ έτους 1945 φέρει τη μορφή δάσους, καλυπτόμενη από αείφυλλα-πλατύφυλλα και πεύκα, στις Α/Φ δε των ετών 1971 και 1978 εμφανίζεται καλυπτόμενη από αείφυλλα-πλατύφυλλα και χαλέπιο πεύκη κατά μήκος του ρέματος και εκχερσωμένη κατά το υπόλοιπο τμήμα, (β) την από 2.6.2003 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας Α/Φ του ιδίου Δασολόγου, σύμφωνα με την οποία η αυτή ως άνω έκταση στις Α/Φ έτους 1945 και 1960 εμφανίζεται ως δάσος με χαλέπιο πεύκη και αείφυλλα-πλατύφυλλα, στις Α/Φ έτους 1993 παρουσιάζει την ίδια μορφή και μόνο κατά θέσεις φαίνεται να έχει εκχερσωθεί, ενώ κατά το χρόνο συντάξεως της εκθέσεως, «το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από χαλέπιο πεύκη και υπόροφο αειφύλλων-πλατυφύλλων», και (γ) τις διαπιστώσεις της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, με βάση τις αεροφωτογραφίες και την αυτοψία που διενεργήθηκε από τα μέλη της, προκύπτει ότι η επίδικη έκταση, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως δασική με την προσβαλλόμενη απόφαση, καλύπτεται διαχρονικά από χαλέπιο πεύκη, με υπόροφο αειφύλλων-πλατυφύλλων, σε ποσοστό 70%. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση της αποφάσεως της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, καθ’ ο μέρος προσβάλλεται, ευρίσκουσα έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου ως προς το είδος, τη σύνθεση, την πυκνότητα και τα χαρακτηριστικά της βλαστήσεως, που προσδίδει στο επίδικο τμήμα δασικό χαρακτήρα, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς και είναι απορριπτέοι όλοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως, όπως εξειδικεύονται με τα υπομνήματα. Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες 29-32/1988 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, εκδοθείσες κατά τη διαδικασία των άρθρων 12-16 του ν. 248/1976, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, ο δασικός ή μη χαρακτήρας ορισμένης εκτάσεως εξετάζεται μόνον παρεμπιπτόντως, και δεχόμενες ότι η επίδικη έκταση, που φέρει «λωρίδα από σχίνα» (βλ. απόφαση 32/1988), «τεχνικό αλσύλλιο» (βλ. απόφαση 31/1988) και «σειρά από πεύκα» (βλ. αποφάσεις 29-30/1988), αποτελεί «αναπόσπαστο τμήμα του παρακείμενου αγρού …, ο οποίος καλλιεργείται δενδροκομικά», δεχόμενες δηλαδή ότι καλλιεργούμενη έκταση είναι ο παρακείμενος αγρός και όχι η επίδικη που όπως διαλαμβάνουν φέρει σχίνα και πεύκα, δεν περιέχουν, πραγματικές διαπιστώσεις ικανές να κλονίσουν την κρίση της προσβαλλομένης, είναι δε απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αιτούσας. Περαιτέρω, οι 2239/15.10.1980 και 736/26.8.1988 πράξεις του Δασαρχείου Κασσάνδρας, τις οποίες επικαλέσθηκε η αιτούσα και ενώπιον της Διοικήσεως, εκτιμήθηκαν από τις οικείες Επιτροπές κατά την ενδικοφανή διαδικασία, κρίθηκε, όμως, αιτιολογημένα ότι η επίδικη έκταση, κατά ένα μέρος, προς την πλευρά του ρέματος, βρίσκεται πέραν των ορίων της εκτάσεως που αποτυπώνει το συνοδεύον την 2239/1980 πράξη τοπογραφικό διάγραμμα (βλ. ανωτέρω τα διαλαμβανόμενα στην 18/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής), ενώ κατά τα λοιπά, στο ανατολικό τμήμα της, εμπίπτει σε ευρύτερη δασική έκταση, σύμφωνα με τα μεταγενέστερα 674/15.4.1998 και 756/28.4.1998 έγγραφα του Δασαρχείου Κασσάνδρας (βλ. τα αναφερόμενα σχετικώς στην απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής). Επομένως, ούτε οι προαναφερθείσες 2239/15.10.1980 και 736/26.8.1988 πράξεις του Δασαρχείου ανατρέπουν το αιτιολογικό έρεισμα της προσβαλλομένης, όπως αβασίμως προβάλλεται. Τέλος, την ανωτέρω πλήρως θεμελιωμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης, που στηρίζεται στις ανωτέρω, από 24.10.2001 και 2.6.2003 εκθέσεις φωτοερμηνείας Α/Φ ετών 1945, 1960, 1971, 1978 και 1993 του Δασολόγου του Δασαρχείου Κασσάνδρας ΑΜ, καθώς και στην αυτοψία τόσο του εν λόγω Δασολόγου όσο και της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, δεν κλονίζει ούτε η από μηνός Απριλίου 2001 ιδιωτική έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου ΦΦ, που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας της αιτούσας στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή (βλ. έκθεση πρακτικών της συνεδριάσεως της 3.6.2003). στην οποία αναφέρεται, ως προς την επίδικη έκταση, ότι το έτος 1945 φέρει οπωροφόρα δένδρα και όχι δασική βλάστηση, το έτος 1971 «συνεχίζει να καλλιεργείται δενδροκομικώς και δεν φέρει ίχνη βλάστησης αειφύλλων-πλατυφύλλων» και ότι «τα άτομα χαλεπίου πεύκης βρίσκονται επί του ρέματος και σαφώς εκτός της επίδικης έκτασης», δεδομένου μάλιστα, ότι και η ιδιωτική αυτή έκθεση δέχεται την ύπαρξη δενδρώδους βλαστήσεως, αλλά εκτιμά, χωρίς ειδικότερη τεκμηρίωση, ότι η βλάστηση αυτή δεν είναι δασική.
13. Επειδή, αλυσιτελώς γίνεται επίκληση των διατάξεων του ν. 3208/2003 (Α’ 303), εφόσον ο νόμος αυτός, δημοσιευθείς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 24.12.2003, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητάς του, δεν είναι πάντως εφαρμοστέος, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, δημοσιευθείσης στις 17.30.2003.
14. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΣτΕ 4253/2009
[Παράνομη έγκριση τμηματικής εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου
χωρίς να προηγηθεί τροποποίησή του λόγω οριοθέτησης ρεμάτων]
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Α. Βιδάλης, Ζ. Βισβάρδη
Στην περίπτωση που η επικύρωση της οριοθέτησης των υπαρχόντων ρεμάτων δεν είχε γίνει με την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, μετά την ειδική διαδικασία επικύρωσης της οριοθέτησής τους, ακολουθεί η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου για την αποτύπωση των ρεμάτων αυτών στα διαγράμματα που συνοδεύουν την πράξη τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου. Στη συνέχεια έπεται, η διαδικασία με την οποία εφαρμόζεται το ρυμοτομικό σχέδιο βάσει του τοπογραφικού χάρτη.
Η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 1 του από 17/7-16/8/1923 ν.δ/τος «περί σχεδίων πόλεων κ.λπ.» , και με την οποία, εκτός της έγκρισης της υψομετρικής μελέτης, εγκρίθηκαν τα διαγράμματα τμηματικής εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου του νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 και Χρυσοχόων-Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστίων είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που, επ’ ευκαιρία της εφαρμογής του σχεδίου στο έδαφος, αποτυπώνει τα προαναφερόμενα ρέματα, χωρίς αυτά να έχουν αποτυπωθεί νομίμως με τροποποίηση του σχεδίου.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2968/17.2.1970 (Δ’ 35) απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 κα Χρυσοχόων-Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστίων στη θέση Σαλάντι Ερμιονίδας. Δεδομένου, όμως, ότι κατά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν είχε γίνει οριοθέτηση των ρεμάτων, κατόπιν πρωτοβουλίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και μετά από σχετική αλληλογραφία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 11961/0-1064/9.3.1998 πράξη του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας, με την οποία εγκρίθηκε ο καθορισμός οριογραμμής των ρεμάτων στην εν λόγω περιοχή παρά τον οικοδομικό συνεταιρισμό προσφύγων 1922 . Για την έκδοση της πράξης αυτής προηγήθηκε το υπ’ αριθμ. 172/4.2.1998 έγγραφο της κοινότητας Διδύμων προς της Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου, το οποίο συνοδευόταν από τη σχετική υπ’ αριθμ. 16/1998 γνωμοδότηση του Κοινοτικού Συμβουλίου Διδύμων. Ακολούθως δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 1708/24.9.1998 (Δ 923/17.11.1998) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της παραλιακής περιοχής του οικισμού «Σαλάντι» τέως Κοινότητας Διδύμων Αργολίδας. Με την απόφαση αυτή, εκτός της ανωτέρω αναθεώρησης, εγκρίθηκε και η επικύρωση των οριογραμμών του ρέματος, όπως αυτές καθορίστηκαν από την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Αργολίδας. Κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως από κυρίους ακινήτων της περιοχής, η τελευταία απόφαση ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 2626/2001 απόφαση λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που την εξέδωσε. Εν συνεχεία, ύστερα από σχετικές αιτήσεις του οικοδομικού συνεταιρισμού Προσφύγων 1922 για την κύρωση των διαγραμμάτων εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου στην έκτασή τους και για την έγκριση της υψομετρικής μελέτης του ανωτέρω ρυμοτομικού σχεδίου, οι οποίες συμπληρώθηκαν και με την υπ’ αριθμ. 