ΣτΕ 265/2026 [Νόμιμη απόρριψη αιτήματος για έγκριση παρέκκλισης προς επέκταση υπεραγοράς στο Αργοστόλι]
Περίληψη
– Τα κριτήρια για την έγκριση παρέκκλισης πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων στον νόμο και όχι να τίθενται επ’ ευκαιρία της εκάστοτε εφαρμογής του. Ελλείψει δε σαφούς κανονιστικού πλαισίου και νομίμων κριτηρίων, η έγκριση της παρέκκλισης δεν αποτελεί εφαρμογή του νόμου με την έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης, αλλά κατ’ ουσίαν. Κανονιστικό καθορισμό όρων δόμησης για κάθε συγκεκριμένο γήπεδο από το αποφασίζον όργανο, κατ’ ενάσκηση ανεπίτρεπτα ευρείας διακριτικής ευχέρειας. Ενόψει τούτων, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του π.δ. του 1985 (άρθρ. 163 παρ. 1 του ΚΒΠΝ) που προβλέπουν παρέκκλιση από τον κανόνα της εκτός σχεδίου δόμησης παραβιάζουν τις μνημονευθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις, ερμηνευόμενες σύμφωνα με το Σύνταγμα, και θεσπίζουν ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας για τη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων επ’ ευκαιρία κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Η πρόβλεψη όρων δόμησης, προσαρμοσμένων σε ειδικές χρήσεις κτιρίων, είναι συνταγματικώς ανεκτή υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ως προς την οργάνωση της δόμησης σε περιοχές εκτός σχεδίου, όπου, κατά την έννοια του άρθρου 24 παρ. 2 Συντ. η δόμηση είναι μόνο κατ’ εξαίρεση ανεκτή. Η ανέγερση κτιρίων υπεραγορών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του π.δ/τος της 24.5.1985, εφόσον, δηλαδή, το ποσοστό κάλυψης, ο συντελεστής δόμησης και το ύψος υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα για τα γραφεία και τα συνήθη καταστήματα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί θα εγκρίνονται, για μεν την Περιφέρεια Αττικής, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής [ήδη Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας] μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), για δε τις υπόλοιπες περιοχές της επικράτειας, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα [ήδη Συντονιστή] Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) ακόμη και αν δεν εξαντλούνται τα μέγιστα όρια που προβλέπονται για τις υπεραγορές. Η απόφαση αυτή δεν αφορά το επιτρεπτό ή τις προϋποθέσεις δόμησης του γηπέδου εν γένει, αφού τα ζητήματα αυτά ρυθμίζονται ήδη στον νόμο, αλλά τη μορφή και τις διαστάσεις του συγκεκριμένου κτιρίου και, συνεπώς, έχει ατομικό χαρακτήρα. Εκδίδεται κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, που παρέχεται με το άρθρο 5 παρ. 2 του ως άνω π.δ/τος, εντός των κανονιστικώς προσδιοριζομένων στην ίδια διάταξη ορίων, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να εξαντληθούν, κατόπιν συνεκτίμησης, αφενός των αναγκών που συνδέονται με τη λειτουργικότητα του κτιρίου που πρόκειται να ανεγερθεί και αφετέρου των επιπτώσεων από την ανέγερσή του στα όμορα ακίνητα και γενικότερα στο περιβάλλον, και αφοί) προηγηθεί, κατά τα ανωτέρω, γνωμοδότηση του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. ή του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., δηλαδή διοικητικών οργάνων που διαθέτουν την απαραίτητη επιστημονική και τεχνική επάρκεια να προβούν στις σχετικές κρίσεις. Οι ειδικοί όροι δόμησης της παρ. 2 του άρθρου 5 είναι σαφείς, προσδιορίζονται κατ’ ανώτατο όριο και δεν έχουν υπερβολικά μεγάλο εύρος, πέραν δε τούτων δικαιολογούνται λόγω της φύσης και του (κατά κανόνα) μεγαλύτερου μεγέθους των κτιρίων στα οποία αφορούν (υπεραγορών και καταστημάτων για τη διοργάνωση κοινωνικών εκδηλώσεων). Κατόπιν των ανωτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του π.δ. της 24.5.1985 (άρθρου 166 παρ. 2 του Κ.Β.Π.Ν.) κείνται εντός της παρασχεθείσης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και έχουν τεθεί εγκύρως, τυχόν δε πλημμέλειες κατά την εφαρμογή τους ελέγχονται μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας.
Η προσβαλλόμενη πράξη είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, τούτο δε πέραν των τυχόν άλλων λόγων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν εντονότερους περιορισμούς στην έγκριση των «κατά παρέκκλιση» όρων δόμησης για το συγκεκριμένο ακίνητο (όπως ιδίως η θέση του εν μέρει εντός αρχαιολογικού χώρου). Κατά συνέπεια, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συναφώς, και δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη πράξη φέρει νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, οι προβαλλόμενοι λόγοι περί υπέρβασης των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και περί παραβίασης των αρχών της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, πέραν της αοριστίας τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας λόγω μίας φράσης που διατυπώθηκε από ένα μέλος του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. η οποία δεν προκύπτει ότι επηρέασε το συνολικό περιεχόμενο της γνωμοδότησης, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος.
Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου
Εισηγητής: Δ. Μπουγάτσος






