ΣτΕ 3497/2010* [ Νόμιμο π.δ. για την προστασία της Πάρνηθας]
Περίληψη
-Το προσβαλλόμενο π.δ. δεν υπέκειτο σε ΣΠΕ, επειδή πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη του είναι η από 23.7.2003 γνωμοδότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Οργανισμού της Αθήνας, προγενέστερη της 21.7.2004, ενώ το τελικό σχέδιό του διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 11.4.2006, πριν δηλαδή την εκπνοή του προβλεπόμενου εικοσιτετραμήνου από την ανωτέρω ημερομηνία.
-Το προσβαλλόμενο π.δ. δεν είναι ακυρωτέο ως προς την εκτός σχεδίου περιοχή επί της οποίας εφαρμόζεται, διότι δεν εκδόθηκε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί Ζ.Ο.Ε., όπως προκύπτει και από το αυξημένο όριο αρτιότητας που επιβάλλει και κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση.
-Αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας επιτρέπεται η άσκηση γεωργικής δραστηριότητας σε ορισμένες μόνο ζώνες και ότι η απαγόρευσή της στη ζώνη Β1 θίγει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι επιτρέπεται εντός αυτής η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τον προορισμό της ως ιδιοκτησίας εκτός σχεδίου.
-Το μέτρο της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών εφαρμόζεται μόνο σε περιοχές καλυπτόμενες από σχέδιο πόλεως και μόνο σε περιπτώσεις αμφιβολιών ως προς αυτό ή εκπονήσεως νέου σχεδίου πόλεως. Οι προσβαλλόμενες συναφείς αιτιάσεις είναι απορριπτέες, δεδομένου ότι οι αιτούντες δεν ισχυρίζονται ούτε ότι τα ακίνητά τους βρίσκονται σε τέτοια περιοχή, ούτε ότι, ως προς το σχέδιό της, είχαν ανακύψει αμφιβολίες ή ότι επρόκειτο να εκπονηθεί νέο.
Πρόεδρος: Αγγ. Θεοφιλοπούλου
Εισηγητής: Ν. Ρόζος
Βασικές σκέψεις
- Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του από 19.7.2007 π.δ/τος «Καθορισμός Ζωνών Προστασίας του ορεινού όγκου Πάρνηθας (Ν. Αττικής)» (ΦΕΚ 336 Δ΄ 24.7.2007).
- Επειδή με το προσβαλλόμενο π.δ., α) καθορίζονται τα όρια του ορεινού όγκου της Πάρνηθας, ο οποίος έχει κηρυχθεί τοπίο φυσικού κάλλους με την απόφαση του Υφυπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως 25683/27.3.1969 (ΦΕΚ 236 Β΄) και ευρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή ορισμένων Δήμων και Κοινοτήτων του Ν. Αττικής και β) ορίζονται εντός των ορίων του ορεινού αυτού όγκου ζώνες προστασίας, για κάθε μια από τις οποίες καθορίζονται οι χρήσεις γης. Στο προοίμιο του π. δ/τος αυτού γίνεται επίκληση των εξής διατάξεων του ν. 1515/1985 «Ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας» (ΦΕΚ 18 Α΄), κατά το άρθρο 1 του οποίου «1. Ρυθμιστικό σχέδιο ειδικά της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, είναι το σύνολο των στόχων των κατευθύνσεων και των προγραμμάτων που προβλέπονται ως αναγκαία για τη χωροταξική και πολεοδομική οργάνωσή της…»: Ι) του άρθρου 9 του κ.β.π.ν., (π.δ. 14.7.1999, ΦΕΚ 580 Δ΄, άρθρο 2 ν. 1515/1985), το οποίο ορίζει ότι «Το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος, ειδικότερα, περιλαμβάνει τα μέτρα και τις κατευθύνσεις για την αναβάθμιση και προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος ως ευρύτερης περιοχής της Αθήνας και, ιδίως, μέσα στα πλαίσια των κείμενων διατάξεων, μέτρα για α) την οικολογική ανασυγκρότηση της Αθήνας, την προστασία της γεωργικής γης, των δασών, των υγροτόπων και των άλλων στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, β) την προστασία του τοπίου, των ακτών και των ειδικών περιοχών φυσικού κάλλους, γ…..», ΙΙ) του άρθρου 10 παρ. 3 περ. α΄ του αυτού κ.