6385/28.1.2003 συμβολαιογραφική πράξη δήλωσης ορίων μεταξύ των αιτούντος συνεταιρισμού και του συνεταιρισμού Προσφύγων 22, και μετά την υπ’ αριθμ. 476/02/18.7.2003 εισήγηση της Διεύθυνσης Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας και το υπ’ αριθμ. 14/2/1/21.7.2003 απόσπασμα πρακτικού του Νομαρχιακού Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος Αργολίδας, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2684/9.3.2003 (Δ’ 1072) απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία α) εγκρίθηκαν τα διαγράμματα τμηματικής εφαρμογής του εγκεκριμένου με την υπ’ αριθμ. 2968/17.2.1970 απόφαση Νομάρχη Αργολίδας «ρυμοτομικού σχεδίου νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 και Χρυσοχόων Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστίων στη θέση Σαλάντι» του Δήμου Κρανιδίου Ερμιονίδας, και, β) εγκρίθηκε η υψομετρική μελέτη του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου. Τέλος, στο υπ’ αριθμ. 663/28.2.2005 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας προς το Δικαστήριο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Με την υπ’ αριθμ. 2684/9.9.2003 (ΦΕΚ 1072 Δ/10.10.2003) Απόφαση Νομάρχη Αργολίδας κυρώθηκε η τμηματική εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου των Ο.Σ. «Προσφύγων 1922» και «Χρυσοχόων-Αργυροχόων & Ορολογοπωλών Αθηνών και Προαστίων» στην έκταση του Ο.Σ. «Προσφύγων 1922» που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 2968/17.2.1970 (ΦΕΚ 35 Δ/70 ) Απόφαση Νομάρχη Αργολίδας. Κατά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν είχε γίνει οριοθέτηση ρεμάτων. Στη συνέχεια όμως, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ΔΕΕΑΠ/οικ.45867/1208/γ/7.9.94 έγγραφο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και μετά από σχετική αλληλογραφία με τις αρμόδιες υπηρεσίες έγινε ο καθορισμός των οριογραμμών των υπαρχόντων ρεμάτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α/22.3.79 ), οπότε και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 11961/0-1064/9.3.98 Απόφαση του Δ/ντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.Α. Αργολίδας». Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της προαναφερόμενης η υπ’ αριθμ. 2684/9.3.2003 (Δ’ 1072) απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος της.
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται σε δεύτερη συζήτηση μετά την 3147/2007 προδικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία υποχρεώθηκε η Διοίκηση α) να αποστείλει στο Δικαστήριο προς συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου, την υπ’ αριθμ. 476/02/18.7.2003 εισήγηση της Διεύθυνσης Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του νομού Αργολίδας, το υπ’ αριθμ. 14/2/1/21.7.2003 απόσπασμα πρακτικού του Νομαρχιακού Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος Αργολίδας και τις από 12.2.2002 και 19.4.2002 αιτήσεις του συνεταιρισμού Προσφύγων 22, και β) να διευκρινίσει, στα πλαίσια ποιας διαδικασίας και δυνάμει ποιών διατάξεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη ως προς την τμηματική εφαρμογή των διαγραμμάτων εφαρμογής του σχετικού εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, καθώς και να προσδιορίσει επί των κρίσιμων διαγραμμάτων, εάν η προσβαλλόμενη πράξη θίγει, έστω και εμμέσως, και ιδιοκτησίες του αιτούντος συνεταιρισμού. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη, τρίτο και τέταρτη από τους αιτούντες. Ήδη, μετά την αποστολή ορισμένων από τα ανωτέρω στοιχεία, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση μόνον ως προς τον πρώτο αιτούντα, τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Χρυσοχόων Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστίων ΣΥΝ.ΠΕ.
