ΣτΕ 267/2026 [Νόμιμη απόφαση περί υπαγωγής σε ΠΠΔ μονάδας προσωρινής αποθήκευσης απορριμμάτων]
Περίληψη
– Οι διατάξεις περί προτύπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων καθορίζουν ένα ιδιαίτερο και απλουστευμένο σύστημα περιβαλλοντικής αδειοδότησης των εγκαταστάσεων αποθήκευσης στερεών μη επικινδύνων αποβλήτων που λόγω των χαρακτηριστικών τους (ιδίως ως προς τις ποσότητες των αποβλήτων), εμπίπτουν στην περιβαλλοντική κατηγορία Β του ν. 4014/2011, διότι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δεν προκαλούν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 1943/2017 7μ.), βασικό χαρακτηριστικό του εν λόγω συστήματος αποτελεί ο καθορισμός των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων για την εγκατάσταση και τη λειτουργία των εν λόγω μονάδων σε κανονιστικό επίπεδο με λεπτομερείς κανόνες, που είναι κατά βάση ενιαίοι, αλλά μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τη θέση εκάστης εξ αυτών. Συνιστούν δε οι δεσμεύσεις αυτές γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς, που τίθενται για τη συμβατή με την προστασία του περιβάλλοντος λειτουργία των μονάδων. Ρυθμίζουν δε κρίσιμες για την προστασία του περιβάλλοντος παραμέτρους, όπως τις αέριες εκπομπές, τα υγρά και στερεά απόβλητα, τον θόρυβο και τις δονήσεις, και την αισθητική υποβάθμιση του τοπίου. Περαιτέρω, η θέσπιση των εν λόγω περιβαλλοντικών όρων σε κανονιστικό επίπεδο καθιστά, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, περιττή την παρεμβολή αυτοτελούς σταδίου περιβαλλοντικής αδειοδότησης κάθε μονάδας ξεχωριστά. Αυτή δε υποκαθίσταται από την υποβολή εκ μέρους του ενδιαφερομένου δήλωσης υπαγωγής στις ΠΠΔ, η οποία δεν συνοδεύεται από ειδική για κάθε μονάδα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εξάλλου, στην περίπτωση που το έργο πρόκειται να εγκατασταθεί εντός περιοχής του δικτύου Natura, προβλέπεται η υποβολή ειδικής οικολογικής αξιολόγησης, δηλαδή μελέτης για τις επιπτώσεις του έργου στην εν λόγω προστατευόμενη περιοχή. Τέλος, το θεσπιζόμενο με τις ως άνω νέες διατάξει σύστημα δεν περιορίζεται στην εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του/ έργου/δραστηριότητας από μόνο τον ιδιώτη μελετητή, αλλά απλώς μεταθέτει την ευθύνη για την προστασία του περιβάλλοντος σε δημόσιο πάλι όργανο, ήτοι στην αδειοδοτούσα αρχή ή στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ.Σ.) της οικείας Περιφέρειας, το οποίο ελέγχει την πληρότητα και νομιμότητα όχι μόνο της δήλωσης υπαγωγής στις ΠΠΔ, αλλά και των λοιπών συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικών. Έχοντας την έννοια αυτή, αναφερόμενες σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης στερεών μη επικινδύνων αποβλήτων που κατατάσσονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Β, ήτοι σε δραστηριότητες, που έχουν καταταγεί από τον νομοθέτη σε εκείνες που δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, οι προεκτεθείσες διατάξεις δεν αντίκεινται στις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 24 τον Συντάγματος και 191 της ΣΛΕΕ, αφού οι ίδιες οι ΠΠΔ έχουν τεθεί και ο έλεγχος της νομιμότητας της υπαγωγής σε αυτές έχει διενεργηθεί προ πάσης λειτουργίας τους. Γίνεται δε έλεγχος ακρίβειας κάθε σχετικώς υποβαλλόμενου στοιχείου από αρμόδια αρχή. Ενόψει τούτων, οι διατάξεις αυτές, αποσκοπούσες, κατά τα λοιπά: στην απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, είναι έγκυρες και ισχυρές.
Με την αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι το καθιερούμενο με τις διατάξεις του ν. 4014/2011 σύστημα υπαγωγής σε ΠΠΔ, βάσει του οποίου εκδόθηκε, αντίκειται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που εγγυάται η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως, όμως, εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, η εφαρμογή του απλουστευμένου τρόπου περιβαλλοντικής αδειοδότησης εγκαταστάσεων προσωρινής αποθήκευσης αποβλήτων, με τα χαρακτηριστικά της επίδικης μονάδας, ιδίως ως προς τις ποσότητες εισερχόμενων αποβλήτων, που δεν επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και, για το λόγο, άλλωστε, αυτό, δεν έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των έργων και δραστηριοτήτων που υπόκεινται υποχρεωτικά στη διαδικασία ειδικής εκτίμησης των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, αφού οι πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, στις οποίες υποχρεωτικώς υπάγονται οι εν λόγω σταθμοί, έχουν θεσπισθεί κανονιστικώς εκ των προτέρων.
