ΣτΕ 2335/2025 [Μη νόμιμη έκθεση αυτοψίας χαρακτηρισμού κτιρίου εντός παραδοσιακού οικισμού ως επικινδύνως ετοιμόρροπου]
Περίληψη
– Η αρμόδια για τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου πολεοδομική υπηρεσία, όταν διαπιστώσει ότι ορισμένη οικοδομή είναι, εν όλω ή εν μέρει, απλώς ετοιμόρροπη [κοινώς ετοιμόρροπη], καθορίζει τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου που εμφανίζει η οικοδομή αυτή από στατική και δομική άποψη, με βάση το είδος και την έκταση του κινδύνου. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις χαρακτηρισμού οικοδομής ως «επικινδύνους» ετοιμόρροπης, δεν εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο αν υπάρχει δυνατότητα επισκευών, αλλά η κατασκευή κατεδαφίζεται τρεις μέρες μετά την κοινοποίηση της σχετικής έκθεσης στους ενδιαφερομένους ή αμέσως, χωρίς δυνατότητα, μάλιστα, υποβολής ενστάσεων, εφόσον η απόφαση της Επιτροπής είναι ομόφωνη. Η έκθεση χαρακτηρισμού οικοδομής ως απλώς [κοινώς] ή «επικινδύνους» ετοιμόρροπης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, αφενός, ως προς το είδος και την έκταση των ανεπαρκειών, ζημιών κ.λπ. της οικοδομής και του κινδύνου και, αφετέρου, ως προς τα μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας.
Οι εγγυήσεις που θεσπίζονται από το νόμο για την προστασία των κτισμάτων που βρίσκονται εντός παραδοσιακών οικισμών, μεταξύ των οποίων και ο οικισμός του Αγίου Πέτρου Αρκαδίας, έχουν εφαρμογή και προκειμένου να εφαρμοσθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού κτιρίου ως κοινώς ετοιμόρροπου ή ως επικινδύνως ετοιμόρροπου. Τούτο δε, προκειμένου να αποφευχθεί η γενικότερη βλάβη του προστατευόμενου οικισμού διά της τμηματικής κατεδαφίσεώς του και έτσι καταστεί γράμμα κενό η προστασία του. Κατ’ ακολουθίαν, τα κτίσματα αυτά (κοινώς ετοιμόρροπα ή επικινδύνως ετοιμόρροπα), ολόκληρα ή στοιχεία τους, δεν δύνανται να κατεδαφισθούν ει μη μόνον κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ήδη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής). Η έγκριση παρέχεται με ειδικώς αιτιολογημένη πράξη, μετά από στάθμιση της σημασίας του κτίσματος για την φυσιογνωμία του παραδοσιακού οικισμού και μετά από έρευνα αν οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να αποτραπούν με την λήψη άλλων μέσων, ούτως ώστε να διατηρηθεί το κτίσμα. Η δε κρίση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής από την παραπάνω άποψη είναι υποχρεωτικά ληπτέα υπόψη κατά τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων αυτοψίας ετοιμόρροπων οικοδομών.
Το επίδικο κτήριο ευρίσκεται στον παραδοσιακό οικισμό του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας, σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται από τη Διοίκηση, έχει κατασκευασθεί προ του έτους 1923 και η μεταγενέστερη προσθήκη σε αυτό προ του έτους 1955. Επομένως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ήταν επιβεβλημένη η προηγούμενη παραπομπή του ζητήματος στο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής, το όργανο δε αυτό, προκειμένου να γνωμοδοτήσει αν το κτήριο είναι κατεδαφιστέο ή επιδεκτικό επισκευών, έπρεπε να διαλάβει στην πράξη του ειδική αξιολόγηση της οικοδομής από μορφολογική, αρχιτεκτονική, αισθητική και ιστορική άποψη αυτοτελώς, σε περίπτωση που έκρινε ότι είχε κατασκευασθεί προ του έτους 1955, σε κάθε δε περίπτωση, σε σχέση με TOV παραδοσιακό οικισμό του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας. Όμως, η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της Π.Ε. Αρκαδίας εκδόθηκε μετά την προσβαλλόμενη έκθεση, επιπλέον δε, στερείται της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας, εφόσον το παραπάνω όργανο αποφαίνεται μόνον ότι η οικοδομή είναι κατεδαφιστέα, στηριζόμενο αποκλειστικά στο περιεχόμενο της έκθεσης της τριμελούς Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Κτιρίων και χωρίς οποιαδήποτε κρίση για τη μορφολογική ή άλλη αξία του κτηρίου αυτοτελώς και εν σχέσει προς τον παραδοσιακό οικισμό εντός του οποίου ευρίσκεται. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη έκθεση, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας χαρακτηρισμού του επίδικου κτηρίου ως ετοιμόρροπου, χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη ειδικώς αιτιολογημένη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και δεν διαλαμβάνει αξιολόγηση του επίδικου κτίσματος από την παραπάνω άποψη, δεν αιτιολογείται νομίμως κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως, ορθώς ερμηνευόμενο. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη έκθεση, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Πρόεδρος: Θ. Αραβάνης
Εισηγητής: Αν. Σπανού