4. Επειδή, σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση, η Διεύθυνση ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας με το υπ’ αριθμ. 196/16.1.2008 έγγραφό της προς το Δικαστήριο, το οποίο συνοδεύεται και από τα ζητούμενα στοιχεία του φακέλου, βεβαιώνει ότι η τμηματική εφαρμογή στην έκταση του Συνεταιρισμού Προσφύγων 1922 έγινε στα πλαίσια των άρθρων 4 και 5 του ν.δ. της 17.7.1923, τα οποία και αναφέρονται στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του από 17/7-16/8/1923 ν.δ/τος «περί σχεδίων πόλεων κ.λπ.» (Α 228) (βλ. άρθρο 155 παρ. 3 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας ) «τα κατά τα ανωτέρω σχέδια πόλεων, κωμών κ.λπ. μετά την έγκρισίν των εφαρμόζονται βάσει του τοπογραφικού χάρτου, εφ’ ου συνετάγησαν, κατά το λεπτομερέστερον δια β.δ/τος κανονισθησόμενα. Εφ’ όσον το εγκεκριμένον σχέδιον είναι συντεταγμένον υπό μικράν κλίμακα, δύναται δια την εφαρμογήν να αποτυπωθή υπό μείζονα τοιαύτην, καθοριζομένων άμα τη αποτυπώσει ταύτη σαφέστερον των λεπτομερειών βάσει του εγκεκριμένου σχεδίου. Αι τοιαύται αποτυπώσεις θεωρούνται ως ακριβή αντίγραφα του εγκεκριμένου σχεδίου και ισχύουσι κυρούμεναι δι’ αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας Υπουργού, λαμβανομένης μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Εν περιπτώσει διαφορών μεταξύ του αρχικώς εγκεκριμένου σχεδίου και των ανωτέρω αντιγράφων, οφειλομένων εις την διαφοράν της κλίμακος, επικρατέστερα θεωρούνται τα αντίγραφα ως προς τα οποία θεωρούνται ισχύουσαι αι διατάξεις του παρόντος διατάγματος». Με την προσβαλλόμενη πράξη, όπως προαναφέρθηκε, κατόπιν σχετικών αιτήσεων του οικοδομικού συνεταιρισμού Προσφύγων 22 α), κυρώθηκαν τα διαγράμματα εφαρμογής του ανωτέρω ρυμοτομικού σχεδίου του νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 και Χρυσοχόων-Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστείων στη θέση Σαλάντι» του Δήμου Κρανιδίου Ερμιονίδας (υπ’ αριθμ. 2968/17.2.1970 απόφαση Νομάρχη Αργολίδας), και β) εγκρίθηκε η υψομετρική μελέτη του ρυμοτομικού αυτού σχεδίου. Ενόψει αυτού, η προσβαλλόμενη πράξη, ως προς το πρώτο σκέλος της, του οποίου ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, δεν εντάσσεται στη διαδικασία εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης κατ’ άρθρο 48 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α’ 268), όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2721/1999 (Α’ 112) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 2944/2001 (Α’ 222), υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, αλλά πράξη η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεως και συνεπώς, υπάγεται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ειδικότερα, στην αρμοδιότητα του Ε’ Τμήματος, ενώπιον του οποίου νομίμως εισάγεται για συζήτηση.