β.π.ν. (άρθρο 3 παρ. 3 περ. α΄ αυτού ν. 1515/1985), που ορίζει ότι «Οι ειδικότεροι στόχοι και κατευθύνσεις που καθορίζονται για την εξέλιξη της ίδιας της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας είναι οι ακόλουθοι: α) η ανάδειξη και προστασία των ιστορικών στοιχείων και η οικολογική ανασυγκρότηση, ανάδειξη και προστασία του αττικού τοπίου, των ορεινών όγκων, των τοπίων φυσικού κάλλους και των ακτών», ΙΙΙ) του άρθρου ΙΙ παρ. 2 του αυτού κ.β.π.ν. (άρθρο 4 ν. 1515/1985), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 2052/1992 (ΦΕΚ 94 Α΄), η οποία ορίζει ότι «Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων συμπληρώνονται, εξειδικεύονται, διευκρινίζονται και τροποποιούνται μερικά το ρυθμιστικό σχέδιο Αθήνας και το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος χωρίς μεταβολή των στόχων και κατευθύνσεών τους ύστερα από γνώμη της εκτελεστικής επιτροπής του Οργανισμού Αθήνας», ο οποίος κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 του Κ.Β.Π.Ν. (παρ. 1 άρθρ. 5 ν. 1515/1985) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ΙV) του άρθρου 22 Α περ. 2.3.δ. του αυτού κ.β.π.ν. (άρθρ. 15 Α περ. 2.3 δ΄ν. 1515(1985), που ορίζει ότι «Για την ανακατανομή δομικών χρήσεων ….. λαμβάνονται τα εξής μέτρα …. δ) Για την αναψυχή-ψυχαγωγία υπερτοπικής σημασίας: Δημιουργία ενιαίου δικτύου σε ολόκληρη την έκταση του ηπειρωτικού τμήματος της περιοχής της Αθήνας με κατά το δυνατόν σύνδεση και ενοποίηση …. των ορεινών όγκων». Στο ανωτέρω προοίμιο όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2052/1992), γίνεται επίσης επίκληση των εξής διατάξεων: Ι) του εντασσόμενου στο υπό τον τίτλο «Σχεδιασμός πόλεων κατά το ν.δ. της 17.7.1923» κεφάλαιο Ζ΄ του αυτού κ.β.π.ν. άρθρου 160 και μάλιστα των παρ. 1, 2 και 7 αυτού, κατά τις οποίες «1. Για λόγους υγιεινής, ασφάλειας, γενικής οικονομίας της πόλης και αισθητικής επιτρέπεται να επιβάλλονται οποιοδήποτε όροι κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και περιορισμοί στα οικόπεδα και τις επ’ αυτών ανεγειρόμενες οικοδομές… 2) Οι κατά τα παραπάνω όροι και περιορισμοί καθορίζονται με π. δ/τα …. μετά από γνώμη του ΣΧΟΠ και καθορίζουν 1. Τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια της επιφάνειας και των διαστάσεων των οικοπέδων …. 2. Το μέγιστο και ελάχιστο επιτρεπόμενο ύψος των οικοδομών… 3. Το μέγιστο της επιφάνειας κάθε οικοπέδου που μπορεί να καλυφθεί από οικοδομές 4. Το συντελεστή δόμησης 5 … ΙΙ) της παρ. 1 του άρθρου 161 του αυτού ΚΒΠΝ, κατά την οποία «1. Με π. δ/τα ή άλλες πράξεις της κατά περίπτωση αρχής που εκδίδονται μετά από γνώμη του ΣΧΟΠ είναι δυνατόν α) Να ορίζεται το είδος της χρήσης των οικοδομών …. και ΙΙΙ) της παρ. 1 του άρθρου 162, που εντάσσεται στο υπό τον τίτλο «Δόμηση εντός εγκεκριμένων σχεδίων», κεφάλαιο Η του αυτού κβπν και κατά την οποία «Η δόμηση εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 181 ζωνών υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 160, οι οποίοι καθορίζονται με π.δ/τα που εκδίδονται μετά γνώμη του ΚΣΧΟΠ. Οι περιορισμοί αυτοί αποσκοπούν στην παρεμπόδιση δημιουργίας συνοικισμών χωρίς προηγουμένως να έχει εγκριθεί το σχέδιό τους….».
- Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1515/1985 και, ειδικότερα, με το άρθρο 4 παρ. 3 αυτού (= άρθρο 11 παρ. 3 ΚΒΠΝ) εξουσιοδοτείται η Διοίκηση, ειδικώς όσον αφορά την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, να προγραμματίσει, με την έκδοση π. δ/των, μεταξύ άλλων, την προστασία του περιβάλλοντός της, λαμβάνοντας τα μέτρα που είναι κατάλληλα για την εξειδίκευση των στόχων που τίθενται για το σκοπό αυτό από τις υπόλοιπες διατάξεις του ανωτέρω νόμου, δηλαδή την ανάδειξη και προστασία των προστατευόμενων στοιχείων του τοπίου της περιοχής της Αθήνας. Στα μέτρα δε αυτά περιλαμβάνεται, προεχόντως, η θέσπιση όρων και περιορισμών χρήσεων γης καθώς και δομήσεως στα ακίνητα που εμπίπτουν στις περιοχές παρεμβάσεώς τους (Π.Ε. 5/2006, 6/1988, Πρβλ. ΠΕ 371/2003, 567/2001, ΣτΕ 3221/2006). Εφόσον δε η θέσπιση όρων και περιορισμών χρήσεων γης και δομήσεως αποτελεί κύριο περιεχόμενο των ανωτέρω προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη, η διαδικασία θεσπίσεώς τους διέπεται αποκλειστικά από τη διάταξη αυτή (πρβλ. ΣτΕ 3899/2006, 4536/2005), η οποία προβλέπει γνώμη μόνο της Εκτελεστικής Επιτροπής του Οργανισμού Αθήνας (πρβλ. ΠΕ 371/2003). Η μνεία, επομένως, στο προοίμιο του προσβαλλόμενου π. δ/τος των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 160 παρ. 1, 2 και 7, 161 παρ. 1 και 162 παρ. 2 του ΚΒΠΝ, δεν αποσκοπεί στη συμπλήρωση της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 11 του ΚΒΠΝ, ως προς τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εκδόσεως των επίδικων π. δ/των, ώστε να απαιτούνται επιπλέον της ανωτέρω γνώμης και γνώμες του ΣΧΟΠ και του ΚΣΧΟΠ, αλλά στην αναφορά ορισμένων από τους ανωτέρω όρους και περιορισμούς, οι οποίοι μπορεί να θεσπιστούν και με το π.δ. που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 11 παρ. 3 του ΚΒΠΝ. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο π.δ. εκδόθηκε α) κατά παράβαση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 160 ΚΒΠΝ χωρίς να γνωμοδοτήσει το οικείο ΣΧΟΠ για περιοχή με σχέδιο πόλεως εμπίπτουσα στις ρυθμίσεις του και β) κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 162 ΚΒΠΝ χωρίς να γνωμοδοτήσει το ΚΣΧΟΠ για τις εκτός σχεδίου πόλεως περιοχές που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του.
- Επειδή προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο π.δ. εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής του επικαίρου των γνωμοδοτήσεων, διότι α) μετά την επεξεργασία του εν σχεδίω από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΠΕ 305/2006) είχαν αλλάξει ριζικώς τα δεδομένα λόγω της πυρκαϊάς στην Πάρνηθα των 27 και 28.7.2007 και, συνεπώς, η όλη διαδικασία εκπονήσεώς του όφειλε να επανεκκινήσει προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες αποκαταστάσεώς της και β) διότι απέχει πολύ της εκδόσεώς του η εκπόνηση της σχετικής μελέτης (Ιούλιος 2003). Συναφώς δε προς το πρώτο σκέλος του λόγου προβάλλεται επίσης ότι κατά παράβαση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντ. επιτρέπεται η κατασκευή χώρου σταθμεύσεως και η ανακατασκευή ξενοδοχειακών εκαταστάσεων σε ορισμένες ζώνες προβλεπόμενες από το προσβαλλόμενο π.δ.
- Επειδή, όπως έχει γίνει δεκτό, κατά τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, σε περίπτωση πυρκαϊάς ή αποψιλώσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως από πυρκαϊά ή οποιαδήποτε άλλη αιτία, προερχόμενη είτε από ανθρώπινη ενέργεια είτε από φυσικά αίτια, είναι υποχρεωτική η κήρυξη της καταστραφείσας ή αποψιλωθείσας εκτάσεως ως αναδασωτέας και αποκλείεται η διάθεσή της για άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμο (6ο Κεφάλαιο του ν. 998/1979, ΦΕΚ 989 Α΄) επέμβαση στο δάσος ή τη δασική έκταση πριν το καταστροφικό γεγονός. Τέτοια επέμβαση επιτρέπεται στο άκρως απαραίτητο μέτρο μόνο μετά την πραγματοποίηση της αναδασώσεως και την ανάκτηση της δασικής μορφής της εκτάσεως που καταστράφηκε, ενώ απαγορεύεται απολύτως επέμβαση πριν από την πραγματοποίηση του σκοπού της αναδασώσεως (ΣτΕ Ολομ. 2778/1988). Τούτων έπεται ότι εάν δάσος ή δασική έκταση καταστραφεί από πυρκαϊά, έχει εκ του Συντάγματος ως αποκλειστικό προορισμό την αναδάσωσή της κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
- Επειδή, με το άρθρο 6 του προβλεπόμενου π.δ/τος ορίζεται ότι: «Στις περιοχές που για οποιοδήποτε λόγο υπάγονται στη δασική νομοθεσία, εφαρμόζονται παραλλήλως οι ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας αυτής». Παρέχεται επομένως με το άρθρο αυτό, πλην άλλων, και η εγγύηση ότι, αν και οποτεδήποτε καταστραφεί ή έχει καταστραφεί από πυρκαϊά δάσος ή δασική έκταση υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του, η καταστραφείσα ή αποψιλωθείσα έκταση αυτή αποκτά τον αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη μόνο νόμιμο προορισμό, απαγορευομένης πλέον σε αυτή κάθε άλλης επεμβάσεως που είχε τυχόν προβλεφθεί πριν την καταστροφή της (βλ. και Π.Ε. 305/2006, παρατ. 8 και 36). Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το πρώτο σκέλος του, ο παρατιθέμενος στην σκέψη 8 λόγος ακυρώσεως καθώς και ο συναφής προς αυτόν ισχυρισμός.