Οι διαδικασίες ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού προβλέπονται στην περίπτωση έργων τα οποία υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατόπιν σχετικής μελέτης, δηλαδή είτε για έργα που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της οδηγίας 2011/92/ΕΕ είτε για έργα του Παραρτήματος II για τα οποία τα κράτη μέλη κρίνουν ότι απαιτείται η εκτίμηση λόγω των χαρακτηριστικών τους. Συνεπώς, στις περιπτώσεις έργων, όπως το επίδικο, για το οποίο δεν απαιτείται υποχρεωτικά εκ της οδηγίας η σύνταξη μελέτης για την εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον, ενώ κατά το εθνικό δίκαιο έχει προβλεφθεί μόνο διαδικασία έκδοσης απόφασης υπαγωγής σε ΠΠΔ λόγω της κατάταξής του στην κατηγορία Β’, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή διαδικασίας δημοσιότητας, ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού- κατά το ενωσιακό δίκαιο, όπως αβασίμως επικαλείται ο αιτών. Εξάλλου, οι ΠΠΔ εγκαταστάσεων προσωρινής αποθήκευσης αποβλήτων, με τα χαρακτηριστικά της επίδικης μονάδας, δηλαδή οι όροι ασφαλούς για το περιβάλλον κατασκευής και λειτουργίας τους, καθορίζονται, κατά το νόμο, σε κανονιστικό επίπεδο, εν προκειμένω δε θεσπίσθηκαν με την κυα, η οποία, ως κανονιστική, δημοσιεύθηκε προσηκόντως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με συνέπεια να καταστεί ευρέως γνωστή και να υπόκειται στο κατά το Σύνταγμα και το νόμο σύστημα ελέγχου της νομιμότητάς της. Επιπλέον και η προσβαλλόμενη περιβαλλοντική άδεια δημοσιεύεται και στον διαδικτυακό τόπο «Διαύγεια» του ν. 3861/2010, η δημοσίευση δε αυτή έλαβε και εν προκειμένω χώρα. Ενόψει τούτων, ο προβαλλόμενος λόγος, όπως προβάλλεται, κατ’ επίκληση εξάλλου ενωσιακής νομοθεσίας που, κατά τα προαναφερόμενα, δεν είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για τη βεβαίωση του δασικού εν γένει ή μη χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης ενώπιον της Περιφέρειας, προς την οποία υποβάλλεται αίτηση για την υπαγωγή δραστηριότητας σε ΠΠΔ, αρκεί η υπεύθυνη δήλωση από μηχανικό επί του τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου εγκατάστασης της δραστηριότητας και δεν απαιτείται να υποβληθεί πράξη χαρακτηρισμού της κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Εν προκειμένω, δε, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης υπεβλήθη η κατά τα ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση μηχανικού επί του σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος, με την οποία βεβαιώνεται ότι η επίδικη έκταση δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως.
Όπως προκύπτει από τον ν. 4014/201, η διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης απαιτείται μόνο σε περιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων, που έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον και εντάσσονται στην περιβαλλοντική κατηγορία A του εν λόγω νόμου (βλ. άρθρα 2 παρ. 3 περ. α’, 11 παρ. 3 περ. β’, Παράρτημα II περ. 3 του ως άνω νόμου) ή πρόκειται για έργα Β κατηγορίας, που πραγματοποιούνται σε περιοχές, που εμπίπτουν στο δίκτυο Natura 2000 βάσει Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (βλ. άρθρο 10 παρ. 2 του ως άνω νόμου). Εν προκειμένω, ωστόσο, η επίδικη μονάδα προσωρινής αποθήκευσης ογκωδών απορριμμάτων κατατάσσεται, με βάση τη θέση και τη χωρητικότητά της, στην περιβαλλοντική κατηγορία Β των έργων και δραστηριοτήτων του ν. 4014/211. για τα οποία απαιτείται απλώς η τήρηση διαδικασίας υπαγωγής τους σε ΠΠΔ. και, περαιτέρω, βρίσκεται και εκτός του δικτύου Natura 2000, με πλησιέστερη προστατευόμενη περιοχή σε μεγάλη απόσταση 6,2 χλμ. περίπου. Συνεπώς, δεν απαιτείται η έρευνα εναλλακτικών λύσεων για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης υπαγωγής σε ΠΠΔ και πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως.
