ΣΤΕ 1394/2021 [ΝΟΜΙΜΗ Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Λ.Α.Π. ΤΟΥ ΥΔ Δ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ]
Περίληψη
– Tα σχέδια διαχείρισης, τα οποία εκπονούνται δυνάμει των άρθρων 7 του ν. 3199/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πέμπτο του ν. 4117/2013, και 10 του π.δ. 51/2007 και, κατ’ επέκταση, σε εφαρμογή του άρθρου 13 της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ αποτελούν το βασικό εργαλείο για την επίτευξη της ολοκληρωμένης προστασίας και ορθολογικής διαχείρισης των υδατικών συστημάτων. Περιέχουν ανάλυση των χαρακτηριστικών της εκάστοτε περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού και συγκεκριμένες προτάσεις για τα μέτρα που είναι αναγκαία προς αποφυγή της υποβάθμισης της κατάστασης και την προστασία ή και αποκατάσταση της καλής οικολογικής και χημικής κατάστασης κάθε υδατικού συστήματος. Ειδικότερα, τα σχέδια διαχείρισης, πέραν του περιγραφικού τους μέρους, προβαίνουν στον ειδικότερο προσδιορισμό των περιβαλλοντικών στόχων ανά υδατικό σύστημα και προσδιορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες έγινε εφαρμογή των διατάξεων περί εξαιρέσεων από τους στόχους. Περιέχουν, επίσης, περίληψη του ή των προγραμμάτων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων και των τρόπων δια των οποίων προσδοκάται η επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων. Ενόψει τούτων, τα σχέδια διαχείρισης αναπτύσσουν νομική δεσμευτικότητα διότι: α) Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να εκτελέσει τα περιλαμβανόμενα στο σχέδιο βασικά και συμπληρωματικά μέτρα προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που τίθενται με αυτό, β) Σε περίπτωση κατάρτισης άλλων σχεδίων και προγραμμάτων, όπως σε περίπτωση κατάρτισης ειδικότερων σχεδίων διαχείρισης ανά υπολεκάνη, τομέα, θέμα ή τύπο νερού σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 6 του π.δ. 51/2007, η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις κατευθύνσεις του σχεδίου προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η επίτευξη των στόχων που τίθενται με αυτό και γ) Η Διοίκηση έχει, τέλος, υποχρέωση να εξετάζει τις αιτήσεις για αδειοδότηση οποιουδήποτε έργου, το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει κατά οποιονδήποτε τρόπο τα ύδατα, υπό το πρίσμα της εναρμόνισής του με τους περιβαλλοντικούς στόχους του σχεδίου διαχείρισης και το οικείο πρόγραμμα μέτρων .
Προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, που ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού πραγματοποιείται ανάλυση των χαρακτηριστικών της, επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην κατάσταση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων και οικονομική ανάλυση της χρήσης ύδατος. Κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, η προσβαλλόμενη αναθεώρηση δεν πληροί τις ως άνω απαιτήσεις της Οδηγίας, καθώς δεν περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια τα χαρακτηριστικά των ΛΑΠ του Υδατικού Διαμερίσματος Δυτικής Μακεδονίας και δεν εξασφαλίζεται το χρήσιμο αποτέλεσμα της Οδηγίας.
Οι ως άνω λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους, ως αβάσιμοι, καθ’ ό μέρος δε πλήττουν την ανέλεγκτη τεχνική και επιστημονική κρίση της Διοικήσεως, ως απαράδεκτοι.
Δεν εντοπίζονται υπερβάσεις στη χρήση των PCB’s και δεν προτείνεται η λήψη μέτρων για τις ουσίες αυτές και δη εις βάρος των δραστηριοτήτων της αιτούσας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η Διοίκηση στο Δικαστήριο, η αναφορά στον Πίνακα 6-2, περί της άγνωστης χημικής κατάστασης του ρέματος Σουλού αφορά το Επιφανειακό Υδατικό Σύστημα ρέματος Σουλού εντός ορυχείου και οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες μετρήσεις από το Δίκτυο Παρακολούθησης της Κατάστασης της Χώρας. Αντιθέτως, η κατάσταση των Υπόγειων Υδατικών Συστημάτων (ΥΥΣ) στην περιοχή του ρέματος Σουλού δίδεται στον Πίνακα 6-14 του ΣΔΛΑΠ. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός δεν συνδέει τις ως άνω διαπιστώσεις με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ρυθμιστικών των δραστηριοτήτων της αιτούσας. Τέλος, η επισήμανση, στο σημείο 1 της παρ. 9.1 για την υπεράντληση και αποστράγγιση υπόγειων υδροφορέων έχει πληροφοριακό, περιγραφικό και διαγνωστικό χαρακτήρα και δεν συνδέεται, ούτε προβάλλεται ότι συνδέεται με συγκεκριμένο μέτρο ρυθμιστικό των δραστηριοτήτων της αιτούσας. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και καθ’ ό μέρος αμφισβητεί την ανέλεγκτη τεχνική και επιστημονική κρίση της Διοικήσεως, ως απαράδεκτος.
Η αιτούσα αμφισβητεί κυρίως την ακρίβεια τεχνικών κρίσεων της Διοικήσεως, οι οποίες αφενός ανήκουν στο περιγραφικό – διαπιστωτικό τμήμα του σχεδίου αφετέρου είτε χρήζουν εξειδικεύσεως σε επόμενο στάδιο με τη σύνταξη ειδικών επιστημονικών μελετών, οι οποίες εν τέλει θα καθορίσουν το ακριβές περιεχόμενο των μέτρων που θα ληφθούν, είτε δεν συνδέονται με τη λήψη συγκεκριμένων βλαπτικών για την αιτούσα μέτρων. Ως εκ τούτου, οι ως άνω διαπιστώσεις και περιγραφές δε είναι ικανές να δημιουργήσουν, στο παρόν στάδιο, συγκεκριμένο και δυσμενές για την άσκηση των δραστηριοτήτων της αιτούσας στην περιοχή πλαίσιο αδειοδότησης. Εξάλλου, από τα στοιχεία που απέστειλε η Διεύθυνση Υδάτων Δυτικής Μακεδονίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας στο Δικαστήριο προκύπτει ότι μετά τη δημοσίευση του προσβαλλόμενου Σχεδίου και κατ’ επίκληση αυτού, εκδόθηκαν άδειες χρήσης ύδατος με δικαιούχο την αιτούσα. Κατόπιν τούτων και ως ο άνω λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και η αίτηση ακυρώσεως στο σύνολό της.
Πρόεδρος: Κ. Χριστοφορίδου
Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου
Το πλήρες κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί αμέσως μετά την καθαρογραφή του από το Δικαστήριο.