- Επειδή, η Εκτελεστική Επιτροπή του Οργανισμού της Αθήνας, ναι μεν κατά την 52η συνεδρίασή της της 23.7.2003 γνωμοδότησε επί μελέτης που εκπονήθηκε για την προστασία του ορεινού όγκου της Πάρνηθας από το Τμήμα Περιβάλλοντος του Οργανισμού Αθήνας τον Ιούλιο του 2003 προκειμένου να εκδοθεί το προβαλλόμενο π.δ., πλην επανήλθε κατ’ επανάληψη επ’ αυτού και διατύπωσε γνωμοδοτήσεις κατά την 60ή συνεδρίαση της 15.10.2003, την 26η της 15.12.2004 και την 6η της 1.3.2006. Από αυτές προκύπτει ότι δεν απομακρύνθηκε του αντικειμένου της μετά την πρώτη γνωμοδότησή της και ότι όλες οι άλλες είναι, πάντως, επίκαιρες σε σχέση με το χρόνο δημοσιεύσεως του προσβαλλόμενου π. δ/τος (24.7.2007), εφ΄όσον μάλιστα δεν προβάλλεται ότι συνέβη κάποιο γεγονός διαφορετικό από την ανωτέρω πυρκαϊά, για την αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων της οποίας είχε ήδη ληφθεί, κατά τα ανωτέρω, σχετική πρόνοια, και το οποίο (γεγονός) θα ανέτρεπε τα δεδομένα που είχε λάβει υπόψη. Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος του.
- Επειδή με την κοινή υπουργική απόφαση (κ.υ.α.) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/ΟΙΚ 107017/28.8.2006 (ΦΕΚ 1225 Β΄/5.9.2006), η οποία άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 13 αυτής από 21.7.2004, σκοπήθηκε η συμμόρφωση της Χώρας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27.6.2001 «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεως ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» (EEL 197/30/21.7.2001). Με την κ.υ.α. αυτή επιδιώκεται, «στο πλαίσιο μιας ισόρροπης ανάπτυξης, να ενσωματώνεται η περιβαλλοντική διάσταση πριν την υιοθέτηση σχεδίων ή προγραμμάτων, με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων, όρων και διαδικασιών για την αξιολόγηση και εκτίμηση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν στο περιβάλλον και να προωθείται έτσι μια υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος» (άρθρο 1 αυτής). Με το άρθρο 2 της αυτής κ.υ.α. ορίζεται ότι «Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης νοούνται ως: α) «σχέδια και προγράμματα»: τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους: – που εκπονούνται ή/και εγκρίνονται από δημόσια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μία δημόσια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την Κυβέρνηση, και – που απαιτούνται βάσει νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων και, ειδικότερα, Νόμων, Π.Υ.Σ., Π.Δ., Υ.Α….. β) «στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (Σ.Π.Ε.)»: η διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίου ή προγράμματος η οποία περιλαμβάνει την εκπόνηση στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.), ….» γ) …. δ) …. ε) …. στ) «Δημόσια αρχή»: α) Η Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά όργανα, οι δημόσιες υπηρεσίες, … τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου….». Περαιτέρω, με το άρθρο 3 της εν λόγω κ.υ.α. ορίζεται ότι «1. Η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (Σ.Π.Ε.) πραγματοποιείται πριν από την έγκριση ενός σχεδίου ή προγράμματος ή την έναρξη της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας, με την επιφύλαξη της παρ. 2, για σχέδια ή προγράμματα εθνικού, περιφερειακού, νομαρχιακού ή τοπικού χαρακτήρα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και ειδικότερα: α) για τα σχέδια και προγράμματα που εκπονούνται για έναν ή περισσότερους από τους τομείς γεωργίας, δασοπονίας, αλιείας, … πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδιασμού ή χρήσης γης και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων και δραστηριοτήτων της πρώτης (Α) κατηγορίας (υποκατηγορίες 1 και 2) του Παραρτήματος 1 (πίνακες 1-10) της υπ΄ αριθμ. 