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι η χωροθέτηση της επίδικης εγκατάστασης είναι αποσπασματική κι ευκαιριακή (με κριτήριο τη δωρεάν διάθεση χώρου) και όχι αντικείμενο ευρύτερου, ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από βεβαίωση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, που ελήφθη υπόψη για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, η εγκατάσταση της επίμαχης μονάδας είναι συμβατή με τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης, που ισχύουν για την περιοχή, σύμφωνα με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Επανομής που επιτρέπει τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων συλλογής-μεταφοράς-επεξεργασίας και διάθεσης στερεών αποβλήτων σε όλες τις ζώνες του ΓΠΣ. Εξάλλου, η επίδικη μονάδα προσωρινής αποθήκευσης ογκωδών απορριμμάτων, όπως περιγράφεται στην προσβαλλόμενη πράξη, δεν συνιστά βιομηχανική/βιοτεχνική δραστηριότητα, όπως υπολαμβάνει ο αιτών, αλλά αποκλειστικά σύστημα περιβαλλοντικών υποδομών, το οποίο συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) και του Τοπικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (ΤΣΔΑ), όπως εγκρίθηκε με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θερμαϊκού. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ούτε ο αιτών επικαλείται τη συνδρομή κάποιου συγκεκριμένου κριτηρίου αποκλεισμού βάσει του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί συνολικά ως αβάσιμος. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται και ο ειδικότερος ισχυρισμός του αιτούντος ότι η επίδικη μονάδα ως βιομηχανική/βιοτεχνική εγκατάσταση θα έπρεπε να χωροθετηθεί σε ειδικώς εκ των προτέρων καθορισμένη περιοχή βάσει της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη πραγματική βάση ως προς τον χαρακτήρα της μονάδας κατά τα ανωτέρω.
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι η επίδικη δραστηριότητα προκαλεί σημαντική υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και αισθητική αλλοίωση του τοπίου της περιοχής, τέτοιας έκτασης, ώστε να αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Κατά τα παγίως κριθέντα, η ευθεία αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση, στηριζομένη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή, μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή την δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες, ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης έχει συνεκτιμηθεί τυχόν περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής, η εκπομπή σκόνης, η έκλυση θορύβου και αποβλήτων και έχουν τεθεί ήδη σε κανονιστικό επίπεδο και περιλαμβάνονται και στην προσβαλλόμενη πράξη οι απαιτούμενοι για την ασφαλή για το περιβάλλον κατασκευή και λειτουργία της μονάδας σχετικοί ειδικοί όροι. Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τις μη σημαντικές συνέπειες της επίδικης δραστηριότητας στο περιβάλλον ως υπαγόμενης στην κατηγορία Β, κατά την περιβαλλοντική νομοθεσία, δεν ανακύπτει ζήτημα πρόδηλης παραβίασης της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης Συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως.
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι δεν προβλέφθηκαν ειδικοί όροι για την προστασία του περιβάλλοντος από την επίδικη οχληρή δραστηριότητα και η πράξη παρίσταται πλημμελώς αιτιολογημένη, στο μέτρο που δεν ελήφθησαν υπόψη τα χαρακτηριστικά της περιοχής για την επιβολή των κατάλληλων δεσμεύσεων. Συναφώς, προβάλλεται ότι δεν αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις από την εν λόγω δραστηριότητα στον αιγιαλό και την (παρακείμενη) περιοχή NATURA, Ωστόσο, όπως προκύπτει από την νομοθεσία, λόγω των τοπικών και μη σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον από τα έργα της περιβαλλοντικής κατηγορίας Β, όπως είναι η επίδικη μονάδα, δεν υφίσταται για αυτά υποχρέωση ειδικής εκτίμησης και αξιολόγησης επιπτώσεων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον του έργου, όπως, αντιθέτως, προβλέπεται για την έγκριση, κατόπιν μελέτης, περιβαλλοντικών όρων έργων/δραστηριοτήτων της κατηγορίας A. Για τα έργα Β’ κατηγορίας, η περιβαλλοντική αρχή που αποφαίνεται επί της υπαγωγής ενός έργου/δραστηριότητας σε ΠΠΔ ελέγχει μόνο τη συνδρομή των προϋποθέσεων της οικείας νομοθεσίας για την υπαγωγή σε ΠΠΔ, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αιτιολογία ως προς την επιλογή συγκεκριμένου τόπου εκτέλεσης του έργου, εφόσον δεν χωροθετείται εντός περιοχής Natura, οι δε όροι που τίθενται για την προστασία του περιβάλλοντος προβλέπονται κατ’αρχήν στον νόμο ανάλογα με τη δραστηριότητα. Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτό, με την προσβαλλόμενη πράξη λαμβάνονται μέτρα για την ελαχιστοποίηση τυχόν δυσμενών συνεπειών στο περιβάλλον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ενώ δεν προβάλλεται ειδικότερα ότι αυτά δεν είναι επαρκή ώστε να απαιτούνται πρόσθετα μέτρα. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αιτούντα πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα.
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα, εφόσον οι εκδοθείσες ΠΠΔ αφορούν δραστηριότητα προσωρινής και όχι μόνιμης, όπως εν τοις πράγμασι έχει διαμορφωθεί, αποθήκευσης αποβλήτων. Ωστόσο, ο εξεταζόμενος λόγος αφορά ενδεχόμενη παραβίαση των όρων της προσβαλλόμενης πράξης κατά την εφαρμογή της και συνεπώς, δεν πλήττει τη νομιμότητά έκδοσής της. Ως εκ τούτου, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου
Εισηγητής: Ζ. Θεοδωρικάκου