6. Επειδή, ο αιτών συνεταιρισμός προβάλλει ότι η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη πράξη ρήτρα, η οποία ορίζει ότι η έγκριση των διαγραμμάτων τμηματικής εφαρμογής του ανωτέρω σχεδίου εξαρτάται από την προϋπόθεση τήρησης του άρθρου 348 παρ. 1β του Βασικού Κώδικα Πολεοδομικής Νομοθεσίας, σύμφωνα με το οποίο η δόμηση παραρρεμάτιων οικοπέδων πρέπει να απέχει τουλάχιστον 10 μέτρα από την οριογραμμή, περιορίζει ή και σε μερικές περιπτώσεις καθιστά αδύνατη τη δόμηση σε οικόπεδα που ανήκουν σε μέλη του, εξαιτίας της γειτνίασης τους με ρέμα που αποτελεί κοινό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτού και του συνεταιρισμού Προσφύγων 22. Δεδομένου ότι η Διοίκηση δεν διευκρίνισε, όπως υπεχρεούτο, μετά την έκδοση της παραπάνω 3147/2007 προδικαστικής απόφασης, με προσδιορισμό στα κρίσιμα σχεδιαγράμματα, εάν η προσβαλλόμενη πράξη θίγει ιδιοκτησίες του αιτούντος συνεταιρισμού, το Δικαστήριο θεωρεί ακριβή τον ανωτέρω ισχυρισμό κατά την πραγματική του βάση, ανεξαρτήτως ότι από τα παραπάνω διαγράμματα προκύπτει πράγματι ότι στο κοινό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών των δύο συνεταιρισμών υπάρχει ρέμα. Ενόψει αυτού, ο αιτών συνεταιρισμός με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η διαδικασία για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ξεκίνησε κατόπιν αιτήσεων του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Προσφύγων 1922, το δε σχέδιο εφαρμόστηκε αποκλειστικά στην ιδιοκτησία αυτού του συνεταιρισμού.
7. Επειδή το άρθρο 6 του ν. 880/1979 (58 Α), όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, δηλαδή, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1 γ’ του άρθρου 6 του ν. 2052/1992 (94 Α’), και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 ν. 3010/2002 (ΦΕΚ Α 91), ορίζει ότι «1. Τα υδατορέματα (μη πλεύσιμοι ποταμοί, χείμαρροι, ρέματα και ρυάκια), που βρίσκονται εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ή εντός οικισμών που δεν έχουν ρυμοτομικό σχέδιο, οριοθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η οριοθέτηση συνίσταται στον καθορισμό και επικύρωση των πολυγωνικών γραμμών εκατέρωθεν της βαθιάς γραμμής του υδατορέματος, οι οποίες περιβάλλουν τις γραμμές πλημμύρας, τις όχθες, καθώς και τα τυχόν φυσικά ή τεχνητά στοιχεία, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του υδατορέματος. Ο κατά τα ανωτέρω καθορισμός μπορεί να γίνεται και σε τμήματα μόνο των υδατορεμάτων. Στην περίπτωση αυτή η τεχνική έκθεση της επόμενης παραγράφου συνοδεύεται από υδρολογικά, υδραυλικά και περιβαλλοντικά στοιχεία ή μελέτες για το συνολικό μήκος του υδάτος ρέματος. 2. Για την κατά τα ανωτέρω οριοθέτηση απαιτούνται: Ι. Οριζοντιογραφικό και υψομετρικό τοπογραφικό διάγραμμα αποτύπωσης του υδατορέματος σε κατάλληλη κλίμακα και εξαρτώμενο από το τριγωνομετρικό δίκτυο της περιοχής που συντάσσεται με μέριμνα: α) του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ή β) της οικείας Περιφέρειας, ή γ) της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ή δ) του οικείου Ο.Τ.Α. Α΄ Βαθμού, ή ε) άλλου προσώπου που αναθέτει σε μηχανικό ο οποίος έχει δικαίωμα για τη σύνταξη τέτοιου διαγράμματος. Στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ τα τοπογραφικά διαγράμματα ελέγχονται και θεωρούνται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. ΙΙ. Τεχνική Έκθεση που συνοδεύεται από υδρολογικά, υδραυλικά και περιβαλλοντικά στοιχεία ή μελέτες βάσει των οποίων προτείνονται οι οριογραμμές του υδατορέματος στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα. Η Τεχνική Έκθεση με τα συνοδευτικά της στοιχεία συντάσσεται, ελέγχεται και θεωρείται όπως το τοπογραφικό διάγραμμα της παραγράφου (Ι) από τις αντίστοιχες Υπηρεσίες της παραγράφου (Ι).3.α. Ο καθορισμός των οριογραμμών γίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της προηγούμενης παραγράφου από τις Υπηρεσίες της παραγράφου αυτής, ύστερα από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία παρέχεται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη σχετική πρόσκληση ή και χωρίς τη γνώμη αυτή ύστερα από πάροδο άπρακτης της παραπάνω προθεσμίας, β. Η επικύρωση του καθορισμού γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας και στην περίπτωση που το τοπογραφικό διάγραμμα συντάχθηκε με μέριμνα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Η απόφαση αυτή συνοδεύεται από το τοπογραφικό διάγραμμα του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου σε σμίκρυνση και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στις περιπτώσεις έγκρισης τροποποίησης σχεδίου η επικύρωση μπορεί να γίνεται με τη διοικητική πράξη έγκρισης τροποποίησης του σχεδίου.”