15393/2332/2002 κοινής υπουργικής απόφασης. Τα προαναφερόμενα σχέδια και προγράμματα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 1 του άρθρου 11 … β) για όλα τα σχέδια και προγράμματα τα οποία στο σύνολό τους ή εν μέρει εφαρμόζονται σε περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 … και τα οποία ενδέχεται να τις επηρεάσουν σημαντικά… Προκειμένου να κριθεί αν τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, και δεν αφορούν σχέδια και προγράμματα της παραγράφου (α), ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 … και επομένως αν πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασίες Σ.Π.Ε., πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5 …». Εξ άλλου, με το άρθρο 5 της αυτής κ.υ.α. ορίζεται ότι «1. Κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα από τα αναφερόμενα στη παρ. 1β και 2 του άρθρου 3 υποβάλλεται σε διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου…», με το άρθρο 7 ότι «1. Τα σχέδια ή προγράμματα που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 και τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, υποβάλλονται σε διαδικασία Σ.Π.Ε….» και, τέλος, με το άρθρο 10 ότι «1. Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 7 εφαρμόζεται για σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη είναι μεταγενέστερη της 21ης Ιουλίου 2004. Σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη είναι προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής και τα οποία εγκρίνονται ή υποβάλλονται στη νομοθετική διαδικασία μετά την πάροδο περισσότερων από 24 μήνες από αυτήν, υπόκεινται στην υποχρέωση του άρθρου 7 ….».
- Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις και, ειδικότερα εκείνες των άρθρων 2α και 10, συνάγεται ότι επιδιώκεται η μη υποβολή σε Σ.Π.Ε., άρα και σε περιβαλλοντικό προέλεγχο, σχεδίων και προγραμμάτων των οπίων η διαδικασία εκπονήσεως έχει κινηθεί πριν από την 21.7.2004 και έχει προχωρήσει σε τόσο ικανοποιητικό βαθμό ώστε είτε να ολοκληρωθούν, δηλαδή να εγκριθούν, εντός 24 μηνών από την ημερομηνία αυτή, είτε, εάν η ολοκλήρωση αυτή γίνεται με νομοθετική διαδικασία από τη Βουλή ή την Κυβέρνηση, να υποβληθούν σε αυτή (τη νομοθετική διαδικασία) προς έγκριση από τα ανωτέρω κρατικά όργανα εντός του ανωτέρω εικοσιτετραμήνου, ανεξαρτήτως αν εγκριθούν από αυτά μετά την πάροδό του. Η αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, όχι μόνον η υποβολή αλλά και η έγκριση, από τα προαναφερόμενα κρατικά όργανα, πρέπει να γίνει εντός του εικοσιτετραμήνου, οδηγεί στο άτοπο να υποβληθεί σε Σ.Π.Ε. ολοκληρωμένο σχέδιο ή πρόγραμμα το οποίο υποβλήθηκε προς έγκριση τις τελευταίες ημέρες του εικοσιτετραμήνου εάν δεν εγκριθεί εντός αυτού και προσκρούει στο γράμμα της παρ. 1 του άρθρου 10 της κ.υ.α., που αντιδιαστέλλει την έγκριση από την υποβολή στη νομοθετική διαδικασία, επαναλαμβάνουσα αυτολεξεί την παρ. 3 του άρθρου 13 της ανωτέρω οδηγίας. Τέλος, κατά τις αυτές διατάξεις, ως υποβολή στη νομοθετική διαδικασία νοείται η κατά το Σύνταγμα και τους νόμους κίνηση της διαδικασίας αυτής, προκειμένου να εγκριθεί, με τη μορφή της προβλεπόμενης γι’ αυτό νομικής πράξεως, το σχέδιο ή το πρόγραμμα.
- Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει με το άρθρο 26 αυτού ότι «1…. 1. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. ….», με το άρθρο 35 ότι «1. Καμία πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος με μόνη την υπογραφή του γίνεται υπεύθυνος, και χωρίς τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως….», με το άρθρο 43 ότι «1. … 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της ….», με το άρθρο 81 ότι «1. Την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς ….» και με το άρθρο 95 ότι «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) …. β) ….. γ)…. δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την παρατιθέμενη στη σκέψη 6 διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 11 του ΚΒΠΝ και τις ερμηνευόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις ως μορφή της νομικής πράξεως με την οποία εγκρίνεται σχέδιο ή πρόγραμμα προστασία του περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας προβλέπεται το κανονιστικό π.δ., που εκδίδεται από την εκτελεστική λειτουργία και συνεπώς και την Κυβέρνηση. Ως σημείο δε εκκινήσεως της νομοθετικής διαδικασίας υποβολής του διατάγματος αυτού στην εκτελεστική εξουσία προς έγκριση, δηλαδή προς έκδοση και δημοσίευσή τους, νοείται η υποβολή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας εν σχεδίω, προς έλεγχο από αυτό της νομιμότητάς του.
- Επειδή, πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη του προσβαλλόμενου π. δ/τος είναι η αναφερόμενη στη σκέψη 11 πρώτη από 23.7.2003 γνωμοδότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Οργανισμού της Αθήνας, προγενέστερη, συνεπώς της 21.7.2004. Το τελικό δε σχέδιο του διατάγματος αυτού διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 11.4.2006, πριν δηλαδή την εκπνοή του εικοσιτετραμήνου από την ανωτέρω ημερομηνία (21.7.2004) και, συνεπώς, δεν υπέκειτο σε ΣΠΕ, κατά τα αναφερόμενα στις σκέψεις 13 και 14. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως με το οποίον προβάλλεται ότι το προσβαλλόμενο π.δ. είναι ακυρωτέο ως μη νόμιμο, διότι παραλείφθη η ΣΠΕ κατά την έκδοσή του καθώς και ο περιβαλλοντικός προέλεγχος για την ανάγκη υποβολής του σε ΣΠΕ.
- Επειδή, με το άρθρο 183 παρ. 1 και 2 του ΚΒΠΝ (άρθρο 29 παρ. 1 και 2 και ο ν. 1337/1983, ΦΕΚ 33 Α΄) ορίζεται ότι: «1. Με π.δ/γματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ορίζονται οι πόλεις και οικισμοί γύρω από τα όρια των οποίων καθορίζεται Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.). Με τα π. δ/γματα αυτά καθορίζεται και το πλάτος των Ζ.Ο.Ε. σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οικισμού ή θέσης του. … Το πλάτος της ΖΟΕ υπολογίζεται από τα αντίστοιχα όρια του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης ή του οικισμού προ του 1923. Με τα παραπάνω π. δ/γματα καθορίζονται, κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση, οι όροι και περιορισμοί, που επιβάλλονται μέσα στις Ζ.Ο.Ε. και ιδιαίτερα το όριο εμβαδού, κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση της γης …. Τα π. δ/γματα αυτά εκδίδονται μετά γνώμη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και … του ΚΣΧΟΠ για το νομό Αττικής …. 2. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται ανάλογα και για τον καθορισμό ΖΟΕ κατά μήκος ακτών ή την όχθη δημοσίων λιμνών ή ποταμών ή και σε άλλες θέσεις ή περιοχές ειδικής προστασίας. 3 …. «4. ……δικαιοπραξίες που καταρτίζονται κατά παράβαση της απαγόρευσης κατάτμησης κάτω από τα όρια που ορίζονται με το π. δ/γμα της πα. 1 του άρθρου αυτού είναι άκυρες….». Με τις ανωτέρω διατάξεις αποσκοπείται πρωτίστως, με την έκδοση π. δ/των κατά την προβλεπόμενη από αυτές διαδικασία, ο οικιστικός έλεγχος περιαστικών περιοχών (ΣτΕ 278, 2608/2005) καθώς και ο έλεγχος περιοχών ειδικής προστασίας, οι οποίες, όμως, μπορούν επίσης να προστατεύονται με την έκδοση π. δ/των προβλεπομένων από άλλες εξουσιοδοτικές διατάξεις, και μάλιστα μεταγενέστερες και ειδικότερες και κατά τη διαδικασία που αυτές προβλέπουν, όπως η αναφερόμενη στη διάταξη της σκέψης 6 παρ. 3 του άρθρου 4 του ΚΒΠΝ, βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο π.δ. Με τη διάταξη εξ άλλου του άρθρου 4 του προσβαλλομένου π. δ/τος που βρίσκει νόμιμο έρεισμα στην τελευταία αυτή εξουσιοδότηση, προβλέπεται ως όρος δομήσεως ελάχιστο εμβαδόν των γηπέδων τα 20.000 τ.μ., όρος που είναι άσχετος προς την απαγόρευση κατατμήσεως η οποία μπορεί να επιβληθεί με π.δ. καθορισμού Ζ.Ο.Ε. Είναι, συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι, όσον αφορά την εκτός σχεδίου περιοχή επί της οποίας εφαρμόζεται, το προσβαλλόμενο π.δ. είναι ακυρωτέο, διότι εκδόθηκε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί Ζ.Ο.Ε., όπως προκύπτει και από το αυξημένο όριο αρτιότητας που επιβάλλει, και κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση.