8. Επειδή, από τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι για την οριοθέτηση των υδατορεμμάτων ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι για την οριοθέτηση ρέματος απαιτείται η σύνταξη οριζοντιογραφικού και υψομετρικού τοπογραφικού διαγράμματος αποτύπωσης του υδατορέμματος, με μέριμνα, κατά περίπτωση, μεταξύ άλλων, του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. ή της οικείας Περιφέρειας, αρμόδιο δε για την επικύρωση του καθορισμού όργανο, είναι, κατ’ αρχήν, ο Γενικός Γραμματέας Περιφερείας, ενώ ο Υπουργός ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. καθίσταται αρμόδιος όταν το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα έχει συνταχθεί με μέριμνα του Υπουργείου του. Προβλέπεται δε ότι στις περιπτώσεις έγκρισης ή τροποποίησης σχεδίου η επικύρωση μπορεί να γίνεται με τη διοικητική πράξη έγκρισης ή τροποποίησης του σχεδίου. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 5 και 7 συνάγεται ότι, στην περίπτωση που η επικύρωση της οριοθέτησης των υπαρχόντων ρεμάτων δεν είχε γίνει με την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, μετά την κατά την ανωτέρω διαδικασία επικύρωσης της οριοθέτησής του, ακολουθεί η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου για την αποτύπωση των ρεμάτων αυτών στα διαγράμματα που συνοδεύουν την πράξη τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και, στη συνέχεια έπεται, η διαδικασία του άρθρου 5 παρ. 1 του από 17/7-16/8/1923 ν.δ/τος «περί σχεδίων πόλεων κ.λπ.», με την οποία εφαρμόζεται το ρυμοτομικό σχέδιο βάσει του τοπογραφικού χάρτη.
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην δεύτερη σκέψη στοιχεία του φακέλου, κατά την έγκριση με την υπ’ αριθμ. 2968/17.2.1970 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας του ρυμοτομικού σχεδίου του νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 και Χρυσοχόων- Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προασιείων στη θέση Σαλάντι του Λήμου Κρανιδίου Ερμιονίδας, δεν είχε γίνει οριοθέτηση των υπαρχόντων εντός του οικισμού ρεμάτων. Η εν λόγω οριοθέτηση πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 880/1979, όπως ίσχυε, με την υπ’ αριθμ. 11961/0-1064/9.3.98 απόφαση του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας, η οποία, τουλάχιστον κατά ένα τμήμα των ρεμάτων, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 1708/24.9.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της παραλιακής περιοχής του οικισμού «Σαλάντι» τέως Κοινότητας Διδύμων Αργολίδας, αποτυπώθηκε δε το τμήμα αυτό στο σχετικό συνοδευτικό τοπογραφικό διάγραμμα. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 1 του από 17/7-16/8/1923 ν.δ/τος «περί σχεδίων πόλεων κ.λπ.» , και με την οποία, εκτός της έγκρισης της υψομετρικής μελέτης, εγκρίθηκαν τα διαγράμματα τμηματικής εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου του νέου οικισμού οικοδομικών συνεταιρισμών Προσφύγων 1922 και Χρυσοχόων-Αργυροχόων και Ωρολογοπωλών Αθηνών και Προαστείων είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που, επ’ ευκαιρία της εφαρμογής του σχεδίου στο έδαφος, αποτυπώνει το πρώτον τα προαναφερόμενα ρέματα, χωρίς αυτά να έχουν αποτυπωθεί νομίμως με τροποποίηση του σχεδίου σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται παραπάνω στη σκέψη 8, δεδομένου άλλωστε ότι με την 2626/2001 απόφαση του Δικαστηρίου ακυρώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η υπ’ αριθμ. 1708/24.9.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την οποία αναθεωρήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της παραλιακής περιοχής του οικισμού «Σαλάντι» τέως Κοινότητας Διδύμων Αργολίδας και εγκρίθηκε η οριοθέτηση τμήματος των επίδικων ρεμάτων.