- Επειδή, με το προβαλλόμενο π.δ. καθορίζονται κατά ζώνες χρήσεις γης, η ένταση των οποίων ποικίλλει αναλόγως του ρόλου που προβλέπεται να διαδραματίσουν όσον αφορά στην προστασία της Πάρνηθας, εν όψει και της θέσεως και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Έτσι, οι ζώνες Α1 και Α2 αποτελούν τον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, του οποίου η προστασία και ανάδειξη επιδιώκεται, πλην άλλων, με τη δημιουργία γύρω από αυτόν ζώνης αναψυχής που «κατά περίπτωση θα εμπλουτίζεται και με άλλες χρήσεις και που θα λειτουργεί προστατευτικά για τον πυρήνα» [ζώνες Β([κατά την αρίθμηση του προσβαλλομένου Β1, σύμφωνα με την παρατήρηση 9 του Π.Ε. 305/2006), Β2, Β3 (βλ. σ. 66 της Μελέτης Προστασίας ορεινού όγκου Πάρνηθας του Ο.Ρ.Σ.Α.)]. Στις τελευταίες αυτές, όπως αναφέρεται στην αυτή μελέτη, υπάρχουν αρκετές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, από τις οποίες οι μόνες όπου υπάρχει πραγματική γεωργική εκμετάλλευση είναι στους βόρειους πρόποδες (περιοχή Βουτήματος του Δήμου Αυλώνα, Τατόι και πολύ περιορισμένη έκταση στη Σφενδήλη της Κοινότητας Μαλακάσας), ενώ οι λοιπές γεωργικές εκτάσεις, στους νότιους και ανατολικούς πρόποδες, κατά μέγα μέρος προορίζονται για κατοικία. Σε αυτές περιλαμβάνονται και εκτάσεις στις περιοχές Δροσοπηγή και Κοκκινόβραχος του Δήμου Αφιδνών, η πρώτη μάλιστα των οποίων έχει οικοδομηθεί, παρ’ ότι αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο γιατί αποτελεί τη μοναδική σύνδεση των ορεινών όγκων Πεντέλης και Πάρνηθας (σ. 66, 44 και 47 της ίδιας μελέτης). Εν όψει αιτών επιτρέπεται με το προσβαλλόμενο π.δ. η γεωργία στις ζώνες Β2 και Β4, με την εξαίρεση όμως των γεωργικών αποθηκών, ενώ δεν επιτρέπεται στη ζώνη Β1, όπου ορισμένοι από τους αιτούντες φέρεται να ασκούν γεωργική δραστηριότητα, και Β3. Παραλλήλως, στο σύνολο των ζωνών αυτών πλην της ζώνης Β2 επιτρέπεται υπό όρους η κατασκευή ορισμένων κτηρίων βοηθητικών της ψυχαγωγικής δραστηριότητας, όπως αναψυκτηρίων και εστιατορίων και, συνεπώς, η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας αυτής της μορφής. Με τα δεδομένα αυτά, τόσο η απαγόρευση της γεωργικής χρήσης στη ζώνη 131 όσο και το επιτρεπτό αυτής σε άλλες ζώνες της μείζονος περιοχής προστασίας του πυρήνα, εφόσον μάλιστα δεν προβάλλεται ιδιαίτερος ισχυρισμός ότι τα χαρακτηριστικά της ζώνης αυτής (της Β1) είναι τα ίδια με αυτά των ζωνών Β2 και Β4, είναι εντός εξουσιοδοτήσεως και δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της ισότητας, εφ΄όσον κάθε μια από τις επιμέρους ζώνες παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις άλλες σε συνδυασμό και με τη δυνατότητα άσκησης σε αυτήν οικονομικής δραστηριότητας ορισμένης μορφής, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου π. δ/τος. Είναι συνεπώς, απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προσβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας επιτρέπεται η άσκηση γεωργικής δραστηριότητας σε ορισμένες μόνο ζώνες και ότι η απαγόρευσή της στη ζώνη Β1 θίγει το προστατευόμενο στο άρθρο 17 του Συντάγματος δικαίωμα της ιδιοκτησίας, εφ’ όσον επιτρέπεται εντός αυτής η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας συμφώνως προς τον προορισμό της.
- Επειδή, προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 7 του προσβαλλομένου π. δ/τος, με την οποία ορίζεται ότι «Οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος π. δ/τος εκτελούνται όπως εκδόθηκαν βάσει των υποβληθέντων στοιχείων» παραβιάζει την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων χωρίς ειδική νομοθετική πρόβλεψη και θίγει τον εικοστό όγδοο, τον τεσσαρακοστό έκτο, την τεσσαρακοστή έβδομη, την πεντηκοστή όγδοη, τον πεντηκοστό ένατο, εξηκοστό, τον εβδομηκοστό ένατο, την ογδοηκοστή, τον ογδοηκοστό πρώτο, τον ογδοηκοστό δεύτερο, τον ογδοηκοστό τρίτο, τον ογδοηκοστό τέταρτο, την ογδοηκοστή πέμπτη, την ογδοηκοστή όγδοη, τον ογδοηκοστό ένατο και την ενενηκοστή τρίτη από τους αιτούντες, οι οποίοι είχαν καταθέσει φάκελο για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου π. δ/τος. Συναφώς δε προβάλλεται ότι «αν η Διοίκηση έκρινε σκόπιμο για το διάστημα πριν την έκδοσή του και εν όψει των ρυθμίσεών του να μη χορηγούνται οικοδομικές άδειες, θα μπορούσε να είχε προσφύγει στο μηχανισμό της αναστολής χορήγησης οικοδομικών αδειών (άρθρο 159 Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας).
- Επειδή, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 4, από τους προβάλλοντες τον ανωτέρω λόγο η κρινόμενη αίτηση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς τον εικοστό όγδοο, τον εβδομηκοστό ένατο, την ογδοηκοστή, τον ογδοηκοστό πρώτο, την ογδοηκοστή δεύτερη, τον ογδοηκοστό τρίτο, τον ογδοηκοστό τέταρτο, την ογδοηκοστή πέμπτη, την ογδοηκοστή όγδοη και την ενενηκοστή τρίτη από αυτούς. Συνεπώς είναι εξεταστέος μόνον ως προς τους υπολοίπους.
- Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία έχει εφαρμογή και στις οικοδομικές άδειες, οι διοικητικές πράξεις διέπονται από το νομικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο της εκδόσεώς τους (πρβλ ΣτΕ 3606/2007, 1944/2001, 3106/1998, Π.Ε. 388/2003, 641/2001, 65/1999). Η αρχή αυτή ισχύει πολύ μάλλον στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, λαμβάνονται κανονιστικά μέτρα κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του Συντάγματος, το οποίο για την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, εξειδικεύεται αρχικώς με τον ν. 1515/1985 και, περαιτέρω, με τα κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενα π. δ/τα, αποσκοπούντα στη μη επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντός της, η οποία επέρχεται εάν γίνει ανεκτή η έκδοση οικοδομικών αδειών κατ’ εφαρμογή του καταργουμένου με αυτά, ως μη προσφόρου προς τούτο, νομικού καθεστώτος (Π.Ε. 394/2002). Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 159 ΚΒΠΝ, ορίζουσα ότι «1. Εάν για την εφαρμογή του εγκεκριμένου προκύψουν αμφιβολίες που οφείλονται σε ατελή εφαρμογή του ή σε ελλείψεις του τυπογραφικού χάρτη στον οποίο αυτό συντάχθηκε …. η αρμόδια … αρχή μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή της …. να αναστέλλει προσωρινά … την εφαρμογή του σχεδίου και τη βάσει αυτού ανέγερση οικοδομών … 2. Αν πρόκειται να αρχίσουν σχετικές εργασίες για την εκπόνηση νέου σχεδίου πόλης επιτρέπεται, με απόφαση της αρμόδιας αρχής … να επιβάλλεται … η πλήρης απαγόρευση των οικοδομικών εργασιών ….», εφαρμόζεται πάντως α) μόνο σε περιοχές καλυπτόμενες από σχέδιο πόλεως και β) μόνον σε περιπτώσεις αμφιβολιών ως προς το σχέδιο αυτό ή εκπονήσεως νέου σχεδίου πόλεως και όχι σε περιοχές εκτός σχεδίου, οι δε αιτούντες δεν ισχυρίζονται ούτε ότι τα ακίνητά τους ευρίσκονται σε τέτοια περιοχή, ούτε ότι, ως προς το σχέδιό της, είχαν ανακύψει αμφιβολίες ή ότι επρόκειτο να εκπονηθεί νέο. Συνεπώς είναι απορριπτέο ως αβάσιμο και το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου.
- Επειδή, εφ΄όσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
* Ακολουθούν οι αποφάσεις ΣτΕ 3501, 3502 και 3506/2010 που εκδόθηκαν επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά του ίδιου π.δ.