10. Επειδή, για το λόγο αυτό που προβάλλεται καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, εξετάζεται δε και αυτεπαγγέλτως διότι αφορά τη νόμιμη βάση της προσβαλλόμενης πράξης, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που αποτυπώνει τα υπάρχοντα εντός του οικισμού ρέματα.
ΣτΕ 4252/2009
[Ειδική αποζημίωση διατήρησης αυθαίρετου κτίσματος
σε αναδασωτέα έκταση]
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Χρ. Λιάκουρας
Δικηγόροι: Π. Καραστεργίου, Ηλ. Καχριμανίδης
Η ειδική αποζημίωση διατήρησης αυθαίρετου κτίσματος σε αναδασωτέα έκταση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαιρέτων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, όσο και στην κατεδάφισή τους μετά την τυχόν ανέγερσή τους, αφού καθιστά εξαιρετικά ασύμφορη οικονομικά τη διατήρησή τους. Επιβάλλεται από τον Δασάρχη παράλληλα με την υποχρέωση του κράτους για αποκατάσταση της καταστραφείσας δασικής έκτασης και δεν συνιστά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος.
Δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης αναδρομικής επιβολής της ειδικής αποζημίωσης στην περίπτωση που το σχετικό πρωτόκολλο εκδίδεται για αυθαίρετα που είχαν κατασκευαστεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης πριν μεν από την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993 αφορούν, όμως, σε χρονικά διαστήματα διατήρησης των αυθαίρετων αυτών μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου.
Βασικές σκέψεις
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6339/2003 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή των αναιρεσιβλήτων κατά του υπ’ αριθμ. 904/23.2.2001 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας, με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ειδική αποζημίωση ύψους 10.928.300 δραχμών για διατήρηση αυθαίρετου κτίσματος, εμβαδού 46,4 τ.μ., σε αναδασωτέα έκταση στη θέση «Ζαβερδέλλα» στην περιφέρεια του Δήμου Φυλής κατά το χρονικό διάστημα από 5.2.1998 έως 31.12.2000.
3. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο πρωτόκολλο έχει εκδοθεί δυνάμει της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 (Α’ 88). Η διάταξη αυτή εντάσσεται στο σύστημα του ως άνω άρθρου 114, σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α’ 289). Ειδικώτερα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979 όπως, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος .. την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος… ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση… και με χρηματική ποινή …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «2. … Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υπόχρεου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων. Εξάλλου, κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990: «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2880/2001 (ΦΕΚ 9 Α’), «2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας με τεχνική υποστήριξη που διατίθεται και από τεχνική υπηρεσία νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και με την συνδρομή της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας». Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993, «3. Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου… Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της … προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα …», ενώ, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, κατά την παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 «5. Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζόμενης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είχε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές …. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Η υποχρέωση προς καταβολή της παραπάνω ειδικής αποζημιώσεως επί των πράξεων κατεδαφίσεως, που έχουν ήδη εκδοθεί αρχίζει μετά ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: με την υπ’ αριθμ.5097/98/22.3.1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής αποφασίσθηκε η κατεδάφιση κτίσματος, διαστάσεων 8 μ.Χ5,8 και εμβαδού 46,4 τ.μ. καθώς και σανίδων τοποθετημένων σε προϋπάρχοντα τοίχο από μπετόν αρμέ, συνολικής περιμέτρου 52 μ., που φέρονται ότι έγιναν αυθαίρετα από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων κατά το διάστημα από Φεβρουάριο 1991 έως Μάρτιο 1992, μέσα σε δημόσια δασική και αναδασωτέα έκταση επιφάνειας 253 τ.μ., στη θέση «Ζαβερδέλλα» της περιοχής του Δήμου Φυλής Αττικής. Κατά της ανωτέρω πράξης κατεδάφισης δεν ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως, και, κατόπιν αυτού, εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 904/23.2.2001 Πρωτόκολλο Ειδικής Αποζημίωσης του Δασάρχη Πάρνηθας, με το οποίο επιβλήθηκε στον ανωτέρω ειδική αποζημίωση ύψους 10.928.300 δραχμών λόγω διατήρησης κατεδαφιστέου κτίσματος για το χρονικό διάστημα από 5.2.1998 έως 31.12.2000.
5. Επειδή, το Σύνταγμα, θεσπίζοντας την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης τους και να απομακρύνει κάθε κατασκευή που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους, ουδόλως αποκλείει την καθιέρωση νομοθετικού συστήματος προστασίας του δάσους που επιβάλλει, παραλλήλως προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Κράτους, την υποχρέωση αποκατάστασης του δάσους στον προκαλέσαντα την βλάβη σ’ αυτό ιδιώτη επ’ απειλή διοικητικών ή άλλων εις βάρος του κυρώσεων (ΣτΕ 1785/2001 7μελούς). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 114 παρ. 5 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, η προβλεπόμενη από αυτό ειδική αποζημίωση αποτελεί διοικητική κύρωση που αποβλέπει τόσο στην αποτροπή ανέγερσης αυθαιρέτων εντός δασών και δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, όσο και στην κατεδάφισή τους μετά την τυχόν ανέγερσή τους, καθιστώντας εξαιρετικά ασύμφορη οικονομικά τη διατήρησή τους, επιβάλλεται δε από τον Δασάρχη παραλλήλως με την υποχρέωση του κράτους για αποκατάσταση της καταστραφείσας δασικής έκτασης και δεν συνιστά φόρο ή οικονομικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του ν. 2145/ 1993 η διοικητική αυτή κύρωση επιβάλλεται στο διοικούμενο για αυθαίρετα που έχουν ανεγερθεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αλλά, προφανώς, για χρονικά διαστήματα κατά τα οποία διατηρήθηκαν τα αυθαίρετα αυτά, μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου. Δεν συντρέχει δε περίπτωση ανεπίτρεπτης αναδρομικής εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης στην περίπτωση που με το σχετικό πρωτόκολλο επιβάλλεται στο διοικούμενο ειδική αποζημίωση για αυθαίρετα που είχαν κατασκευαστεί εντός δάσους ή δασικής ή αναδασωτέας έκτασης πριν μεν από την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993 αφορούν, όμως, σε χρονικά διαστήματα διατήρησης των αυθαίρετων αυτών μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού.
6. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η προαναφερόμενη ασκηθείσα προσφυγή και ακυρώθηκε το επιβληθέν πρωτόκολλο. Κι αυτό διότι κρίθηκε ότι, ενόψει του ότι, κατά την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, η εν λόγω ειδική αποζημίωση αποτελεί οικονομικό βάρος, η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 2145/1993, που την προβλέπει χωρίς διάκριση, τόσο δηλαδή για τα παράνομα κτίσματα που ανεγείρονται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993, όσο και για τα ανεγερθέντα πριν την έναρξη ισχύος του, αντίκεινται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος που αποκλείει την επιβολή φόρου ή άλλου οιουδήποτε βάρους με νόμο αναδρομικής ισχύος, κατά το μέρος που καταλαμβάνει και τα ανεγερθέντα μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2145/1993 παράνομα κτίσματα εντός δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η εν λόγω ειδική αποζημίωση αντιστρατεύεται και το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος διότι η πρόβλεψη και η επιβολή της οδηγεί σε καταστρατήγηση από μέρους του Δημοσίου του σκοπού της συνταγματικής αυτής διάταξης ενόψει της πρακτικής της Διοίκησης,………………………………. επιβολή της ειδικής αποζημίωσης, από ότι την κατεδάφιση των εντός δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων ανεγερθέντων κτισμάτων ή την επισταμένη φροντίδα πρόληψης ανέγερσης κτισμάτων στις εν λόγω εκτάσεις. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη διότι, ανεξαρτήτως ότι, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, το επίδικο πρωτόκολλο αποτελεί διοικητική κύρωση που επιβάλλεται με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, στην προκειμένη περίπτωση, το εν λόγω πρωτόκολλο, το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων το έτος 2001, αφορά τη διατήρηση του κατασκευασθέντος μεν από το έτος 1991 αυθαιρέτου του, αλλά για το χρονικό διάστημα από 5.2.1998 έως 31.12.2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2154/1993, και επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής της ανωτέρω εφαρμοστέας διάταξης του νόμου αυτού.
6. Επειδή, για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να αναπεμφθεί στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών για νόμιμη κρίση.






